Αθανάσιος ο Ρήτωρ

Image

Σημαντικός Κύπριος κληρικός, ικανότατος ρήτορας, γι’ αυτό και παρέμεινε γνωστός με το επίθετο ο Ρήτωρ μαζί με τις προσωνυμίες Κύπριος και Βυζάντιος. Γεννήθηκε στην πόλη Κωνσταντία της Κύπρου περί το 1571 και πέθανε στο Παρίσι στις 13 Μαρτίου 1663. Τον ίδιο χρόνο που γεννήθηκε, η Κύπρος αλώθηκε από τους Τούρκους κι ο μικρός Αθανάσιος έχασε τους γονείς του. Παρελήφθη τότε από έναν ξένο (Ίβηρα) κληρικό ο οποίος επέστρεφε μέσω Κύπρου από τους Αγίους Τόπους, και μετεφέρθη στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί υπηρέτησε τους πατριάρχες Νεόφυτο Β' (1607-1612) και Τιμόθεο Β' (1607-1621), φοίτησε δε, με δαπάνη των δυο πατριαρχών, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, σε σχολή Ιησουϊτών. Στη συνέχεια, όπως ο ίδιος σημειώνει στο βιογραφικό του σημείωμα που διασώθηκε, «εἰς Ῥώμην ἀφικόμην σπουδῆς ἓνεκα καί ἒρωτος Παιδείας...»

 

Στη Ρώμη όμως δεν κατόρθωσε να γίνει δεκτός στο Κολλέγιο του Αγίου Αθανασίου, ίσως λόγω ηλικίας, κι έτσι, αφού φοίτησε αλλού, πήγε περί το 1620 στο Παρίσι όπου και συνδέθηκε με σημαντικά πρόσωπα και ισχυρούς πολιτικούς παράγοντες όπως ο καγκελλάριος Σεγκυγέ και ο καρδινάλιος Μαζαρίνος. Ασπάσθηκε το δυτικό δόγμα και από δω και πέρα υπηρέτησε με ζήλο τη δυτική Εκκλησία. Οι υψηλοί φίλοι του χρηματοδότησαν 10ετή αποστολή του Αθανασίου στην Ορθόδοξη Ανατολή (1643-1653) για συλλογή πολύτιμων χειρογράφων και άσκηση προπαγάνδας υπέρ του παπισμού. Εφοδιασμένος με συστατικές επιστολές υπογραμμένες από τους παντοδύναμους προστάτες του, ο Αθανάσιος κατόρθωσε όχι μόνο να γίνει τιμητικά δεκτός από πολλούς ορθόδοξους ιεράρχες κατά την περιοδεία του, αλλά και να δεχθεί πολλές διακρίσεις και οφφίκια από τον οικουμενικό πατριάρχη Παρθένιο τον Γέροντα (1639-1644), από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεοφάνη, από τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου Νικηφόρο και, αργότερα, από τους μετέπειτα οικουμενικούς πατριάρχες Ιωαννίκιο (1646-1648 και μετέπειτα) και Νεόφυτο (1656-1657). Έτσι, όπως γράφει ο Δοσίθεος («Περί τῶν ἐν Ἱεροσολύμοις πατριαρχευσάντων», Βουκουρέστι, 1715, σ. 1173), ο Αθανάσιος «καθ' Ἓλληνας ἠμφιεσμένος καί ὑποκρινόμενος τόν ὀρθόδοξον, ἀπῆλθεν εἰς τό ὂρος τοῦ Ἂθωνος καί εἰς ἂλλα μοναστήρια Θράκης, Θετταλίας καί Μακεδονίας καί ἐκλεξάμενος πολλά βιβλία τῶν ἁγίων πατέρων καί τῆς ἒξω σοφίας, ἠγόρασεν αὐτά ὀλίγου τιμήματος. Τούς δέ ἐν τῇ μονῇ τῶν λεγομένων Μετεώρων πατέρας τοσοῦτον ἠπάτησεν ὣστε καί τρυτάνῃ, ὃπερ λέγεται κοινῶς στατέριον, ἠγόραζε τά τῆς μονῆς αὐτῶν βιβλία ἐν ἑκάστῃ τριλίτρῳ, ἢτοι ὀκάδι, δούς αὐτοῖς συμπεφωνηθεῖσαν ποσότητα τῶν ἀργυρίων...»

 

Αφού, λοιπόν, αγόρασε με την οκά πολλά πολύτιμα χειρόγραφα, ο Αθανάσιος επέστρεψε στο Παρίσι μεταφέροντας 116 τόμους. Οι τόμοι αυτοί των πολυτίμων χειρογράφων βρίσκονται σήμερα στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού, διότι είχαν κατασχεθεί από το κράτος μόλις ο Αθανάσιος τους πήρε στο Παρίσι. Σχετικά με την κατάσχεση των χειρογράφων αυτών, ο Αθανάσιος υπέβαλε γραπτή διαμαρτυρία στον βασιλιά Λουδοβίκο 14ο, η οποία και σώζεται. Μετά απ' αυτά, ο Αθανάσιος απέκτησε την εύνοια του βασιλιά Λουδοβίκου, ο οποίος και του ανέθεσε ειδική αποστολή: Να μεταφέρει στον οικουμενικό πατριάρχη Παρθένιο Α' (1639-1644) επιστολή σχετική με την ένωση των Εκκλησιών.

 

Από το οικουμενικό πατριαρχείο ο Αθανάσιος πήρε και πολλά προνόμια, καθώς και δικαιώματα να εξομολογεί, να κείρει μοναχούς, να λύει αφορισμούς και άλλα. Έτσι κατά τις πολλές περιοδείες του στην Ελλάδα, στα νησιά και την Ανατολή, κήρυττε υπέρ του παπισμού και της Δυτικής Εκκλησίας, σε μερικές δε περιπτώσεις εξυβρίσθη από το ακροατήριό του, ενώ ορθόδοξοι εκκλησιαστικοί ιστορικοί και συγγραφείς τον αποκαλούν αποστάτη, επίβουλον, θεομάχον. λατινόφρονα, παπιστήν κλπ. Στα 1652 υποστήριξε ανοικτά το πρωτείο του πάπα στην Κωνσταντινούπολη όπου βρισκόταν κι έγραφε τότε τον «Αντιπατελλάρο» που εξέδωσε στο Παρίσι αργότερα. Ανάμεσα στους ορθόδοξους ιεράρχες που εξέδωσαν συστατικά γράμματα γι' αυτόν ήταν κι ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου Νικηφόρος* (1644- 1673), πράγμα που μαρτυρεί αφενός την σχέση του Αθανασίου προς την πατρίδα του Κύπρο και αφετέρου τον λατινισμό του Νικηφόρου, που τώρα είναι πια πιστοποιημένος και από πρόσφατα εκδομένα έγγραφα από το αρχείο του Βατικανού.

 

Στη Βενετία ο Αθανάσιος διαπραγματεύθηκε (1615) με την εκεί ελληνική κοινότητα, της οποίας αρχιεπίσκοπος ήταν τότε ο επίσης Κύπριος Θεοφάνης Ξενάκιος*, που υποκίνησε απόπειρα δολοφονίας του είτε από ζήλεια ανάμεσά τους είτε από δογματική διαφωνία λόγω του λατινισμού του Αθανασίου.

 

Όμως παρά την ως ένα βαθμό διαμορφωθείσα γνώμη των εκκλησιαστικών ιστορικών, είναι πολύ δύσκολο να κρίνει κανένας τελεσίδικα και με βεβαιότητα το έργο και την προσωπικότητα του Αθανασίου του Ρήτορος, πολύ περισσότερο γιατί υπάρχουν στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού τέσσερις τόμοι ανέκδοτων ακόμα χειρογράφων του που θα πρέπει να μελετηθούν με προσοχή.

 

Ωστόσο, ότι ήταν δεινός ρήτωρ, με πλατιά θεολογική και φιλοσοφική κατάρτιση, κι ότι ήταν ένθερμος υποστηρικτής της ενώσεως των Εκκλησιών, δεν φαίνεται να υπάρχει αμφιβολία.

 

Ο Αθανάσιος εξέδωσε στο Παρίσι τα ακόλουθα έργα:

1. Φιλοσοφικά συνταγμάτια τέτταρα (1639).

2. Ἀριστοτέλης ἑαυτόν περί τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς διατρανών (1641).

3. Ἀντιπατελλάρος. Ἐπιστολή περί ἑνώσεως τῶν Ἐκκλησιῶν πρός τούς πατριάρχας τῆς Ἀλεξανδρείας καί τῶν Ἱεροσολύμων. Συντετμημένος Ἀντικαμπανέλλας (1655).

4. Περί τοῦ ὑπερανεστηκότος ἐπί πᾶσι κράτους τοῦ ἂκρου ἀρχιερέως, πρός

τουύ τῆς ἑώας πατριάρχας καί περί τοῦ ἀπλανοῦς αὐτοῦ (1662).

 

Ο Αθανάσιος σταμάτησε τις περιοδείες του κι εγκαταστάθηκε οριστικά στο Παρίσι το 1655. Εκεί και πέθανε στις 13 Μαρτίου 1663 και τάφηκε στο μοναστήρι του Αγίου Στεφάνου.

 

Ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του Κύπριο, αλλά και Βυζαντινό περισσότερο, όπως προκύπτει από το αυτοβιογραφικό του σημείωμα (Εθνική Βιβλιοθήκη του Παρισιού) όπου σημειώνει:

Ἐγώ μέν τό γένος ὑπάρχω ἐκ Κωνσταντίας τῆς τῶν Κουρέων ἐπαρχίας –οὓτω γάρ βούλομαι πρῶτον ἐμαυτόν ἀναγράψαι τῷ λόγῳ- τεχθείς ἐν αὐτῇ, τήν δέ ἀνατροφήν Βυζάντιος˙ λίαν γάρ ὑπερισχύει ἡ ἀνατροφή τῆς γεννήσεως διό οὐδέ ὁ σωτήρ ἡμῶν Βηθλεμμίτης καλεῖται, αλλά Ναζωραῖος...

 

Πηγές:

1. Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

2. Ανδρέας Χατζησάββας: Δελτίο Ελλήνων Φιλολόγων, Στασίνος τόμος 19ος 2023. Εις μνήμη Παναγιώτη Περσιάνη.