Χαλά Σουλτάν τεκκές

Ο τεκκές της Σουλτάνας

Image

Έξι περίπου χμ. από τη Λάρνακα, δυτικά της αλυκής, σε μια πολύ γραφική θέση, βρίσκεται ο τεκκές της Χαλά Σουλτάν, ένας αξιόλογος μωαμεθανικός τάφος που προσελκύει κάθε χρόνο πολλούς επισκέπτες, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των γιορτών του ραμαζανιού και των μπαϊραμιών. Για τους Μωαμεθανούς της Κύπρου ο τεκκές είναι ο κυριότερος τόπος προσκυνήματος, ενώ σ' ολόκληρο τον Μουσουλμανικό κόσμο κατέχει την τρίτη θέση από απόψεως σημασίας, μετά την Καάβα στη Μέκκα και το ιερό του Μωάμεθ στη Μεδίνα.

 

Τεμένη στην Κύπρο

Βλέπε Βίντεο 

Σύμφωνα με τη μουσουλμανική παράδοση, που είναι πλατιά διαδεδομένη στον Μωαμεθανικό και ιδιαίτερα στον Αραβικό κόσμο, για να θεωρηθεί κάποιος τέλειος Μουσουλμάνος και να είναι έτοιμος να μπει στον παράδεισο, πρέπει απαραίτητα να έχει επισκεφθεί τα πιο κάτω τέσσερα ιερά μέρη: την Καάβα στη Μέκκα, το ιερό του Μωάμεθ στη Μεδίνα, τον Χαλά Σουλτάν τεκκέ στη Λάρνακα και την Ιερουσαλήμ. Ενδεικτικό της σημασίας που έχει ο τεκκές για τον Μουσουλμανικό κόσμο είναι και το γεγονός πως κατά τη διάρκεια της τουρκικής κατοχής της Κύπρου (1570/71-1878) όλα τα τουρκικά σκάφη, όταν περνούσαν κοντά στο ιερό τούτο μέρος, για απότιση φόρου τιμής στην Ουμ Χαράμ, όφειλαν να υποστείλουν τις σημαίες τους και να χαιρετίσουν με κανονιοβολισμούς. 

Πάνω από είσοδο της αυλής του Τεκκέ,  υπάρχει μια οθωμανική επιγραφή με ημερομηνία 4 Μαρτίου 1813. Το μονόγραμμα του σουλτάνου Μαχμούντ Β εμφανίζεται και στις δύο πλευρές της επιγραφής και αναφέρει: «Το Χαλά Σουλτάν Τεκκέ  χτίστηκε από τον αγαπημένο του θεού, μεγάλο Οθωμανό  κυβερνήτη».

 

Ο τάφος, που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, προφυλάσσεται από τα περίεργα μάτια με πράσινο παραπέτασμα, που καθιστά αδύνατη κάθε λεπτομερή εξέταση, αλλά ο έμπειρος ερευνητής εύκολα μπορεί να αναγνωρίσει σ' αυτό την αξία ενός αρχαίου μνημείου-τάφου, ναού ή θησαυροφυλακίου, που ο Cobham θεωρεί πως έχει στενή συγγένεια με δυο άλλα μονολιθικά οικοδομήματα στην Κύπρο, τα οποία είναι γνωστά το ένα σαν «τάφος της Αγίας Αικατερίνης», που βρίσκεται κοντά στη Σαλαμίνα, και το άλλο της «Αγίας Φανερωμένης», που βρίσκεται κοντά στη Λάρνακα.

 

Πάνω από τον τάφο υπάρχει τρίλιθο οικοδόμημα. Ο ένας λίθος βρίσκεται στην κεφαλή κι ο άλλος στα πόδια του λειψάνου, ενώ ο τρίτος λίθος καλύπτει το σώμα και πιστεύεται πως αιωρείται στον αέρα πάνω από τους άλλους δυο λίθους. Το τρίλιθο αυτό οικοδόμημα είδε και περιέγραψε το 1683 ο Ολλανδός περιηγητής Cornelis van Bruyn. Οι δυο τεράστιοι όρθιοι λίθοι έχουν ύψος περίπου 15 ποδών (4,57 μέτρων), ο δε τρίτος βρίσκεται στην κορυφή. Ο ιερός αυτός λίθος αποτελεί κειμήλιο μεγάλης σημασίας για τους Μουσουλμάνους. Πολλοί πιστεύουν ότι οι τρεις λίθοι ήλθαν κάποτε νύχτα από τη Μέκκα και έμειναν μετέωροι στον αέρα για πολλούς αιώνες. Αργότερα, όταν η κατάσταση αυτή έγινε επικίνδυνη για τους πιστούς, οι όρθιοι κίονες τοποθετήθηκαν σαν υποστηρίγματα. Οι λίθοι αυτοί πιθανόν να ανάγονται στους Προϊστορικούς χρόνους.

 

Από την άνοιξη του 649 μ.Χ., που κατά την παράδοση ετάφη εδώ η Ουμ Χαράμ, δεν γνωρίζουμε τίποτα για την ανέγερση του τεκκέ. Όμως από την περιγραφή του περιηγητή, που αναφέρουμε πιο πάνω, γνωρίζουμε πως ο τάφος υπήρχε το 1683. Γνωρίζουμε επίσης πως το 1760 μετά τη μεγάλη πανώλη που σημειώθηκε τότε στην Κύπρο, ο μουχασσίλης Μεχμέτ αγά (Mehmed Agha) περιέφραξε τον τάφο με ξύλινο περιτείχισμα. Τον επόμενο χρόνο ο διάδοχος του Ατζέμ Αλή αγά (Adjem Ali Agha) αντικατέστησε το ξύλινο περιτείχισμα, κτίζοντας στη θέση του τοίχο με δυο ορειχάλκινες καγκελόπορτες. Τέλος, πριν από το 1787 κτίσθηκαν ένα τζαμί με θόλους καθώς επίσης κατοικίες και βρύσες που συνέβαλαν ουσιαστικά στην αύξηση της φήμης του ιερού αυτού τόπου, ενώ η σημερινή μορφή του τεμένους συμπληρώθηκε το 1816 από τον τότε Τούρκο κυβερνήτη της Κύπρου Σεΐντ Εμίν εφέντη.

 

Το τέμενος σήμερα, ιδιαίτερα ύστερα από τις τελευταίες επιδιορθώσεις που έγιναν σ' αυτό με δαπάνες της κυπριακής κυβέρνησης, βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση. Τις δε πύλες του κοσμούν διάφορες καλά συντηρημένες επιγραφές στην αραβική γλώσσα με σημαντικές ιστορικές ημερομηνίες και αφιερωματικούς στίχους από το Κοράνι.

 

Ο Μωαβίας υπήρξε ο πρώτος Άραβας ηγέτης που κατανόησε πως οποιαδήποτε αναμέτρηση με το Βυζάντιο χωρίς ισχυρό στόλο θα ήταν αδύνατη. Έτσι, αμέσως μετά τον θάνατο του μεγάλου Άραβα κατακτητή Ομάρ, άρχισε την κατασκευή στόλου και το 28ο έτος της Εγίρας, αφού πέρασε ο χειμώνας, δηλαδή την άνοιξη του 649 μ.Χ., ανέλαβε την πρώτη ναυτική εκστρατεία. Κάτω από την προσωπική αρχηγία του ο αραβικός στόλος επιτέθηκε εναντίον της Κύπρου. Επρόκειτο για ένα μεγάλο στόλο που αποτελείτο από 1.700 πλοία, τα οποία είχαν συγκεντρωθεί γι' αυτό τον σκοπό στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας. Η εκστρατεία αυτή έγινε επί χαλιφείας του Οθμάν και αφού ο Μωαβίας αναγνωρίστηκε διοικητής όλων των περιφερειών που είχαν κατακτηθεί.

 

Ο γνωστός αραβολόγος Μπαλαδούρι, περιγράφοντας το ιστορικό της πρώτης ναυτικής εκστρατείας των Αράβων, μεταξύ άλλων αναφέρει και τα εξής: «Όταν ο Μωαβίας ήταν διοικητής της Συρίας, ζήτησε άδεια από τον χαλίφη Ομάρ για να πραγματοποιήσει μια ναυτική εκστρατεία, αλλά ο χαλίφης του την αρνήθηκε.  Όταν χαλίφης έγινε ο Οθμάν, ο Μωαβίας έγραψε πάλι και του ζήτησε άδεια για να κάμει μιαν εκστρατεία εναντίον της Κύπρου, εξηγώντας ότι το νησί βρισκόταν πολύ κοντά και επομένως η πραγματοποίηση μιας τέτοιας εκστρατείας θα ήταν εύκολη, αλλά ο Οθμάν του απάντησε πως γνώριζε ποια ήταν η άποψη του Ομάρ σ' αυτό το θέμα και πως δεν θα του παραχωρούσε την άδεια. Όμως παρ' όλα αυτά, το 27 Εγίρας, ο Μωαβίας έγραψε και πάλι στον Οθμάν υποδεικνύοντας πόσο εύκολα θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αυτή η εκστρατεία. Τελικά ο Μωαβίας πέτυχε την άδεια μόνον αφού δέχθηκε τους όρους που έθεσε σ' αυτόν ο Οθμάν, και με τους οποίους υποχρεωνόταν, ανάμεσα στ' άλλα, να περιλάβει στην αποστολή και τη σύζυγό του. Η επιχείρηση αυτή πραγματοποιήθηκε και, κατά μίμηση του αρχηγού τους, πήραν μαζί τους τις γυναίκες τους και άλλοι αξιωματούχοι της εκστρατείας. Έτσι, ο Μωαβίας με αρκετό στόλο ξεκίνησε από την  Άκρα συνοδευόμενος από τη σύζυγό του Φαχίτα, ενώ τον αξιωματούχο Ουβάδα  Ίμπν-ας-Σαμίτ συνόδευε η σύζυγός του Ουμ Χαράμ. Αυτή η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε το 28ο έτος της Εγίρας, αφού πέρασε ο χειμώνας (δηλαδή την άνοιξη του 649 μ.Χ.), ή όπως υποστηρίζουν μερικοί το έτος 29. Μόλις αυτοί έφθασαν στην Κύπρο και αποβιβάστηκαν από το πλοίο, στη διάθεση της Ουμ Χαράμ ετέθη ένας ημίονος για να τη μεταφέρει στην ενδοχώρα. Όμως στον δρόμο η Ουμ Χαράμ ρίχθηκε από το ζώο και σκοτώθηκε. Αυτή ετάφη στο μέρος που έπεσε και ο τόπος του ενταφιασμού της παρέμεινε από τότε γνωστός σαν τάφος της χρηστής γυναίκας.

 

Η περίεργη όσο και εντυπωσιακή αυτή είδηση καταχωρείται, αρχίζοντας από τον Μπαλαδούρι, στο έργο πολλών Αράβων ιστορικών και προβαλλόμενη χωρίς καμιά άλλη παρασημασία, αποκλείει και την πρόθεση δημιουργίας αποικισμού.

 

Αναφερόμενος στην πρώτη αυτή επίθεση των Αράβων κατά της Κύπρου, ο  Άραβας ιστοριογράφος Ibnu'l-Athir αναφέρει ότι σ' αυτήν την εκστρατεία πέθανε η Ουμ Χαράμ αφού έπεσε από τον ημίονο στον οποίο επέβαινε, έσπασε τον τράχηλό της και σκοτώθηκε, επιβεβαιώνοντας έτσι τα όσα είχε προβλέψει ο Προφήτης που της είχε πει «πώς και πού θα ήταν η πρώτη από εκείνους που θα περνούσαν πέρα από τη θάλασσα».

 

Ένας άλλος ιστοριογράφος, ο Abul-Mahásin, αναφερόμενος στο ίδιο θέμα, γράφει πως τον Μωαβία συνόδευε ο Ουβάδα και η σύζυγός του Ουμ Χαράμ, που δέχθηκε το μαρτύριο αφού ο Προφήτης ήλθε σ' αυτή, της μίλησε και της έδωσε τα καλά νέα του μαρτυρίου της.

 

Ο Cobham αναφέρει πως λίγα χρόνια πριν από το τέλος του 19ου αιώνα πήρε από τον σεΐχη του τεκκέ ένα αντίγραφο ενός χειρογράφου που είχε διασωθεί και φυλαγόταν εκεί. Σ' αυτό αναφέρονταν όλα όσα ήσαν μέχρι τότε γνωστά στην Κύπρο για τον τάφο και την κάτοχό του. Ένα δεύτερο αντίγραφο, σπουδαιότερο από πλευράς ακρίβειας και ορθότητας και καλλιγραμμένο, του δόθηκε αργότερα από τον μουχασάμπεη του Εβκάφ, Αχμέτ Κουλούς εφέντη, ο οποίος επιστρέφοντας από τη Μέκκα το 1893 είχε πεθάνει από χολέρα. Το χειρόγραφο είναι χωρίς ημερομηνία, αλλά φαίνεται πως ο συγγραφέας σεΐχης του τεκκέ Ιμπραχήμ ενσωμάτωσε σ' αυτό και τις σημειώσεις που του άφησε ο πατέρας του σεΐχης Μουσταφά, που άρχισε να τις γράφει από το 1763 και τις συμπλήρωσε σημαντικά κατά τη διάρκεια μιας επίσκεψής του στην Κωνσταντινούπολη το 1795. Χρησιμοποιώντας όλα όσα είχαν μέχρι τότε γράψει οι σχολιαστές των μωαμεθανικών θρησκευτικών παραδόσεων, μαζί με το νόημα των θρύλων και των ιστοριών, ο σεΐχης Ιμπραχήμ υποδιαίρεσε το κείμενό του σε τρία κεφάλαια κι ένα επίλογο με σκοπό να δωρίσει το πολύτιμο αυτό χειρόγραφο στον τότε μουχασίλη της Κύπρου Σεΐντ Χασάν αγά. Το χειρόγραφο αυτό φέρει τον τίτλο Το τέλος της χρηστής Ουμ Χαράμ.

 

Στο πρώτο κεφάλαιο ο συγγραφέας αναφέρεται στις διάφορες εκδοχές σχετικά με το όνομα και την καταγωγή της περίφημης αυτής γυναίκας. Το δεύτερο κεφάλαιο αναφέρεται στους ιερούς πολέμους στους οποίους πήρε μέρος η Ουμ Χαράμ και στο νόημα των παραδόσεων που συνδέονται με το όνομά της. Στο τρίτο κεφάλαιο αναλύεται το ιστορικό και η πορεία της εκστρατείας.

 

Η Ουμ Χαράμ θεωρείται θαυματουργός. Αυτός είναι και ο λόγος που τον τεκκέ της επισκέπτονται κάθε χρόνο πολυάριθμοι Μωαμεθανοί προσκυνητές της. Μεταξύ των θαυμάτων της ο ιμάμης Μουναβί αναφέρει πως ο κόσμος της Δαμασκού, οδυνηρά δοκιμασμένος από ανομβρίες και άλλες δυστυχίες και με βαθιά πίστη, έκαμε παράκληση στην Ουμ Χαράμ και της ζήτησε να μεσολαβήσει στον θεό για να τους στείλει βροχή και να τους απαλλάξει από κάθε κακό και επίθεση. Ο θεός, χάρη στον σεβασμό που έτρεφε προς το άγιο πρόσωπο της Ουμ Χαράμ, διασκόρπισε τις ανησυχίες και τις στενοχώριες και δώρισε σ' αυτούς βροχή και ευλογία.

 

Στον επίλογο αναφέρεται πως ένα από τα θαύματα της Ουμ Χαράμ είναι και το εξής: Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της από την Ιερουσαλήμ στη Ράμλα, η Ουμ Χαράμ φιλοξενήθηκε στο σπίτι ενός Χριστιανού μοναχού. Εκεί είδε τρεις τεράστιους λίθους, που εξέφρασε την επιθυμία να αγοράσει. Ο μοναχός όμως, επειδή πίστευε απόλυτα πως οι τρεις λίθοι δεν ήταν δυνατό να μεταφερθούν μακριά, τους της δώρισε. Αυτή τους δέχθηκε μ' ευχαρίστηση και αφού πρόσθεσε πως θα τους άφηνε εκεί για να τους μεταφέρει αργότερα στον κατάλληλο χρόνο, αναχώρησε. Τη νύχτα της ταφής της πιστεύεται πως με τη δύναμη του θεού οι λίθοι μετακινήθηκαν από τη θέση τους και, κυλώντας πάνω από τη θάλασσα, ήλθαν πάνω στον τάφο της.  Ένας λίθος κάθισε πάνω από την άγια κεφαλή της, ο άλλος στα ιερά της πόδια και ο τρίτος κρεμάστηκε από πάνω τους. Αυτό, σύμφωνα με τη μουσουλμανική παράδοση, είναι ένα από τα πολλά θαύματα που αποδίδονται στην Ουμ Χαράμ.

 

Τον τεκκέ γύρω στα τέλη Αυγούστου του 1832 επισκέφθηκε ο Γάλλος περιηγητής γιατρός Delaroiere, στον δρόμο του προς τους Αγίους Τόπους. Ο Delaroiere αναφέρει πως επισκέφθηκε το τέμενος, για το οποίο λέει πως έχαιρε μεγάλης εκτίμησης ανάμεσα στους Μωαμεθανούς σαν τόπος προσκυνήματος. Ο τάφος βρισκόταν σε μια μαγική θέση κοντά σε μια μεγάλη λίμνη και δασώδεις λόφους, αλλά ο αέρας ήταν πολύ ανθυγιεινός.

 

Δίπλα από τον περίβολο του τάφου της Ουμ Χαράμ βρίσκεται ο τάφος της τουρκικής καταγωγής συζύγου του βασιλιά της Χετζάζης, Χουσεΐν, που ονομαζόταν Hatidje, ο οποίος φέρει ημερομηνία 12 Ιουλίου 1929. 

 

ΑΙΚ. ΧΡ. ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image