Τάβλα, ταβλίν

Στο κυπριακό γλωσσικό ιδίωμα τάβλα (η) λέγεται το τραπέζι. Πρβλ. και την κυπριακή παροιμία:

 

Ας έσ’ει η τάβλα τίποτες, τζ’ ας λείπει το μαντήλιν.

 

(Ας έχει κάτι απάνω το τραπέζι, δηλαδή φαγητό, κι ας λείπει το τραπεζομάντηλο).

 

Ταβλίν (το) λέγεται το μικρό τραπέζι (απ' όπου, πιθανώς, και το ττάβλιν [τάβλι], ως παιγνίδι που παίζεται πάνω σε τραπεζάκι). Ο μεσαιωνικός χρονογράφος Γεώργιος Βουστρώνιος αναφέρει στο Χρονικόν του ένα είδος παιγνιδιού που το ονομάζει ταβλίν, χωρίς να δίνει λεπτομέρειες ۠ πάντως προφανώς επρόκειτο για παιγνίδι που παιζόταν σε μικρό τραπέζι.

 

Η λέξη τάβλα έχει γαλλική ή ιταλική μεσαιωνική προέλευση (λατιν: tabula). Σε μερικές περιοχές της Κύπρου τάβλα λέγεται και η τετραγωνισμένη έκταση καλλιεργούμενου κήπου. Αλλά τάβλα λέγεται και η κλίνη (που λέγεται και καρκόλα), ιδίως εκείνη που έχει ξύλινη επιφάνεια. Πρβλ. και το κυπριακό ερωτικό δίστιχο:

 

Αντάν επήα τζ’ ηύρα την τιτσίραν πάς στην τάβλαν,

αζάες τζ’αι μουχτάρηες πό ‘σσω της δέμ’ με ‘βκάλλαν.

 

Και ταβλιά (η) (πληθ: οι ταβλιές) λεγόταν είδος παξιμαδιού, που ήταν μακρόστενο αλλά τετραγωνισμένο, πιθανώς επειδή έμοιαζε με το σχήμα της επιφάνειας τραπεζιού. Οι ταβλιές κατασκευάζονταν ιδίως τις μεγάλες γιορτές (Χριστούγεννα-Πάσχα).