Παραμάλι

Image

Μεικτό χωριό της επαρχίας Λεμεσού, περί τα 28 χιλιόμετρα δυτικά της πόλης της Λεμεσού. Μεγάλο μέρος της διοικητικής του έκτασης, στα νότια του οικισμού, περιλαμβάνεται στο έδαφος της βρετανικής στρατιωτικής βάσης Ακρωτηρίου-Επισκοπής. Το Παραμάλι είναι κτισμένο κοντά στην ανατολική όχθη του ομώνυμου ποταμού, σε μέσο υψόμετρο 90 μέτρων. Το τοπίο του έχει μια γενική κλίση προς τη θάλασσα και είναι διαμελισμένο από το ποτάμιο δίκτυο του ποταμού Παραμαλίου. Κοντά στα βόρειά του σύνορα το υψόμετρο φθάνει τα 350 μέτρα.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι αποθέσεις του σχηματισμού Πάχνας (εναλλασσόμενες στρώσεις κιμωλιών, μαργών και ψαμμιτών), οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκωσίας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, κροκάλες και ψαμμιτικές μάργες) και οι αποθέσεις του σχηματισμού Αθαλάσσας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες και άμμοι). Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν ασβεστούχα εδάφη, τέρρα ρόζα και ξερορεντζίνες.

 

Το Παραμάλι δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση που φθάνει τα 448 χιλιοστόμετρα (μέσος όρος περιόδου 1951-1980). Στην περιοχή του καλλιεργούνται τα αμπέλια επιτραπέζιων και οινοποιήσιμων ποικιλιών, οι χαρουπιές, οι ελιές, τα κουκιά, τα σιτηρά, τα νομευτικά φυτά και ελάχιστα εσπεριδοειδή. Η μεγαλύτερη ωστόσο έκταση του χωριού είναι ακαλλιέργητη και καταλαμβάνεται από ποικίλη φυσική βλάστηση, κυρίως σχινιές, μαζιές, θυμαριές και αγριοτερατσιές. Στα νοτιοανατολικά του οικισμού και μέσα στα διοικητικά του όρια βρίσκεται το κρατικό δάσος Παραμάλι.

 

Το συγκοινωνιακό δίκτυο του Παραμαλιού δεν είναι πυκνό. Ένας μόνο σκυρόστρωτος δρόμος συνδέει το χωριό στα νότια με τον κύριο δρόμο Λεμεσού-Πάφου.

 

Το Παραμάλι γνώρισε πληθυσμιακές αυξομειώσεις. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως εξής:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 107 
1891 136 
1901 166 
1911 160 
1921 189 
1931 188 (150 Τουρκοκύπριοι και 38 Ελληνοκύπριοι) 
1946 154 (142 Τουρκοκύπριοι,11 Ελληνοκύπριοι και ένας άλλης εθνικότητας) 
1960 248 (218 Τουρκοκύπριοι και 30 Ελληνοκύπριοι) 
1973 308 (όλοι Τουρκοκύπριοι) 
1976 134 
1982 149 
1992 144 
2001 148 

 

Μετά το 1964, εξαιτίας των διακοινοτικών ταραχών που ακολούθησαν την τουρκοκυπριακή ανταρσία, οι Ελληνοκύπριοι κάτοικοι του Παραμαλίου εγκατέλειψαν το χωριό τους και μετακινήθηκαν στην πόλη της Λεμεσού και σε γειτονικά αμιγή ελληνοκυπριακά χωριά. Μετά την τουρκική εισβολή του 1974, οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του Παραμαλίου εξαναγκάστηκαν από την ηγεσία τους να εγκαταλείψουν το χωριό τους και να μεταφερθούν, μαζί με όλους τους άλλους Τουρκοκυπρίους των ελεύθερων περιοχών, για εγκατάσταση στις κατεχόμενες περιοχές. Η μεταφορά τους έγινε το 1975. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του χωριού Ελληνοκύπριοι εκτοπισμένοι. Οι περισσότεροι από αυτούς εγκαταστάθηκαν κοντά στον κύριο δρόμο Λεμεσού-Πάφου, όπου μέχρι πρόσφατα υφίσταντο  λίγες  μόνο  εγκαταστάσεις, γνωστές ως σταθμός του Παραμαλίου.

 

Στα νοτιοανατολικά του χωριού και μέσα στα διοικητικά του όρια βρίσκεται ο εγκαταλειμμένος σήμερα συνοικισμός Σύμπουλας.

 

Το χωριό υφίστατο από τα Μεσαιωνικά χρόνια. Σε παλαιούς χάρτες βρίσκεται σημειωμένο ως Piramati. Ο ντε Μας Λατρί αναφέρει ότι κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας το Παραμάλι ήταν βασιλικό κτήμα που υπαγόταν στη διοίκηση (bailliage) της Πάχνας. Ωστόσο το χωριό περιλαμβάνεται και στον κατάλογο εκείνων που ανήκαν στη Μεγάλη Κομμανταρία των Ιωαννιτών ιπποτών, που είχε έδρα της το χωριό Κολόσσι. Μάλιστα μεταξύ εκείνων που ανήκαν αρχικά στους Ναΐτες ιππότες και που περιήλθαν, μετά τη διάλυση του τάγματός τους το 1308, στους Ιωαννίτες.

 

Η ονομασία του χωριού φαίνεται να προήλθε από τη λέξη μάλιν (το), που σημαίνει περιουσία, ιδιοκτησία και την πρόθεση παρά (=σιμά, κοντά, δίπλα). Πιθανώς αρχικά το πρώτο συνθετικό ήταν η λέξη πέρα, οπότε έχουμε το πέρα μάλιν.

 

Στην περιοχή του Παραμαλίου κατείχαν από παλαιά αρκετή περιουσία οι κάτοικοι του Κοιλανιού, που διακινούνταν προς το Παραμάλι εποχιακά, για γεωργικές εργασίες.

 

Είτε ως βασιλικό κτήμα κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, είτε ως κτήμα των Ιωαννιτών ιπποτών, το Παραμάλι θα ήταν μεταξύ των χωριών που κατασχέθηκαν από τους Τούρκους μετά την κατάκτηση της Κύπρου το 1570-71, οπότε εγκαταστάθηκαν σ' αυτό και Τούρκοι, οι οποίοι μάλιστα πλειοψήφησαν. Οι Τούρκοι ονόμαζαν το χωριό Cayonu. Όταν μεταφέρθηκαν το 1975 στην κατεχόμενη από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής περιοχή της Κύπρου, εγκαταστάθηκαν στο κατεχόμενο χωριό Καλοψίδα που το μετονόμασαν με το τουρκικό όνομα του χωριού τους.

 

Ο Αθ. Σακελλάριος (Τά Κυπριακά, τόμος Α', 1890, σ.73) γράφει ότι επί ημερών του το Παραμάλι είχε 300 κατοίκους, αν και οι επίσημες απογραφές δίνουν λιγότερο από τους μισούς. Σημειώνει επίσης ότι κοντά στο χωριό ἵσταται κυλινδρικός κίων μετ' ἐσβεσμένης ἑλληνικῆς ἐπιγραφῆς τῶν ρωμαϊκῶν χρόνων... Πρόκειται, πιθανότατα, για τον ρωμαϊκό μιλιοδείκτη που αναφέρει ότι είχε δει εκεί ο G. Jeffery (1918).

 

Ο Σακελλάριος σημειώνει ακόμη ότι κοντά στο χωριό ὑπάρχουσι καί ἐρείπιά τινα, τῶν χρόνων ὅμως τοῦ μεσαίωνος· οἶον χριστιανικῶν ναῶν κλπ., κι ότι είχε βρεθεί και αρχαία επιγραφή των Ρωμαϊκών χρόνων.

 

Για κατάλοιπα μεσαιωνικού οικισμού κάνει λόγο και ο R. Gunnis (1936), που γράφει ότι τα είχε δει περί το 1,5 χμ. νότια του Παραμαλίου, εκεί όπου και η ερειπωμένη εκκλησία της Παναγίας που κάποτε ήταν κατάγραφη με τοιχογραφίες.