Χελιδονίου ναυάγιο

Image

Το Χελιδόνιον είναι ακρωτήριο της νότιας Μικρός Ασίας, απέναντι από τις βόρειες ακτές της Κύπρου και προς τα βορειοδυτικά της, αποτελεί δε το δυτικό άκρο του μεγάλου κόλπου της Ατταλείας. Χελιδόνιον ήταν η αρχαία ελληνική του ονομασία, αλλά ήταν επίσης γνωστό και ως Ιερόν Ακρωτήριον, στους πρόποδες, ουσιαστικά, της οροσειράς του Ταύρου. Απέναντι από το ακρωτήριο, δύο πέτρες στη θάλασσα, δύο βραχονησίδες, η Κορύδελα και η Μελανίππεια, ονομάζονταν επίσης κατά την Αρχαιότητα Χελιδόνιοι Νήσοι. Η περιοχή εκείνη, επισημαίνει ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (4ος μ.Χ. αιώνας), «είναι επικίνδυνη για την ναυσιπλοΐα». Το ακρωτήριο ονομάζεται σήμερα από τους Τούρκους Ουλού Μπουρούν.  

 

Στα ανοικτά του ακρωτηρίου Χελιδόνιον και προς τα νοτιοδυτικά του, βρέθηκε ένα αρχαίο ναυάγιο πολύ μεγάλης σπουδαιότητας. Το ναυάγιο επισημάνθηκε το 1982 από έναν Τούρκο σπογγαλιέα, σε βάθος 45 περίπου μέτρων. Στη συνέχεια, το ναυάγιο ερευνήθηκε, ανασκάφηκε και ανελκύσθηκε από το Ινστιτούτο Ναυτικής Αρχαιολογίας (Institute of Nautical Archaeology) του Τέξας, σε συνεργασία με Τούρκους αρχαιολόγους. Επρόκειτο για το αρχαιότερο ναυάγιο που ερευνήθηκε μέχρι σήμερα, το οποίο μάλιστα και έχει άμεση σχέση με την Κύπρο. Ανήκει στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, και χρονολογήθηκε στον 14ο/13ο π.Χ. αιώνα. Ήταν το ναυάγιο ενός εμπορικού καραβιού, μήκους 15 μέτρων περίπου, που κατά πάσα πιθανότητα ήταν κυπριακό το οποίο εμπορευόταν κάνοντας το δρομολόγιο μεταξύ Κύπρου και γύρω χωρών. Υπάρχει επίσης πιθανότητα το καράβι να ήταν μυκηναϊκό, πάντως είναι βέβαιο ότι, όταν ναυάγησε και καταποντίστηκε, προερχόταν από την Κύπρο. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το καράβι ήταν κατάφορτο με τάλαντα χαλκού από την Κύπρο. Μετέφερε επίσης ποσότητα κασσιτέρου άγνωστης προέλευσης αλλά πιθανότατα από τη Μικρά Ασία ή την Ανατολή (στη δεύτερη περίπτωση, τον κασσίτερο ίσως είχε φορτώσει επίσης από την Κύπρο۬ η Κύπρος δεν παρήγε κασσίτερο, ο οποίος όμως ήταν απαραίτητος προς ανάμειξή του, σε μικρή αναλογία, με χαλκό, προκειμένου να παραχθεί ο [στερεότερος] ορείχαλκος). Μεταξύ του φορτίου βρέθηκαν επίσης μεγάλοι πίθοι καθώς και πολλά μικρότερα αγγεία, πράγμα που σημαίνει ότι το καράβι μετέφερε και υγρά (λ.χ. λάδι). Επίσης βρέθηκαν χειρόμυλοι και άλλα εμπορεύσιμα αντικείμενα, προερχόμενα τόσο από την Κύπρο όσο και από άλλα μέρη της Ανατολής. Επειδή στο ναυάγιο βρέθηκαν και όπλα, σημαίνει ότι το πλήρωμα του καραβιού ήταν και προετοιμασμένο να αντιμετωπίζει πειρατές.

 

Από τη μελέτη και προέλευση των αντικειμένων που βρέθηκαν, προκύπτει ότι το εμπορικό αυτό καράβι διακινείτο μεταξύ Κύπρου, Αιγύπτου, Συροπαλαιστίνης, νοτίου Μικράς Ασίας, Κρήτης και πιο πέρα ακόμη, προς τα νησιά του Αιγαίου πελάγους. Ήταν εποχή μεγάλης ακμής και ευημερίας της Κύπρου, ιδίως λόγω της εκτεταμένης εκμετάλλευσης και εμπορίας του χαλκού της, εάν δε το καράβι που βρέθηκε δεν ήταν ένα των πολλών κυπριακών αλλά άλλης εθνικότητας (μυκηναϊκό ή ακόμη χαναανιτικό, δηλαδή από την περιοχή της μετέπειτα Φοινίκης/Παλαιστίνης), και πάλι αποδεικνύει ότι: η Κύπρος ήταν τότε πολύ σημαντικός σταθμός διαμετακομιστικού, συν τοις άλλοις, εμπορίου, τα δε λιμάνια της χρησιμοποιούνταν και από ξένα καράβια, διαφόρων εθνικοτήτων, που έφθαναν στο νησί για να φέρουν και να πάρουν διάφορα πολύτιμα αγαθά. Μεταξύ αυτών, κυρίαρχο εμπορεύσιμο είδος ήταν ο προς εξαγωγήν σε πλείστες όσες περιοχές κυπριακός χαλκός. Τα καράβια που έφθαναν στην Κύπρο για να φορτώσουν από εδώ χαλκό, μετέφεραν στο νησί διάφορα άλλα είδη, και κυρίως είδη που δεν υπήρχαν στην Κύπρο (για παράδειγμα κασσίτερο, ελεφαντόδοντο κλπ.), όπως και είδη υψηλότερης ποιότητας από τα αντίστοιχα κυπριακά (λ.χ. μυκηναϊκά και άλλα ελληνικά αγγεία).

 

Το ναυάγιο του Χελιδονίου παρέχει πολλές και σημαντικές μαρτυρίες για τη διεξαγωγή του διά θαλάσσης εμπορίου και των θαλασσίων εμπορικών δραστηριοτήτων κατά τη μακρινή εκείνη εποχή στην Ανατολική Μεσόγειο, των οποίων επίκεντρο ήταν η Κύπρος.