Τούμπα - Τούμπες

Πολύ συνηθισμένο στην Κύπρο τοπωνύμιο, που απαντάται σε περισσότερες από 200 τοποθεσίες στο νησί, άλλοτε στον ενικό — «Τούμπα»(η) — και άλλοτε στον πληθυντικό — «Τούμπες» (οι).

 

Η λέξη σημαίνει χαμηλό ύψωμα, όχι λόφο αλλά περισσότερο καμπυλωτό εξόγκωμα του εδάφους, και έχει ιταλική (λατινική) προέλευση, που και αυτή προέρχεται μάλλον από την αρχαία ελληνική λέξη «τύμβος». Συνεπώς το τοπωνύμιο υποδηλώνει τοποθεσία όπου το έδαφος παρουσιάζει ένα εξόγκωμα (ή εξογκώματα περισσότερα του ενός στον πληθυντικό του τοπωνυμίου), δηλαδή ακριβώς το αντίθετο του κοιλώματος. Σε μερικές περιπτώσεις το τοπωνύμιο απαντάται και ως «Τουμπάλλιν» (το), δηλαδή μικρή «τούμπα», ή και «Τουμπίν» (το) και ακόμη και «Τουμπάριν» (το) και «Τουμπαρούδιν» (το).

 

Επίσης, σε αρκετές περιπτώσεις το τοπωνύμιο απαντάται να συνοδεύεται και από χαρακτηρισμό, που συνήθως είναι κύριο όνομα και καθορίζει είτε εκείνον στον οποίο ανήκε ο χώρος με το εξόγκωμα, είτε άνθρωπο που με κάποια πράξη του σχετίστηκε με αυτό. Γνωστότερο είναι το τοπωνύμιο «Τούμπα του Σκούρου», στη Μόρφου, όπου και σημαντικός προϊστορικός αρχαιολογικός χώρος. Χαρακτηριστικά είναι επίσης αρκετά τοπωνύμια του τύπου:

 

«Τούμπα του ’η Γιώρκη», «Τούμπα της Αγίας Μαρίνας», «Τούμπα του ’η Ηλία» κλπ., που υποδηλώνουν τοποθεσίες με αντίστοιχα ξωκλήσια. Επίσης, τοπωνύμια όπως:

 

«Τούμπα του Νικόλα», «Τούμπα του Αλή», «Τούμπες του Αντρόνικου» κλπ., που υποδηλώνουν και τον ιδιοκτήτη της εκτάσεως με «τούμπαν» ή «τούμπες». ’λλα τοπωνύμια πάλι καθορίζονται και με χαρακτηριστικό γνώρισμα (αντικείμενο) που υπήρχε επί της συγκεκριμένης «τούμπας», όπως για παράδειγμα: «Τούμπα της Μηλιάς», «Τούμπα της Μοσφιλιάς», «Τούμπα των Καμινιών», «Τούμπα του Παλιόλακκου», «Τούμπες του Γύψου», «Τούμπες του Λάκκου», «Τούμπες των Λειβαδκιών» κλπ.