Σοφιστής, γραμματικός και λεξικογράφος του 2ου αιώνα μ.Χ. Καταγόταν από την Ναύκρατιν της Αιγύπτου και έζησε στην Αθήνα. Από τα έργα του σώθηκε σημαντικό λεξικό με τον τίτλο Ὀνομαστικόν.
Αναφέρεται στη διεθνή βιβλιογραφία ως Pollux.
Διδάχτηκε από τον πατέρα του, Κρατίκιο, και μετέπειτα από τον Σοφιστή Αδριανό, σπουδάζοντας ρητορική στην Αθήνα. Ταξίδεψε στη Ρώμη όταν ήταν αυτοκράτορας ο Μάρκος Αυρήλιος και εκεί δίδαξε το γιο του (και στη συνέχεια συναυτοκράτορα) Κόμμοδο για τον οποίο αναφέρεται ότι τον γοήτευσε. Αναφέρεται μάλιστα ότι είχε λεπτότατη φωνή που άρεσε στο γιο του αυτοκράτορα. Με την υποστήριξη του Κόμμοδου έλαβε θέση καθηγητή ρητορικής στην Αθήνα. Απεβίωσε σε ηλικία πενήντα οκτώ ετών αφήνοντας ένα νεαρό γιο.
Σε σχέση με τον Φρύνιχο τον Αράβιο ο οποίος ήταν υπέρμαχος του ακραίου αττικισμού, ο Πολυδεύκης ακολουθούσε μια πιο χαλαρή εκδοχή του. Για τον Ιούλιο Πολυδεύκη υπάρχει λήμμα στο βιβλίο Βίοι Σοφιστών του Φιλοστράτου του τέλους του 2ου- πρώτου μισού του 3ου αιώνα, αλλά και στο Σουίδα του 10ου αιώνα. Από τον Φιλόστρατο αναφέρεται ότι ο Πολυδεύκης δίδασκε την ίδια εποχή με τον Αθηνόδωρο το σοφιστή, ενώ μαθητής του (και του Σοφιστή Αδριανού) ήταν ο Αντίπατρος από την Ιεράπολη.
Στο έργο του αυτό υπάρχουν στοιχεία και για την Κύπρο. Σε τρεις περιπτώσεις παραθέτει απόψεις του Κυπρίου φιλοσόφου Κλεάρχου του Σολέως, οι οποίες αναφέρονται σε ζητήματα ανατομίας των ζώων και των ανθρώπων.
Βλέπε λήμμα: Κλέαρχος ο Σολεύς
Παραθέτει επίσης αναφορά του κωμικού Αριστοφάνη στα «ποικίλα κύπρια παραπετάσματα», δηλαδή τις πλουμιστές κυπριακές κουρτίνες.
Βλέπε λήμμα: Κέντημα- κεντητική
Αναφέρει ακόμη ποιητικό απόσπασμα που το αποδίδει στον ποιητή Εύβουλο του 4ου αιώνα π.Χ., από το έργο του Γλαῦκος, στο οποίο γίνεται λόγος για το κυπριακό σινάπι και για το ζουμί (ρητίνη) της σκαμωνίας.
Πηγή
Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια