Κύπρος Ιστορία

Πτολεμαίοι- Ρωμαϊκή εποχή

Image

Ο πρόωρος θάνατος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, το 323 π.Χ., έθεσε τέρμα στις περαιτέρω ελληνικές φιλοδοξίες για παγκόσμια κυριαρχία. Η αυτοκρατορία που είχε δημιουργήσει διαμοιράστηκε μεταξύ των στρατηγών και διαδόχων του, που αμέσως άρχισαν και τις μεταξύ τους διαμάχες που ακολουθήθηκαν από πολέμους, προκειμένου να κερδίσει ο καθένας απ' αυτούς κάτι περισσότερο. Με τον θάνατο του Αλεξάνδρου αρχίζει και η Ελληνιστική περίοδος της κυπριακής Ιστορίας.

 

Στη διαμάχη και στους πολέμους των διαδόχων, μοιραία περιπλέχθηκε και η Κύπρος, την οποία διεκδικούσαν κυρίως δυο απ' αυτούς: Ο Αντίγονος (ενισχυμένος και από τον γιο του, τον Δημήτριο τον Πολιορκητή) κι ο Πτολεμαίος ο Λάγου. Ο πρώτος κατείχε τη Συρία και ο δεύτερος τη (μακρινότερη από την Κύπρο) Αίγυπτο. Αρχικά σημείωσαν επιτυχίες στην Κύπρο ο Αντίγονος κι ο γιος του. Ο Δημήτριος ο Πολιορκητής ήλθε στο νησί με ισχυρές δυνάμεις και το κατέλαβε, κατανικώντας τις πτολεμαϊκές και φιλοπτολεμαϊκές δυνάμεις. Από τα κυπριακά βασίλεια ετάχθησαν άλλα με το μέρος του Αντιγόνου (Κίτιον, Μάριον, Λάπηθος-Κερύνεια) και άλλα με το μέρος του Πτολεμαίου (Σαλαμίς, Πάφος, Σόλοι, Αμαθούς). Τελικά κατόρθωσε να επιβληθεί ο Πτολεμαίος, που κατέλαβε την Κύπρο την οποία κι ενέταξε στο βασίλειό του που είχε έδρα την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Επειδή μερικοί Κύπριοι βασιλιάδες δεν απεδέχθησαν την υπόταξη του νησιού στον Πτολεμαίο, κι επειδή έγινε γνωστό πως εξακολουθούσαν να βρίσκονται σε επαφή με τον Αντίγονο, ο Πτολεμαίος πήρε δραστικά μέτρα που άλλαξαν ριζικά τα πολιτικά πράγματα του νησιού: Έναν τουλάχιστον Κύπριο βασιλιά, τον Πουμιάθονα του Κιτίου, τον σκότωσε. Τιμωρήθηκε επίσης ο Πράξιππος της Λαπήθου, ενώ η πόλη του Μαρίου καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Τελικά, το 312 π.Χ., ο Πτολεμαίος κατάργησε όλα τα κυπριακά βασίλεια πλην εκείνου των Σόλων που επέζησε για λίγα ακόμη χρόνια.

 

Με την κατάργηση του θεσμού των πολλών μικρών βασιλείων, άρχισε μια νέα περίοδος κατά την οποία οι κυπριακές πόλεις απέκτησαν δημοκρατικά πολιτεύματα και σχετική αυτονομία, με την εισαγωγή των θεσμών της Βουλής και του Δήμου, ολόκληρο δε το νησί βρισκόταν υπό τη διοίκηση ενός στρατηγού (κυβερνήτη). Άρχισε έτσι να δημιουργείται μια νέα συνείδηση στον λαό για μια ενιαία κι ενωμένη Κύπρο κι όχι πλέον για μια χώρα διαχωρισμένη σε πολλά μικρά κράτη. Τη νέα αυτή συνείδηση εξέφραζε και το Κοινόν Κυπρίων, σώμα που ιδρύθηκε επί Πτολεμαίων και διατηρήθηκε και επί Ρωμαίων. Ουσιαστικά επρόκειτο για ένα είδος συνομοσπονδίας όλων των κυπριακών πόλεων, όμως πάντοτε στο πλαίσιο του πτολεμαϊκού βασιλείου με πρωτεύουσα την Αλεξάνδρεια. Τα σώματα της Βουλής και του Δήμου ασκούσαν αποτελεσματικό έλεγχο στις πόλεις τους. Σύντομα ολόκληρη η Κύπρος άρχισε να βαδίζει προς περαιτέρω οικονομική, πολιτιστική και γενικότερη ανάπτυξη. Επί Πτολεμαίων ιδρύθηκαν σε όλες τις πόλεις λαμπρά δημόσια οικοδομήματα όπως γυμνάσια, θέατρα, ναοί, αγορές και άλλα, ενώ γνώρισαν πρωτοφανή ανάπτυξη και τα γράμματα, οι τέχνες, ο αθλητισμός, η βιοτεχνία. Ελληνικές θεότητες λατρεύονταν τώρα ιδιαίτερα στο νησί, ειδικότερα δε τα σχετικά με τη λατρεία της Αφροδίτης στην Παλαίπαφο απετέλεσαν ευθύνη του Κοινού των κυπριακών πόλεων. Οι πόλεις, εκτός από βουλευτήρια και άλλα δημόσια οικοδομήματα, απέκτησαν και βιβλιοθήκες. Από τις κυπριακές πόλεις, ιδιαίτερα αναπτύχθηκε τώρα η Νέα Πάφος (που βρισκόταν στη μικρή χερσόνησο όπου σήμερα βρίσκεται το λιμανάκι της πόλης) και που λίγο πιο πριν, περί το τέλος του θεσμού των βασιλείων, είχε αντικαταστήσει την Παλαίπαφο (που βρισκόταν εκεί όπου το σημερινό χωριό Κούκλια), ως νέα έδρα του βασιλείου της Πάφου. Η Νέα Πάφος, ως ευρισκόμενη πλησιέστερα προς την Αίγυπτο των Πτολεμαίων, κατέστη τώρα μητρόπολις, δηλαδή πρωτεύουσα του νησιού κι έδρα της διοίκησης. Η Παλαίπαφος διατήρησε για λίγο ακόμη την αίγλη της ως χώρος λατρείας της Αφροδίτης, για να την χάσει όμως οριστικά μερικούς αιώνες αργότερα, με τον θρίαμβο του Χριστιανισμού.

 

Η Κύπρος παρέμεινε υπό πτολεμαϊκή διοίκηση από την αρχή της δυναστείας των Πτολεμαίων της Αιγύπτου, δηλαδή από τα τέλη του 4ου π.Χ. αιώνα, μέχρι και το τέλος της δυναστείας που επισφραγίστηκε με την τραγική αυτοκτονία της Κλεοπάτρας της Ωραίας, το 30 π.Χ. (αν και η ρωμαϊκή κυριαρχία επί της Κύπρου αρχίζει λίγο πιο πριν). Η κατοχή του νησιού από τους Πτολεμαίους κράτησε, δηλαδή, σχεδόν τρεις αιώνες. Κατά το διάστημα αυτό το νησί ευημερούσε κυρίως εξαιτίας του εμπορίου (το λιμάνι της Αμαθούντος ανήκει στην περίοδο αυτή) και των τεχνών όπως η ναυπηγική. Στο νησί στάθμευαν αξιωματούχοι του πτολεμαϊκού κράτους αλλά και ισχυρές πεζικές και ναυτικές στρατιωτικές δυνάμεις που περιελάμβαναν και αρκετούς ξένους μισθοφόρους. Η ευημερία ήταν, ακόμη, αποτέλεσμα του δημοκρατικότερου πολιτεύματος και της σχετικής ειρήνης που επικρατούσε, αν και συχνά η Κύπρος βρέθηκε μπλεγμένη στις διαμάχες μεταξύ των ιδίων των Πτολεμαίων (βλέπε λεπτομερέστερα στο λήμμα Πτολεμαίοι και Κύπρος).

 

Ακολουθώντας το παράδειγμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι Πτολεμαίοι έκτισαν νέες πόλεις. Στην Κύπρο το Μάριον (σημερινή Πόλη Χρυσοχούς) που είχε καταστραφεί ολοκληρωτικά από τον πρώτο Πτολεμαίο το 312 π.Χ., ξανακτίστηκε με την ονομασία Αρσινόη. Την ονομασία αυτή, προς τιμήν της Αρσινόης, βασίλισσας της Αιγύπτου, πήραν και δυο άλλες πόλεις που κτίστηκαν, και που βρίσκονταν η μια κοντά στην Πάφο και η δεύτερη κοντά στην Αμμόχωστο. Τόσο η Αρσινόη όσο και άλλοι Πτολεμαίοι, θεοποιήθηκαν και λατρεύθηκαν στην Κύπρο όπου κτίστηκαν και ναοί προς τιμήν τους.

 

Την Ελληνιστική περίοδο (325-50 π.Χ.), ακολούθησε η Ρωμαϊκή περίοδος (50 π.Χ.-330 μ.Χ.). Οι Ρωμαίοι κατέλαβαν αναίμακτα και χωρίς στρατιωτικές δυνάμεις μάλιστα, την Κύπρο το 58 π.Χ. Είχαν αναθέσει την επιτυχή αυτή αποστολή στον Μάρκο Πόρκιο Κάτωνα. Ως δικαιολογία για την κατάληψη του νησιού προβλήθηκε το ότι η Κύπρος υπέθαλπε και υποβοηθούσε την πειρατεία. Ο ηγεμόνας της Κύπρου τότε, που ήταν ένας ακόμη Πτολεμαίος, δεν πρόβαλε καμιά απολύτως αντίσταση κατά των Ρωμαίων απεσταλμένων. Όταν δε του πρότειναν να διατηρήσει, από τούδε και στο εξής, το αξίωμα του αρχιερέα — μαζί με τα ωφελήματα που συνεπαγόταν — προτίμησε ν' αυτοκτονήσει.

 

Όταν όμως, λίγα χρόνια αργότερα, ο Ιούλιος Καίσαρ βρέθηκε στην Αίγυπτο, σαγηνεύθηκε από τη γοητεία της τελευταίας των Πτολεμαίων, της περίφημης Κλεοπάτρας, προς την οποία και χάρισε την Κύπρο. Όμως έτσι κι αλλιώς η παλαιά αίγλη των Πτολεμαίων είχε πλέον σβήσει όσο κι αν προσπάθησε η Κλεοπάτρα να την επαναφέρει. Το πτολεμαϊκό βασίλειο της Αιγύπτου βρισκόταν πλέον σε παρακμή, ύστερα από τις μακροχρόνιες και συνεχείς φιλονικίες των Πτολεμαίων, τις αδιάκοπες κατ' αλλήλων ραδιουργίες και συνωμοσίες, τα εγκλήματα και την ηθική τους πτώση. Στην πραγματικότητα και η ίδια η Αίγυπτος βρισκόταν ήδη υπό την κηδεμονία των Ρωμαίων.

 

Την προσφορά της Κύπρου προς την Κλεοπάτρα την Ωραία και προς τα παιδιά της είχε επαναλάβει, μετά τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρος, ο Μάρκος Αντώνιος. Ο τελευταίος, αιχμάλωτος της γοητείας της Κλεοπάτρας, κατηγορήθηκε στη Ρώμη ότι φιλοδοξούσε να ιδρύσει δική του αυτοκρατορία στην Ανατολή, κι ότι ενεργούσε ενάντια στα ρωμαϊκά συμφέροντα. Η σύγκρουσή του με τη Ρώμη έγινε το 31 π.Χ. στο Άκτιον, όπου ο Οκταβιανός τον νίκησε σε ναυμαχία. Ο Μάρκος Αντώνιος διέφυγε, αλλά η ήττα του ήταν πλέον οριστική. Κι ο ίδιος και η Κλεοπάτρα αυτοκτόνησαν το 30 π.Χ. Με τον θάνατο της Κλεοπάτρας τερματίστηκε και η δυναστεία των Πτολεμαίων βασιλιάδων της Αιγύπτου. Η Κύπρος ήταν οριστικά, πλέον, ρωμαϊκή επαρχία.

 

Οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την Κύπρο ενδιαφερόμενοι βασικά για τις πλουτοπαραγωγικές της πηγές και τα προϊόντα της. Ήταν εύφορη όσο κανένα άλλο νησί, όπως σημειώνει και ο Στράβων που ζούσε αυτήν ακριβώς την εποχή, παρήγε κρασί, λάδι, ήταν αυτάρκης σε σιτηρά, τα δε μεταλλεία του χαλκού εξακολουθούσαν να είναι αρκετά πλούσια. Έτσι, παρά το ότι οι Κύπριοι υποδέχθηκαν ευνοϊκά τον Κάτωνα (γιατί προτίμησαν να γίνουν φίλοι των Ρωμαίων αντί δούλοι τους, όπως γράφει ο Δίων Κάσσιος), ωστόσο στη συνέχεια η ρωμαϊκή διοίκηση απεδείχθη αρκετά σκληρή, η δε εκ μέρους των Ρωμαίων εκμετάλλευση του νησιού υπήρξε άγρια. Πρωτεύουσα εξακολούθησε να είναι η Πάφος, που υπήρξε και η έδρα των Ρωμαίων ανθυπάτων. Το νησί εδιοικείτο από ανθυπάτους (κυβερνήτες) που διορίζονταν από τη Ρώμη για σύντομη μόνο υπηρεσία ο καθένας, βοηθούμενοι από διάφορους άλλους αξιωματούχους. Η μη προνομιακή μεταχείριση της Κύπρου από τη Ρώμη οφειλόταν και στο ότι οι Ρωμαίοι θεώρησαν το νησί όχι σύμμαχο χώρα αλλά χώρα που είχε κατακτηθεί. Ωστόσο το Κοινόν Κυπρίων εξακολουθούσε να υφίσταται και να παραμένει αρκετά ισχυρό. Η συμβολή του ήταν σημαντική για την επιτέλεση διαφόρων έργων, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν κι ένα επαρκές οδικό δίκτυο. Η λατρεία των ελληνικών θεοτήτων εξακολουθούσε να ακμάζει, ιδιαίτερα δε της Αφροδίτης. Η κολακεία όμως, την οποία οι Κύπριοι επέδειξαν προς τους Πτολεμαίους τους οποίους κι ανακήρυσσαν ως θεούς, επαναλήφθηκε και για μερικούς Ρωμαίους αυτοκράτορες. Λαμπρά οικοδομήματα είχαν ανεγερθεί, όπως οι ρωμαϊκές επαύλεις που αποκαλύπτονται από τις ανασκαφές στην Πάφο. Επίσης, σε χρήση βρισκόταν η ελληνική γλώσσα, που απαντάται και στις πάμπολλες επιγραφές, και στις παραστάσεις των θαυμάσιων ψηφιδωτών δαπέδων που κοσμούσαν τις ρωμαϊκές επαύλεις (είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι και η θεματογραφία των ψηφιδωτών είναι παρμένη βασικά από την ελληνική μυθολογία), ακόμη και στα νομίσματα.

 

Το συγκλονιστικότερο γεγονός που συνέβη κατά την περίοδο της κατοχής της Κύπρου από τους Ρωμαίους, εκείνο που έμελλε να έχει βαθύτατη επίδραση σ' όλες τις εκφάνσεις της ζωής στο νησί και που έμελλε να διαφοροποιήσει ριζικά, για μια ακόμη φορά, τον χαρακτήρα του, ήταν η διάδοση του Χριστιανισμού. Το μήνυμα της νέας θρησκείας που είχε εισαχθεί ήδη από νωρίς στο νησί, όπου στις διάφορες πόλεις (Πάφο, Κούριον, Κίτιον, Σαλαμίνα κ.α.) υφίσταντο ισχυρές παροικίες Εβραίων. Το 45 μ.Χ. ο απόστολος των Εθνών, ο Παύλος, συνοδευόμενος από τον κυπριακής καταγωγής απόστολο Βαρνάβα και τον ευαγγελιστή Μάρκο, ήλθαν στην Κύπρο την οποία και περιόδευσαν ολόκληρη, ακολουθώντας πιθανότατα το ρωμαϊκό οδικό δίκτυο. Η περιοδεία τους στην Κύπρο δεν ήταν χωρίς προβλήματα. Κατόρθωσαν όμως να θέσουν τις ισχυρές βάσεις της νέας θρησκείας διδάσκοντας, βαπτίζοντας πιστούς και ιδρύοντας τις πρώτες επισκοπές. Στην Πάφο μάλιστα, πρωτεύουσα της Κύπρου, παρά το ότι ο Παύλος εισέπραξε και 39 ραβδισμούς σύμφωνα προς την παράδοση, οι απόστολοι είχαν τη μεγαλύτερη επιτυχία τους: ο τότε Ρωμαίος κυβερνήτης του νησιού, ο ανθύπατος Σέργιος Παύλος, ασπάσθηκε τον Χριστιανισμό κι έτσι η Κύπρος έγινε η πρώτη χώρα στον κόσμο που κυβερνήθηκε από Χριστιανό.

 

Τέσσερα χρόνια αργότερα πραγματοποιήθηκε μια νέα περιοδεία στην Κύπρο, των Βαρνάβα και Μάρκου. Η περιοδεία τερματίστηκε στη Σαλαμίνα, όπου ο Βαρνάβας βρήκε μαρτυρικό θάνατο από τους Εβραίους της πόλης αυτής. Το έργο όμως που είχε επιτελεστεί ήταν σημαντικό. Ο Βαρνάβας θεωρείται ο ιδρυτής της Κυπριακής Εκκλησίας, που είναι αυτοκέφαλη ακριβώς επειδή είναι ιδρυμένη από απόστολο.

 

Η κοινωνική ζωή στις κυπριακές πόλεις κυλούσε ομαλά. Οι πόλεις ήταν κοσμημένες με θέατρα, ωδεία, στάδια, αγορές, γυμνάσια, ναούς και άλλα λαμπρά οικοδομήματα. Στην κυπριακή ύπαιθρο τα πράγματα ήσαν χειρότερα και οι κάτοικοι είτε ταλαιπωρούνταν στα μεταλλεία, είτε ιδρωκοπούσαν στα χωράφια. Η Πάφος, παρά τη μεγάλη της αίγλη, σαν πρωτεύουσα, δεν επεσκίασε εντελώς την αντίπαλό της Σαλαμίνα που, σε μερικούς τουλάχιστον τομείς (όπως ο πολιτιστικός) φαίνεται ότι εξακολουθούσε να έχει τα πρωτεία, τούτο δε αποδεικνύεται και από τα σημαντικά δημόσια οικοδομήματά της που έχουν αποκαλυφθεί, όπως το θέατρό της (χωρητικότητας 15.000 περίπου θεατών) και το γυμνάσιό της, που και τα δυο είναι από τα μεγαλύτερα της Ανατολικής Μεσογείου. Ωστόσο το 77/78 μ.Χ. τόσο η Σαλαμίς όσο και η Πάφος και άλλα μέρη του νησιού επλήγησαν από καταστρεπτικούς σεισμούς. Η Πάφος ανοικοδομήθηκε και με βοήθεια του αυτοκράτορα Βεσπασιανού και του γιου του Τίτου. Ανοικοδομήθηκε επίσης η Σαλαμίς με αυτοκρατορική βοήθεια (των αυτοκρατόρων Τραϊανού και Αδριανού) και κοσμήθηκε λαμπρά. Ο ναός του Διός στη Σαλαμίνα εξακολούθησε να διατηρεί την αίγλη του. Η πόλη όμως αυτή επλήγη και πάλι σοβαρά το 116 μ.Χ. εξαιτίας της εξέγερσης των Εβραίων που ζούσαν σ' αυτήν. Η εξέγερση ήταν παράλληλη με εβραϊκές εξεγέρσεις σε άλλα μέρη εκτός Κύπρου. Η Σαλαμίς υπέστη τρομερές καταστροφές. Αναφέρεται μάλιστα σε μια πηγή ότι οι νεκροί από τις ταραχές ανέρχονταν στον εφιαλτικό αριθμό των 240.000 (βλέπε λήμμα Εβραίοι και Κύπρος). Οι ταραχές και οι καταστροφές πιθανότατα είχαν επεκταθεί και πέραν της Σαλαμίνος, αφού ισχυρές παροικίες Εβραίων ζούσαν και στις λοιπές πόλεις. Αποτέλεσμα της συμφοράς ήταν η έκδοση διατάγματος που απαγόρευε πλέον την παρουσία Εβραίων στην Κύπρο, οποιοσδήποτε δε Εβραίος έφθανε στο νησί, έστω και ναυαγός, καταδικαζόταν σε θάνατο. Το διάταγμα όμως αυτό ανεκλήθη αργότερα. Η Σαλαμίς, που υπέστη τις πλέον εκτεταμένες καταστροφές, ανοικοδομήθηκε με τη βοήθεια του αυτοκράτορα Αδριανού. Μεταξύ των άλλων κυπριακών πόλεων, σημαντικότερες εξακολουθούσαν να είναι το Κίτιον, η Αμαθούς, το Κούριον, οι Σόλοι και η Λάπηθος, δηλαδή οι παραλιακές πόλεις του νησιού.

 

Παρά το ότι σημειώθηκαν και στην Κύπρο σκληροί διωγμοί Χριστιανών, αρκετοί από τους οποίους μαρτύρησαν, εντούτοις η Εκκλησία της Κύπρου είχε πλέον στελεχωθεί με επισκοπές που έδρευαν σε όλες τις πόλεις, και το 325 μ.Χ. εκπροσωπήθηκε με δικούς της ιεράρχες στη Σύνοδο της Νίκαιας.

 

Ήδη η καινούργια θρησκεία προχωρεί πλέον προς τον θρίαμβο, που δεν αργεί. Το διάταγμα του Μεδιολάνου (Μιλάνου) περί ανεξιθρησκίας το 313 μ.Χ. απετέλεσε τη μεγάλη νίκη του Χριστιανισμού. Ταυτόχρονα, ο διαχωρισμός το 330 μ.Χ. της αχανούς Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε Ανατολική (με έδρα την Κωνσταντινούπολη) και σε Δυτική (με έδρα τη Ρώμη), ήταν σημαντικό γεγονός που απέβη υπέρ του τελικού θριάμβου του Χριστιανισμού, που οριοθετεί και το τέλος της Αρχαιότητας.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image