Κύπρος Ιστορία

Βυζαντινή εποχή

Image

Με τον διαχωρισμό της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, η Κύπρος εντάχθηκε στο Ανατολικό Ρωμαϊκό κράτος, δηλαδή σ' εκείνο που θα εξελισσόταν στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Για μια ακόμη φορά η μετάβαση ήταν αναίμακτη.

 

Δυστυχώς την έναρξη της Βυζαντινής περιόδου της κυπριακής Ιστορίας σηματοδοτούν μεγάλες καταστροφές. Δυο νέοι τρομεροί σεισμοί έπληξαν την Κύπρο το 332 και το 342 μ.Χ., προκαλώντας και πάλι τον όλεθρο στη Σαλαμίνα αλλά και (σε λιγότερο βαθμό) καταστροφές στο Κούριον, στους Σόλους, στην Πάφο και σε άλλα μέρη του νησιού. Η Σαλαμίς, η πλησιέστερη τώρα σημαντική πόλη προς τη Μικρά Ασία και τα ηπειρωτικά εδάφη της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, δέχθηκε και πάλι οικονομική βοήθεια για να αντιμετωπίσει τις σεισμικές καταστροφές. Χορηγός αυτή τη φορά ήταν ο αυτοκράτορας Κωνστάντιος ο οποίος χάρισε για τέσσερα χρόνια και τους φόρους στους πληγέντες κατοίκους της πόλης. Η ανοικοδόμηση έγινε στην ίδια περίπου περιοχή. Η νέα πόλη που κτίστηκε ήταν μικρότερη και, προς τιμήν του αυτοκράτορα, ονομάστηκε Κωνσταντία. Η πόλη αυτή έμελλε να γνωρίσει, ωστόσο, ακμή και να λαμπρυνθεί με προσωπικότητες όπως ο επίσκοπος Επιφάνιος ο Μέγας, αλλά η περαιτέρω ανάπτυξή της επρόκειτο να τερματιστεί βίαια τρεις περίπου αιώνες αργότερα, από τις αραβικές επιδρομές.

 

Οι τρομεροί σεισμοί του 332 και του 342 μ.Χ. είχαν σοβαρές αρνητικές επιπτώσεις και πάνω στις λοιπές πόλεις που είχαν πληγεί, οι οποίες ωστόσο ανοικοδομήθηκαν μέχρι σ' ένα μεγάλο βαθμό, κι η ζωή συνεχίστηκε. Μεταξύ των κτιρίων που κατέστρεψαν οι σεισμοί, ήταν και πολλοί από τους ναούς των ειδωλολατρών. Οι πιστοί όμως των αρχαίων ελληνικών και άλλων θεοτήτων δεν ήταν πλέον ούτε πολυάριθμοι, ούτε και τόσο ισχυροί ώστε να δοκιμάσουν αναβίωση των παλαιών θρησκειών και ανοικοδόμηση των ειδωλολατρικών ιερών τους. Έτσι η εγκατάλειψη των ειδωλολατρικών θεοτήτων επιταχύνθηκε και μόνο μερικά μικρά ιερά σε αγροτικές βασικά περιοχές (όπως το ιερό του Διός στη Φασούλα της Λεμεσού) επιβίωσαν για λίγα ακόμη χρόνια. Ήδη ο Χριστιανισμός είχε πλέον θριαμβεύσει, οι πιστοί της καινούργιας θρησκείας είχαν βγει από τις κατακόμβες, κι ό,τι άρχισε πλέον να οικοδομείται ήταν οι χριστιανικές βασιλικές.

 

Λεπτομερέστερη αναφορά στη Βυζαντινή περίοδο της κυπριακής Ιστορίας βρίσκει ο αναγνώστης στο λήμμα Βυζάντιο και Κύπρος. Βλέπε επίσης διάφορα εξειδικευμένα λήμματα, όπως βυζαντινά νομίσματα, βυζαντινή τέχνη, Εκκλησία Κύπρου, εικονογραφία βυζαντινή, εικονολατρία και εικονομαχία, ειδικό κεφάλαιο του λήμματος αρχιτεκτονική, καθώς και λήμματα για τις πολιτικές, εκκλησιαστικές, στρατιωτικές και άλλες προσωπικότητες της περιόδου. Επειδή τα λήμματα που πραγματεύονται την πορεία της Κύπρου για τη Βυζαντινή περίοδο είναι πολλά όσο και λεπτομερή στη Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια, γι’ αυτό και στο παρόν κεφάλαιο περιοριζόμαστε στο ν' απαριθμήσουμε απλώς τα κυριότερα γεγονότα.

 

Με τις εκτεταμένες καταστροφές από τους σεισμούς του 332 και του 342, συσχετίστηκαν πιθανότατα αργότερα και από την εκκλησιαστική παράδοση οι δυο επισκέψεις στην Κύπρο της αγίας Ελένης, της μητέρας του Μεγάλου Κωνσταντίνου, κατά τη διάρκεια της θρησκευτικής αποστολής της στους Αγίους Τόπους το 326 και 327 μ.Χ. Η αγία Ελένη, που αναφέρεται ότι είχε βρει την Κύπρο σε δυστυχία εξαιτίας θεομηνιών (στην παράδοση γίνεται λόγος για μακρόχρονη ανομβρία που όμως δεν μαρτυρείται στις πηγές), προσπάθησε να βοηθήσει το νησί στο οποίο ίδρυσε εκκλησίες και μοναστήρια και κατέλιπε τεμάχια από το τίμιο ξύλο του σταυρού στον οποίο είχε μαρτυρήσει ο Χριστός. Η αγία Ελένη τιμάται ακόμη ιδιαίτερα στην Κύπρο, όπου η σχετιζόμενη με την επίσκεψή της παράδοση εξακολουθεί να είναι έντονη. Η θρυλούμενη, πάντως, ερήμωση της Κύπρου (που πρώτος κατάγραφει τον 15ο αιώνα ο χρονικογράφος Λεόντιος Μαχαιράς), ερήμωση λόγω μακροχρόνιας ανομβρίας και η εποίκιση του νησιού με νέους κατοίκους από την αγία Ελένη, αποτελούν θρύλο που ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Αντίθετα, το 326-327, η αγία Ελένη θα πρέπει να είχε βρει το νησί σε κατάσταση ακμής, αφού δύο μόνο χρόνια νωρίτερα το 324 ήταν σε θέση να προσφέρει ναυτική-στρατιωτική βοήθεια από 30 καράβια στο Λικίνιο, κατά τη σύγκρουσή του προς τον Μέγα Κωνσταντίνο. Το δε 325 είναι γνωστό ότι εκπροσωπήθηκε (από τον άγιο Σπυρίδωνα και άλλους ιεράρχες) στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο. Ακόμα και η αρχαιολογική έρευνα δείχνει ότι η τότε η Κύπρος όχι μόνο δεν είχε ερημωθεί, αλλά αντίθετα ευημερούσε.   

 

Οι χρονογράφοι αναφέρουν κατάσταση πείνας στην Κύπρο, που θα πρέπει να σχετιζόταν με την τραγική εικόνα που δημιουργήθηκε από τους σεισμούς. Άλλος σεισμός συνέβη γύρω στο 370 μ.Χ., που αυτή τη φορά έπληξε σοβαρότερα το νοτιοδυτικό τμήμα του νησιού και τις πόλεις Κούριον και Πάφο. Με αποστολή να εργαστεί για την ανοικοδόμηση και ανασυγκρότηση της Κύπρου, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μέγας έστειλε στην Κύπρο τον δούκα Καλόκαιρο. Σύντομα όμως ο τελευταίος θεώρησε ότι του είχε δοθεί η ευκαιρία για προσωπική ικανοποίηση των φιλοδοξιών του, και δοκίμασε να αφαιρέσει, για λογαριασμό του, την Κύπρο από την αυτοκρατορία, γεγονός που θα το επαναλάμβαναν και άλλοι φιλόδοξοι αξιωματούχοι αργότερα. Ο αυτοκράτορας, αντιδρώντας αμέσως, απέστειλε κατά του κινηματία στρατιωτική δύναμη με αρχηγό τον συγγενή του, καίσαρα Δαλμάτιο. Το κίνημα κατεστάλη εύκολα, κι ο Καλόκαιρος αρχικά κατόρθωσε να διαφύγει. Συνελήφθη όμως από τον Δαλμάτιο κι εκτελέστηκε στην Ταρσό της Κιλικίας.

 

Στο μεταξύ η Κυπριακή Εκκλησία άρχισε αφενός να γνωρίζει μέρες ακμής και να λαμπρύνεται από ιεράρχες όπως ο Επιφάνιος Κωνσταντίας και ο άγιος  Σπυρίδων, αφετέρου όμως γνώρισε μέρες κρίσεως επειδή είχαν επεκταθεί ήδη μέχρι το νησί οι πρώτες σοβαρές αιρέσεις κι επειδή ετίθετο υπό αμφισβήτηση η ανεξαρτησία της. Πράγματι, ιδίως το πατριαρχείο Αντιοχείας ζητούσε να θέσει την Εκκλησία της Κύπρου υπό τη δικαιοδοσία του, με τη δικαιολογία ότι το νησί είχε δεχθεί τον Χριστιανισμό μέσω Αντιοχείας. Η Κυπριακή Εκκλησία, που εκπροσωπήθηκε πλήρως εκτός από την πρώτη Οικουμενική Σύνοδο του 325 μ.Χ. και στις επόμενες Συνόδους (της Σαρδικής το 343 μ.Χ., της Κωνσταντινουπόλεως το 381 μ.Χ. και της Εφέσου το 431 μ.Χ.), αγωνιζόταν να διατηρήσει το αυτοκέφαλό της, υπερασπιζόμενη την ανεξαρτησία της και προβάλλοντας ως επαρκή δικαιολογία το γεγονός ότι ήταν Εκκλησία ιδρυμένη απ' ευθείας από απόστολο, τον Βαρνάβα. Παρά το ότι το αυτοκέφαλό της αναγνωρίστηκε επίσημα στην τρίτη Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου, το 431 μ.Χ., εν τούτοις η απειλή εξακολουθούσε να υπάρχει μέχρι που ένα «θαύμα» ήλθε για να θέσει οριστικά τέρμα στις ξένες διεκδικήσεις. Το «θαύμα», που συνέβη στην πλέον κατάλληλη στιγμή, ήταν η ανεύρεση (ύστερα από όραμα) από τον αρχιεπίσκοπο Ανθέμιο του λειψάνου του αποστόλου Βαρνάβα, μαζί με το κατά Μάρκον (ή κατά Ματθαίον) άγιο ευαγγέλιο. Ο αυτοκράτορας Ζήνων, όταν είδε τις αποδείξεις αυτές που είχαν μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη, αναγνώρισε απερίφραστα την αποστολικότητα της Κυπριακής Εκκλησίας, κατ' ακολουθίαν δε και το αυτοκέφαλό της, το 488 μ.Χ. Ταυτόχρονα παραχώρησε στον τότε αρχιεπίσκοπο Κύπρου Ανθέμιο, και σ' όλους τους μετέπειτα Κυπρίους Ορθόδοξους αρχιεπισκόπους, τα τρία γνωστά προνόμιά τους που διατηρούνται ως σήμερα: α) να φέρουν αυτοκρατορικό μανδύα, β) να φέρουν αυτοκρατορικό σκήπτρο και γ) να υπογράφουν όπως κι οι αυτοκράτορες, με κόκκινο μελάνι.

 

Η Εκκλησία της Κύπρου ήταν διαιρεμένη σε 14 ή και 15 επισκοπές. Η Κωνσταντία είχε καταστεί πρωτεύουσα του νησιού και έδρα του πρώτου εκ των επισκόπων του νησιού, δηλαδή του αρχιεπισκόπου. Η Κωνσταντία ήταν η πόλη που επρόκειτο να δεχθεί τη μεγαλύτερη καταστροφή ήδη από την πρώτη αραβική επιδρομή, των μέσων του 7ου μ.Χ. αιώνα.

 

Οι επιδρομές των Αράβων κράτησαν για τρεις περίπου αιώνες (από το 647 μέχρι το 963/4 μ.Χ.) που απετέλεσαν περίοδο σκληρότατης δοκιμασίας για ολόκληρο τον λαό του νησιού (βλέπε λήμμα Αράβων επιδρομές). Οι επιδρομές άρχισαν όταν τον 7ο αιώνα επεκράτησε στη Μέση Ανατολή ο Ισλαμισμός και δημιουργήθηκε η φιλοδοξία για αραβική κυριαρχία στη θάλασσα, κατά την έξοδο των Αράβων στην Ανατολική Μεσόγειο, η Κύπρος απετέλεσε τον πρώτο στόχο. Η αναπόφευκτη αντιπαράθεση των Αράβων προς τους Βυζαντινούς που ακολούθησε, είχε ως αποτέλεσμα την εμπλοκή και πάλι της Κύπρου, που δέχθηκε μια νέα σειρά επιδρομών. Οι πιο σοβαρές επιδρομές, εκτός από την πρώτη του 647 μ.Χ., έγιναν το 653/4, οπότε επλήγη και πάλι ιδιαίτερα η Κωνσταντία, το 743, το 747, το 773, το 790 και το 806.

 

Οι επιδρομές έπληξαν όλα τα παραλιακά μέρη της Κύπρου, σημαντικές δε πόλεις, όπως το Κούριον, η Νέα Πάφος, η Κωνσταντία κ.α., καταστράφηκαν. Οι περισσότερες παραλιακές πόλεις του νησιού, καθώς και οι περισσότεροι από τους λοιπούς παραλιακούς συνοικισμούς εγκαταλείφθηκαν και οι κάτοικοί τους μετακινήθηκαν προς τα ενδότερα, για περισσότερη προστασία και ασφάλεια. Οι επιδρομές κατέστρεψαν και πολλούς λαμπρούς ναούς (βασιλικές) σε διάφορα παραθαλάσσια μέρη του νησιού, από την Καρπασία μέχρι την Πάφο, όπως εξάλλου αποδεικνύεται από τα κατάλοιπα όσων έχουν μέχρι σήμερα ανασκαφεί και ερευνηθεί. Μερικές από τις βασιλικές ανοικοδομήθηκαν, για να καταστραφούν και πάλι. Σημαντικές δε χριστιανικές εστίες, όπως για παράδειγμα η Λάμπουσα, ερημώθηκαν κι εγκαταλείφθηκαν οριστικά.

 

Το 692 μ.Χ., ύστερα από απόφαση του αυτοκράτορα Ιουστινιανού Β' που φαίνεται ότι σχετιζόταν με ευρύτερες πολιτικοστρατιωτικές ανακατατάξεις στην αυτοκρατορία αλλά που δεν ήταν επιτυχής, σημαντικό μέρος του χριστιανικού πληθυσμού της Κύπρου με επικεφαλής τον τότε αρχιεπίσκοπο Ιωάννη, εγκατέλειψε το νησί. Ο πληθυσμός αυτός μεταφέρθηκε για εγκατάσταση στον Ελλήσποντο, όπου ιδρύθηκε μια πόλη που ονομάστηκε Ιουστινιανή (ή Ιουστινιανούπολις), από το όνομα του αυτοκράτορα. Η μετοικεσία αυτή δεν πέτυχε και λίγα χρόνια αργότερα, το 698 μ.Χ., οι μέτοικοι (δηλαδή όσοι απ' αυτούς επέζησαν από τη μεγάλη ταλαιπωρία) επέστρεψαν στην Κύπρο. Σ' ανάμνηση του γεγονότος αυτού, μέχρι σήμερα οι αρχιεπίσκοποι της Κύπρου φέρουν και τον τίτλο του αρχιεπισκόπου Νέας Ιουστινιανής στη φήμη τους.

 

Οι Άραβες δεν επεδίωξαν (ή και δεν ήσαν σε θέση να επιδιώξουν) μια μόνιμη επικυριαρχία στην Κύπρο και κατάληψη του νησιού. Αρκούντο μόνο σε μεγάλες ή μικρότερες στρατιωτικές επιχειρήσεις με τη μορφή των επιδρομών, που κατέληγαν σε εκτεταμένες λεηλασίες. Αμέσως μετά αναχωρούσαν, συναποκομίζοντας διάφορους θησαυρούς καθώς και πολλούς αιχμαλώτους που πωλούνταν ως σκλάβοι στην Ανατολή. Άφηναν δε πίσω τους ερείπια και στάχτες, την καταστροφή, τον θάνατο και την ερήμωση. Έτσι, το νησί οδηγήθηκε σε τέτοια κατάσταση παρακμής, ώστε κατά καιρούς χρησιμοποιήθηκε από τους Βυζαντινούς ως τόπος εξορίας ανθρώπων που έπεφταν σε δυσμένεια ή ήσαν ηττημένοι πολιτικοί ή και θρησκευτικοί αντίπαλοι. Επειδή όμως, κατά την ίδια περίοδο των αραβικών επιδρομών, είχε ξεσπάσει και η μεγάλη έριδα περί την λατρεία των εκκλησιαστικών εικόνων στην αυτοκρατορία, η Κύπρος απετέλεσε και καταφύγιο πολλών εικονολατρών, ή και καταφύγιο ανθρώπων από γειτονικές χώρες οι οποίοι επίσης υπέφεραν από την αραβική επέκταση και κυριαρχία.

 

Κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών, οι Βυζαντινοί κατέβαλαν προσπάθειες για καλύτερη άμυνα της Κύπρου, στο πλαίσιο των οποίων κτίστηκαν διάφορα κάστρα (όπως το φρούριο «Σαράντα Κολώνες» στην Κάτω Πάφο). Στην Πάφο αναφέρεται ότι είχαν εγκατασταθεί, κατά τον 7ο αιώνα, περί τις 12.000 Άραβες στρατιώτες (που πιθανώτατα συνοδεύονταν και από τις οικογένειές τους), δεν παρέμειναν όμως για πολύ, και λίγο αργότερα απεσύρθησαν. Στο πλαίσιο, εξάλλου, προσπαθειών για επίτευξη ειρήνης μεταξύ Βυζαντινών και Αράβων, είχαν συναφθεί και συμφωνίες που προνοούσαν για ένα καθεστώς «αποστρατικοποιημένης ουδετερότητας» στην Κύπρο. Παρά το ότι δοκιμάστηκε η εφαρμογή ενός τέτοιου καθεστώτος, ωστόσο η σχετική με την Κύπρο συμφωνία δεν τηρήθηκε απόλυτα πιστά ούτε από τους Βυζαντινούς (που σε μερικές περιπτώσεις χρησιμοποίησαν και πάλι το νησί ως στρατιωτική βάση για επιχειρήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο), ούτε κι από τους Άραβες (που επανελάμβαναν τις κατά της Κύπρου επιδρομές τους).

 

Παρά τα δεινά εξαιτίας των επιδρομών, η Κυπριακή Εκκλησία εξακολούθησε να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην Ορθοδοξία και να εκπροσωπείται και στις διάφορες συνόδους, ιδίως δε στην έβδομη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (το 787 μ.Χ.) που ασχολήθηκε με το ζήτημα των εικόνων, και στην οποία ο Κύπριος (αρχι)επίσκοπος Κωνσταντίας Κωνσταντίνος διεδραμάτισε πρωτεύοντα ρόλο, εισηγούμενος την αποδοχή της αρχής (που έγινε τελικά αποδεκτή) ότι οι εικόνες πρέπει να αποτελούν αντικείμενα σεβασμού αλλ' όχι αντικείμενα λατρείας.

 

Η τελική απαλλαγή της Κύπρου από την αραβική απειλή ήλθε το 965, μετά τις επιτυχείς στρατιωτικές επιχειρήσεις του Βυζαντινού αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά κατά των Αράβων. Στην Κύπρο ο αυτοκράτορας απέστειλε τον στρατηγό Νικήτα Χαλκούτζη, ικανότατο στρατιωτικό ο οποίος λίγο πιο πριν (το 960) είχε ελευθερώσει από τους   Άραβες και την Κρήτη.   Έτσι, μετά την επιτυχή αποστολή του στρατηγού Χαλκούτζη, το 965 μ.Χ. η Κύπρος περιήλθε ξανά στην κατοχή των Βυζαντινών κι επανενώθηκε με την αυτοκρατορία.

 

Η Κύπρος εκυβερνάτο από ανώτερους Βυζαντινούς αξιωματούχους που συνήθως έφεραν τον τίτλο του δούκα (αν και μερικοί παλαιοί ιστορικοί και χρονογράφοι τους ονομάζουν όλους δούκες). Με την υπαγωγή όμως ξανά της Κύπρου στον Βυζαντινό κόσμο, και τη διακυβέρνηση του νησιού από Βυζαντινούς κυβερνήτες, επανήλθαν και οι προσωπικές φιλοδοξίες μερικών απ' αυτούς, που δοκίμασαν και πάλι να αποκόψουν το νησί από την αυτοκρατορία και να καταστούν οι ίδιοι ανεξάρτητοι ηγεμόνες του.    Έτσι το 1042 έγινε η πρώτη απόπειρα με πρωταγωνιστή τον διοικητή (κατεπάνω) της Κύπρου Θεόφιλο Ερωτικό. Το κίνημα αυτό κατεστάλη από τον τότε αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Θ' τον Μονομάχο που απέστειλε κατά του Θεόφιλου στρατιωτική δύναμη υπό τον Κωνσταντίνο Χαγέ. Ο τελευταίος συνέλαβε τον Θεόφιλο που τον μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη όπου τιμωρήθηκε, διαπομπευόμενος μεταξύ άλλων και στον ιππόδρομο με γυναικεία ενδυμασία.

 

Μισό περίπου αιώνα αργότερα, το 1092, έγινε νέα αποσχιστική απόπειρα με πρωταγωνιστή αυτή τη φορά τον τότε διοικητή του νησιού Ραψομάτη. Το κίνημα έγινε παράλληλα προς άλλο στην Κρήτη, υπό τον εκεί διοικητή Καρύκη, και με συνεννόηση και παράλληλες στρατιωτικές ενέργειες του εμίρη της Σμύρνης Τζαχά. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός απέστειλε κατά των τριών συνωμοτών στρατιωτική δύναμη υπό τον Ιωάννη Δούκα και τον στρατηγό Μανουήλ Βουτουμίτη. Και οι τρεις εξουδετερώθηκαν. Στην Κύπρο, ο Ραψομάτης συνελήφθη στο Σταυροβούνι.

 

Η παρουσία στην Κύπρο του στρατηγού Μανουήλ Βουτουμίτη, έξοχου στρατιωτικού νου, συνδέθηκε και με την ίδρυση του μοναστηριού του Κύκκου, που φαίνεται ως ενέργεια η οποία εντασσόταν στο ευρύτερο πολιτικο-στρατιωτικό δόγμα της αυτοκρατορίας τότε. Η ίδρυση του μοναστηριού αυτού, όπως και άλλων που ιδρύθηκαν στην Κύπρο και σε άλλα μέρη της αυτοκρατορίας επί εποχής των Κομνηνών (στην Κύπρο επί Κομνηνών ιδρύθηκαν και τα μοναστήρια του Μαχαιρά, της Χρυσορροϊάτισσας και του Αγίου Νεοφύτου), έγινε σε επίλεκτη θέση η οποία ήταν και παρατηρητήριο που εξυπηρετούσε και γενικότερα σχέδια άμυνας. Στο μεταξύ, ήσαν ήδη ιδρυμένα και τα τρία κάστρα της οροσειράς του Πενταδάκτυλου (Άγιος    Ιλαρίων, Βουφαβέντο, Καντάρα).

 

Ο κινηματίας Ραψομάτης φαίνεται ότι είχε εκμεταλλευθεί τη δυσαρέσκεια του κυπριακού πληθυσμού, εξαιτίας της κακοδιοίκησης, της φορολογίας και της εκμετάλλευσης, που είχαν οδηγήσει το νησί σε άθλια εσωτερική κατάσταση, όπως μαρτυρεί εξάλλου και ο διαπρεπής Κύπριος ιεράρχης του 12ου αιώνα Νικόλαος Μουζάλων (αρχιεπίσκοπος Κύπρου και μετέπειτα πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως). Μετά την καταστολή του κινήματος, ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός κατέβαλε προσπάθεια χρηστότερης και δικαιότερης διοίκησης του νησιού, διορίζοντας ικανούς και τίμιους διοικητικούς αξιωματούχους.

 

Επί εποχής των Κομνηνών εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο τόσο Αρμένιοι όσο και Μαρωνίτες, που κατοίκησαν σε χωριστούς οικισμούς οι οποίοι και ιδρύθηκαν σε διάφορα μέρη του νησιού. Απόγονοι τόσο των Αρμενίων όσο και των Μαρωνιτών (που ενισχύθηκαν και με νέους αποίκους αργότερα), εξακολουθούν να ζουν μέχρι σήμερα στην Κύπρο.

 

Η τρίτη αποσχιστική ενέργεια Βυζαντινού αξιωματούχου έγινε το 1185, κι αφού στο μεταξύ διάστημα η Κύπρος υπέφερε και από επιδρομές και λεηλασίες, κυρίως το 1156 οπότε το νησί λεηλατήθηκε άγρια από τον «ευγενή» τυχοδιώκτη Ρεϋνάλδο ντε Σιατιγιόν και τον βασιλιά της Αρμενίας Θορός Β'. Είχαν προηγηθεί επιδρομή του βενετικού στόλου (1122) και αναγνώριση εμπορικών προνομίων των Βενετών στην Κύπρο (1148), κι είχαν ακολουθήσει επιδρομή των Αιγυπτίων (1158) και επιδρομή του Ραϋμόνδου της Τριπόλεως (1161). Η αυτοκρατορία εμφανιζόταν πλέον αδύναμη να προστατεύσει αποτελεσματικά την Κύπρο, σε μια εποχή κατά την οποία οι σταυροφορίες των Δυτικών (που εξελίσσονταν σε ληστρικές επιχειρήσεις) δημιουργούσαν γενικότερα προβλήματα στην Κωνσταντινούπολη. Η αναμέτρηση των Σταυροφόρων της Δύσης με τους μη Χριστιανούς της Εγγύς Ανατολής, δημιούργησε ξανά ένα πεδίο συνεχών συγκρούσεων στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, από τις οποίες έμελλε να υποφέρει ξανά και η Κύπρος, της οποίας η καίρια γεωγραφική θέση καθόρισε την τραγική της μοίρα ανά τους αιώνες. Μέσα σ' αυτό το νέο πλαίσιο, ένας γόνος της οικογένειας των Κομνηνών, ο Ισαάκιος Κομνηνός, κατόρθωσε να αναλάβει, με πλαστά έγγραφα, τη διοίκηση της Κύπρου, την οποία κι απέσπασε από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία το 1185, ανακηρύσσοντας τον εαυτό του ανεξάρτητο ηγεμόνα του νησιού. Οι αυτοκρατορικές στρατιωτικές δυνάμεις, που εστάλησαν κατά του κινηματία, ηττήθηκαν από τον Ισαάκιο Κομνηνό που βοηθήθηκε και από στρατιωτικές δυνάμεις του βασιλιά της Σικελίας Γουλιέλμου Β', ο οποίος ήταν κι εξ αγχιστείας συγγενής του.

 

Ενώ μετά τη νίκη του ο Ισαάκιος Κομνηνός φάνηκε ότι είχε εδραιώσει την προσωπική του κυριαρχία στο νησί, σύντομα ωστόσο οι φιλοδοξίες του τερματίστηκαν άδοξα και νέες συμφορές επέπεσαν στην Κύπρο. Το 1191 ο βασιλιάς της Αγγλίας Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος, που μετείχε στην τρίτη Σταυροφορία, έφθασε στην Κύπρο καθ' οδόν προς τους Αγίους Τόπους (τους οποίους όμως δεν κατόρθωσε ν' απελευθερώσει, αν και εκεί ήταν που είχε κερδίσει την επωνυμία Λεοντόκαρδος). Με τη δικαιολογία ότι ο Ισαάκιος Κομνηνός δεν είχε συμπεριφερθεί ικανοποιητικά στην αρραβωνιαστικιά του Βερεγγάρια, ο Ριχάρδος επετέθη κατά του ηγεμόνα της Κύπρου (αφού μάλιστα και η μεταξύ τους επαφή δεν είχε αποδώσει). Βοηθούμενος και από άλλους ευγενείς, όπως ο Γκυ ντε Λουζινιάν, ο Ριχάρδος σε σύντομο χρόνο κατέβαλε τις δυνάμεις του Ισαακίου, τον ίδιο δε και την οικογένειά του αιχμαλώτισε. Για μια ακόμη φορά το νησί λεηλατήθηκε άγρια, αυτή τη φορά από τους «πιστούς Χριστιανούς» σταυροφόρους του Ριχάρδου. Οι καπνοί από τις νέες καταστροφές σήμαιναν τώρα και την οριστική αφαίρεση της Κύπρου από τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, με την οποία οι μετέπειτα σχέσεις θα ήσαν κυρίως θρησκευτικές και πνευματικές.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image