Κύπρος Ιστορία

Φραγκοκρατία Βενετοκρατία

Image

Ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος δεν επιθυμούσε να διατηρήσει μόνιμα υπό τη δική του εξουσία την Κύπρο. Αφού το νησί λεηλατήθηκε και «απέδωσε» όσους θησαυρούς ήταν δυνατό να αρπαγούν, ο Άγγλος βασιλιάς τέλεσε τον γάμο του με τη Βερεγγάρια στη Λεμεσό (η παράδοση θέλει τον γάμο αυτό να έχει συμβεί στο κάστρο της Λεμεσού, πράγμα που δεν είναι σωστό γιατί το κάστρο κτίστηκε λίγα χρόνια αργότερα), και στη συνέχεια αναχώρησε για τον τελικό του προορισμό, τους Αγίους Τόπους. Εφόσον όμως είχε καταλάβει την Κύπρο, θέλησε να την εκμεταλλευθεί ακόμη περισσότερο για προσωπικό όφελος, κι άρχισε ν' αναζητεί αγοραστές. Οι αγοραστές βρέθηκαν σύντομα, και ήσαν οι Ναΐτες ιππότες (ή ιππότες του τάγματος του Τέμπλου, ή Τεμπλάροι, ή και Τεμπλιώτες όπως τους ονομάζει ο Λεόντιος Μαχαιράς). Η τιμή της αγοραπωλησίας καθορίστηκε σε 100.000 βυζάντια, εκ των οποίων οι Ναΐτες προκατέβαλαν τις 40.000.

 

Μόλις απέκτησαν την Κύπρο κι εγκαταστάθηκαν στο νησί οι Ναΐτες, αν και δεν ήσαν πολυάριθμοι, εξ αρχής συμπεριφέρονταν με ιδιαίτερη σκληρότητα στους Κυπρίους. Οι κάτοικοι του νησιού αμέσως εξεγέρθηκαν και πολιόρκησαν τους Ναΐτες, το Πάσχα του 1192. Οι σιδερόφρακτοι Ναΐτες ιππότες όμως κατόρθωσαν να νικήσουν τους απειροπόλεμους κι όχι άρτια εξοπλισμένους Κυπρίους, με αποτέλεσμα ν' ακολουθήσει μεγάλη σφαγή. Παρά τη νίκη τους όμως αυτή, οι Ναΐτες αντελήφθησαν ότι δεν ήταν δυνατό να διατηρήσουν την εξουσία στην Κύπρο όπου συνεχώς θα βρίσκονταν πλέον σε κατάσταση πολιορκίας. Έτσι ακύρωσαν τη συμφωνία τους με τον Ριχάρδο κι ο τελευταίος αναζήτησε νέο αγοραστή. Δεύτερος αγοραστής ήταν ο Γάλλος ευγενής Γκυ (Γουίδος) ντε Λουζινιάν, ο οποίος κι είχε συμβάλει τον προηγούμενο χρόνο στην κατάληψη της Κύπρου. Ο Γκυ ντε Λουζινιάν αγόρασε την Κύπρο στην ίδια τιμή (100.000 χρυσά βυζάντια), πληρώνοντας ως προκαταβολή 40.000 (ποσόν που επεστράφη στους Ναΐτες) κι αναλαμβάνοντας έναντι του Ριχάρδου το υπόλοιπο χρέος των 60.000. Το χρέος πληρώθηκε στα επόμενα χρόνια από τον ίδιο τον Γκυ και τον αδελφό του Αμωρύ.

 

Ο Γκυ ντε Λουζινιάν είναι ο ιδρυτής της δυναστείας των Λουζινιανών βασιλιάδων της Κύπρου που κυβέρνησαν το νησί για τους επόμενους τρεις περίπου αιώνες, κατά την περίοδο δηλαδή που είναι γνωστή ως Φραγκοκρατία (1192-1489). Ωστόσο ο ίδιος ο Γκυ ντε Λουζινιάν δεν έγινε βασιλιάς της Κύπρου επειδή πέθανε δυο μόνο χρόνια αργότερα, το 1194, πριν προλάβει να οργανώσει το νησί σε βασίλειο. Ο Γκυ, που το 1180 είχε γίνει κόμης της Γιάφφα και της Ασκαλώνος, είχε στεφθεί βασιλιάς των Ιεροσολύμων το 1186 αλλά απώλεσε το βασίλειο εκείνο το 1192, οπότε κι αγόρασε την Κύπρο. Έτσι, άνκαι οι απόγονοί του έγιναν βασιλιάδες του νησιού, ο ίδιος πρόλαβε να πάρει μόνο τον τίτλο του κυρίου της Κύπρου. Ο κατάλογος των βασιλιάδων της Κύπρου κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας έχει ως εξής:

 

1. Αμωρύ (κύριος της Κύπρου 1194-1197 και βασιλιάς 1197-1205)

2. Ούγος Α’ (γενν. 1195, βασιλιάς 1205-1218)

3. Ερρίκος Α' (γενν. 1217, βασιλιάς 1218-1253)

4. Ούγος Β‘ (γενν. 1253, βασιλιάς 1253-1267)

5. Ούγος Γ' (βασιλιάς 1267-1284)

6. Ιωάννης Α΄ (βασιλιάς 1284-1285)

7. Ερρίκος Β΄ (γενν. 1271, βασιλιάς 1285-1324)

07α. Αμωρύ (αντιβασιλιάς 1306-1310)

8. Ούγος Δ' (γενν. 1300, βασιλιάς 1324-1359)

9. Πέτρος Α' (γενν. 1329, βασιλιάς 1359-1369)

10. Πέτρος Β' (γενν. 1354, βασιλιάς 1369-1382)

11. Ιάκωβος Α' (βασιλιάς 1382-1398)

12. Ιανός (γενν. 1374, βασιλιάς 1398-1432)

13. Ιωάννης Β' (γενν. 1414, βασιλιάς 1432-1458)

14. Καρλόττα (βασίλισσα 1458-1460)

15. Ιάκωβος Β’ Νόθος (γενν. 1440, βασιλιάς 1460-1473)

16. Ιάκωβος Γ' (γενν. 1473, πέθανε 1474)

17. Αικατερίνη Κορνάρο (βασίλισσα 1474-1489)

 

Μερικοί ξένοι ιστορικοί ισχυρίστηκαν ότι η περίοδος της Φραγκοκρατίας απετέλεσε τη «χρυσή εποχή» της κυπριακής Ιστορίας. Ο ισχυρισμός αυτός είναι ολωσδιόλου αβάσιμος σε σχέση με τον ντόπιο πληθυσμό, δηλαδή τους ιδίους τους Κυπρίους, που περιήλθαν υπό καθεστώς έσχατης δουλείας. «Χρυσή» ήταν, πράγματι, η εποχή για τους ξένους κυρίαρχους, που ήσαν:

 

α) η βασιλική οικογένεια, β) οι ευγενείς και οι στρατιωτικοί (ιππότες), γ) οι εκπρόσωποι της Λατινικής Εκκλησίας και των ξένων θρησκευτικών ταγμάτων, και δ) η τάξη των αστών/εμπόρων.

 

Η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από πλούτο και χλιδή για τους ξένους, από εξαθλίωση και ανέχεια για τους ντόπιους, από δύναμη και πολεμικές περιπέτειες, αλλά κι από έριδες, δολοπλοκίες, πάθη, συνωμοσίες και φόνους.

 

Η Κύπρος οργανώθηκε σε βασίλειο δυτικοευρωπαϊκού τύπου, προκειμένου δε η βασιλική οικογένεια να αποκτήσει δύναμη, ενίσχυση και δυνατότητα απόλυτης κυριαρχίας επί του τοπικού πληθυσμού, εκλήθησαν να έλθουν για μόνιμη εγκατάσταση στην Κύπρο Ευρωπαίοι ευγενείς (και τυχοδιώκτες), που τους εδόθησαν τιμάρια (μεγάλες εκτάσεις γης και χωριά περιλαμβανομένου του πληθυσμού τους, επί των οποίων ασκούσαν απόλυτη εξουσία). Έτσι η Κύπρος διαχωρίστηκε σε πολλά φέουδα, ενώ ένας μεγάλος αριθμός χωριών παρέμεινε ως περιουσία της βασιλικής οικογένειας. Μαζί με τους ξένους φεουδάρχες εγκαταστάθηκε στην Κύπρο και η Λατινική Εκκλησία, ευρισκόμενη υπό τη δικαιοδοσία του πάπα, που απέκτησε πλούτο σε βάρος της ντόπιας Ορθόδοξης Εκκλησίας, και μεγάλη ισχύ. Στο νησί έφθασαν από την αρχή κι εγκαταστάθηκαν σε διάφορα μέρη και αρκετά δυτικά εκκλησιαστικά τάγματα που εγκατέλειψαν τους Αγίους Τόπους (Αυγουστινιανοί, Βενεδικτίνοι, Καρμηλίτες, Καρθουσιανοί, Κιστερκιανοί, Δομινικανοί, Φραγκισκανοί, Οψερβάντιοι, Ιωαννίτες, Ναΐτες κ.α.). Μερικά από τα τάγματα αυτά ήσαν στρατιωτικά (Ναΐτες, Ιωαννίτες). Εκτός τούτων, κι εξαιτίας των ευνοϊκών προοπτικών, εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο όπου κι απέκτησαν ισχύ υποστηριζόμενοι από τις δυνατές μητροπόλεις τους, και πολλοί έμποροι: Βενετοί, Γενουάτες, Καταλανοί κ.ά.

 

Παρά την (συνήθως) ανώμαλη κατάσταση που εξακολουθούσε να υφίσταται στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και της Εγγύς Ανατολής καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου, εξαιτίας της μόνιμης στρατιωτικής αντιπαράταξης των δυτικών Χριστιανών με τους ανατολικούς μη Χριστιανούς, ωστόσο απεριόριστες δυνατότητες παρουσίαζε ο σημαντικός τομέας του εμπορίου. Η μεγάλη ζήτηση στην Ευρώπη των εξωτικών προϊόντων της Ανατολής, γενικότερα δε το εμπόριο μεταξύ Ανατολής και Δύσης, διεξαγόταν κατά ένα πολύ μεγάλο μέρος του μέσω της Κύπρου. Τα ατέλειωτα καραβάνια που έφθαναν, από τα βάθη της Ασίας, στις ακτές της Ανατολικής Μεσογείου, εσυναντώντο εκεί με τους στόλους των Ευρωπαίων, που διακινούνταν μέσω των κυπριακών λιμανιών. Ιδιαίτερα το λιμάνι της Αμμοχώστου κατέστη ένα από τα σπουδαιότερα και είχε ως αποτέλεσμα να συσσωρευθεί στην πόλη αυτή αμύθητος πλούτος. Ο Λεόντιος Μαχαιράς περιγράφει, στο Χρονικόν του, μια δεξίωση που έδωσε ένας έμπορος της Αμμοχώστου, κατά τη διάρκεια της οποίας προσφέρθηκαν στον βασιλιά και στους λοιπούς προσκεκλημένους σωροί από πολύτιμα πετράδια, όσα μπορούσε ο καθένας να μεταφέρει.

 

Κυρίαρχη ήταν η τάξη των ευγενών, με επικεφαλής τον βασιλιά, «πρώτο μεταξύ ίσων». Ακολουθούσε η τάξη των αρχόντων, των εκκλησιαστικών και των ανώτερων κρατικών αξιωματούχων, και ερχόταν ύστερα η τάξη των αστών (για τη διοικητική διάρθρωση του βασιλείου βλέπε λήμμα βασίλεια Κύπρου, μέρος Β', βασίλειο μεσαιωνικό). Η μεγάλη μάζα του ντόπιου πληθυσμού ήσαν δουλοπάροικοι και ακτήμονες, σκλάβοι στην υπηρεσία της βασιλικής οικογένειας, των ευγενών και των αρχόντων. Λίγοι μόνο απ' αυτούς κατόρθωσαν να εξαγοράσουν την ελευθερία τους, κι ακόμη πιο λίγοι κατόρθωσαν ν' αποκτήσουν κι ένα κομμάτι γης για να σχηματίσουν, μαζί με αρκετούς ξένους τεχνίτες (Σύρους, Αρμένιους κ.ά.) μια μικροαστική τάξη.

 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου, το μόνο ίσως σώμα που θα μπορούσε να εργαστεί για κάποια, έστω, δικαιώματα του ντόπιου πληθυσμού, βρέθηκε κι αυτή υπό σκληρό διωγμό. Η Λατινική Εκκλησία εγκατέστησε στην Κύπρο τέσσερις επισκοπές εκ των οποίων η πρώτη (αρχιεπισκοπή) έδρευε στη Λευκωσία και οι υπόλοιπες στην Αμμόχωστο, στη Λεμεσό και στην Πάφο. Οι δεκατέσσερις Ορθόδοξες επισκοπές του νησιού ελαττώθηκαν κι αυτές σταδιακά σε τέσσερις, με το να μη επιτρέπεται η εκλογή επισκόπου μετά τον θάνατο κάποιου απ' αυτούς, κι έτσι την κατάργηση της έδρας του. Αλλά κι οι τέσσερις που απέμειναν τελικά, εξεδιώχθησαν από τις πόλεις και κατέφυγαν η μεν αρχιεπισκοπή στη Σολιά, οι δε υπόλοιπες στην Καρπασία, στα Λεύκαρα και στην Πόλη Χρυσοχούς (Αρσινόη). Πέρα από την οικονομική και άλλου είδους καταπίεση, χαρακτηριστικό δείγμα των διωγμών που υπέστησαν οι Ορθόδοξοι εκκλησιαστικοί του νησιού είναι η καταδίκη, το μαρτύριο και ο θάνατος στην πυρά, το 1231, των δεκατριών μοναχών της Καντάρας που αρνήθηκαν να αποδεχθούν μερικές δοξασίες της Δυτικής Εκκλησίας (βλέπε λήμμα Καντάρας μοναχοί).

 

Στο μεταξύ άρχισαν να γίνονται σ' ολόκληρη την Κύπρο, ιδιαίτερα δε στην Αμμόχωστο και στην πρωτεύουσα Λευκωσία, πολλά λαμπρά έργα. Οι πόλεις οχυρώθηκαν και κτίστηκαν πολυτελή παλάτια τόσο βασιλικά όσο και ιδιωτικά. Ένας μεγάλος αριθμός μοναστηριών κτίστηκαν τόσο στη Λευκωσία όσο κι αλλού, εξαίρετο δε δείγμα γοτθικής αρχιτεκτονικής αποτελεί το σωζόμενο αββαείο του Πέλλα Παΐς. Από τους πολλούς ναούς στη Λευκωσία, λαμπρότερος ήταν ο καθεδρικός ναός της Αγίας Σοφίας, στον οποίο γίνονταν οι τελετές στέψεως των βασιλιάδων της Κύπρου και οι γάμοι τους. Μεταξύ δε των επίσης πολλών εκκλησιών της Αμμοχώστου, μεγαλοπρεπέστερος ήταν ο καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου στον οποίο οι Κύπριοι βασιλιάδες στέφονταν και βασιλιάδες των Ιεροσολύμων, αφού κληρονόμησαν και τον τίτλο αυτό, όχι όμως και το ίδιο το βασίλειο που είχε ανακαταληφθεί από τους Μωαμεθανούς. Τις ισχυρότερες οχυρώσεις απέκτησαν η Αμμόχωστος, η Λευκωσία και η Κερύνεια, ενώ ενισχύθηκαν και τα τρία βυζαντινά φρούρια του Πενταδάκτυλου. Στις άλλες πόλεις κτίστηκαν επίσης κάστρα, ενώ πύργοι και οχυρωματικά έργα έγιναν και σε αρκετά άλλα μέρη που αποτελούσαν είτε έδρες ταγμάτων (όπως το Κολόσσι) είτε φέουδα (όπως η Επισκοπή Λεμεσού και τα Κούκλια Πάφου).

 

Η ελληνική γλώσσα εξακολούθησε να βρίσκεται σε χρήση στην Κύπρο, πολλές φορές μάλιστα και ως επίσημη γλώσσα του βασιλείου, κυρίως στις διπλωματικές και άλλες επαφές του με την Ανατολή. Υφίστατο όμως τεράστιο ζήτημα εκπαίδευσης, εξαιτίας της άθλιας θέσης του πληθυσμού, που σταδιακά συνέτεινε στο να νοθευθεί η ελληνική γλώσσα με πλήθος ελληνοποιημένες γαλλικές και ιταλικές λέξεις.   Όπως εξάλλου σημειώνει κι ο Λεόντιος Μαχαιράς: ...καί 'πῆραν τόν τόπον οἱ Λαζανιάδες [=Λουζινιανοί] καί ἀπό τότες ἀρκέψα νά μαθάνουν φράνγκικα καί βαρβαρίσαν τά ρωμαῖκα, ὡς γοιόν καί σήμερον, καί γράφομεν φράνγκικα καί ρωμαῖκα ὅτι εἰς τόν κόσμον δέν ἠξεύρουν ἴντα συντυχάννομεν...

 

Λεπτομερέστερα για τα γεγονότα της περιόδου αυτής μπορεί να βρει ο αναγνώστης στο λήμμα Φραγκοκρατία. Γι' αυτό τον λόγο εδώ παραθέτουμε μόνο τα πλέον σημαντικά, χωρίς μάλιστα πολλές λεπτομέρειες.

 

Σαν φράγκικο βασίλειο, η Κύπρος κατέστη το προπύργιο της φεουδαρχικής Ευρώπης στην Ανατολή. Μετά δε την κατάληψη της Κωνσταντινουπόλεως από τους σταυροφόρους (το 1204), το βασίλειο της Κύπρου εξαρτούσε ως ένα πολύ μεγάλο βαθμό την ασφάλειά του από τη βοήθεια των ευρωπαϊκών δυνάμεων έναντι της απειλής από την Ανατολή, δεδομένου μάλιστα του γεγονότος ότι μετά τις νίκες των Οθωμανών επί των Χριστιανών, όλα τα εδάφη που είχαν καταλάβει οι σταυροφόροι στην Ανατολή είχαν και πάλι σταδιακά απολεσθεί και η Κύπρος περιβαλλόταν, από τη Μικρά Ασία μέχρι και την Αίγυπτο, από μη χριστιανικές (άρα εχθρικές) δυνάμεις. Προς τις δυνάμεις αυτές το βασίλειο της Κύπρου βρισκόταν πολύ συχνά σε αντιπαράθεση, δεχόταν δε αλλά και διενεργούσε επιδρομές. Ήδη επί Ούγου Α' (1205-1218) επιδιώχθηκε η κατάληψη της Αττάλειας και της Κωρύκου στη Μικρά Ασία. Ο ανήλικος διάδοχος του Ούγου Α', ο βασιλιάς Ερρίκος, βρισκόταν υπό την κηδεμονία του Γερμανού αυτοκράτορα Φρειδερίκου Β', ο οποίος θέλησε να καταλάβει την Κύπρο, προφασιζόμενος ότι εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του κηδεμονευομένου του. Κατά των δυνάμεων του Γερμανού αυτοκράτορα αντιστάθηκαν με επιτυχία οι Ιβελίνοι (ντ' Ιμπελέν, μεγάλη μεσαιωνική οικογένεια της Κύπρου) που κατατρόπωσαν και εξεδίωξαν το 1229-31 τα στρατεύματα του Φρειδερίκου.

 

Αγώνες κατά των Μωαμεθανών στις απέναντι της Κύπρου ακτές διεξήγαγε και ο βασιλιάς Ούγος Γ' (1267-1284), που στέφθηκε και βασιλιάς των Ιεροσολύμων στην Τύρο. Δεν κατόρθωσε όμως να απελευθερώσει το βασίλειο των Ιεροσολύμων. Ο γιος του Ερρίκος Β' (1285-1324), αντιμετώπισε ένα πραξικόπημα που είχε ως προσωρινό αποτέλεσμα τον εκθρονισμό και την αιχμαλωσία του στην Αρμενία, οπότε την εξουσία ανέλαβε ως αντιβασιλιάς, από το 1306 μέχρι το 1310, ο αδελφός του Αμωρύ (Αμάλριχος) που τελικά δολοφονήθηκε. Ο Ερρίκος Β' διεξήγαγε επίσης πολεμικές επιχειρήσεις κατά των Σαρακηνών της Αιγύπτου και της Συρίας, και των Τούρκων της Μικράς Ασίας. Στο εσωτερικό, εκτός από το πραξικόπημα, αντιμετώπισε και προβλήματα με τους Γενουάτες, ενώ παραχώρησε εμπορικά προνόμια στους Βενετούς.

 

Αξιόλογος ηγεμόνας απεδείχθη και ο βασιλιάς Ούγος Δ' (1324-1359) προς τον οποίο ο Βοκκάκιος αφιέρωσε το ποίημά του Γενεαλογία των Θεών. Ο Ούγος Δ' μετείχε σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Μικρά Ασία κατά των Τούρκων, μαζί με δυνάμεις του πάπα και των ιπποτών του τάγματος του Αγίου Ιωάννη. Ακόμη πιο αξιόλογος ήταν ο γιος και διάδοχός του Πέτρος Α' (1359-1369) που προσπάθησε να συνενώσει όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις σε αγώνα κατά των Μωαμεθανών. Προς τούτο πραγματοποίησε μεγάλη περιοδεία στην Ευρώπη, όπου όμως δεν βρήκε την αναμενόμενη ανταπόκριση. Εντούτοις μόνος του διεξήγαγε αρκετούς νικηφόρους αγώνες και, μεταξύ άλλων, κατόρθωσε να καταλάβει την Αττάλεια και την Κώρυκο στη Μικρά Ασία, καθώς και την ίδια την Αλεξάνδρεια στην Αίγυπτο.  Όμως δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει το έργο του γιατί περιπλέχθηκε σε εσωτερικές έριδες και αντιζηλίες, με αποτέλεσμα να δολοφονηθεί μέσα στον κοιτώνα του ανακτόρου του το 1369, σε ηλικία 40 χρόνων. Ο νεαρός γιος και διάδοχός του, Πέτρος Β', άπειρος και ευρισκόμενος υπό την επιρροή της δυναμικής μητέρας του βασίλισσας Ελεονώρας, απώλεσε τις κτήσεις στη Μικρά Ασία. Επί ημερών του (1369-1382) προκλήθηκε στρατιωτική εισβολή των Γενουατών στην Κύπρο (το 1373-74) που την αντιμετώπισαν οι θείοι του πρίγκιπες Ιωάννης και Ιάκωβος (ο δεύτερος ήταν ο μελλοντικός βασιλιάς Ιάκωβος Α'). Οι Γενουάτες κατέλαβαν την Αμμόχωστο, την οποία και κράτησαν για αρκετά χρόνια, κι από την εποχή αυτή άρχισε η παρακμή της. Κατέλαβαν επίσης την πρωτεύουσα Λευκωσία και την Κερύνεια, τελικά όμως προήλθαν σε συμφωνία με τους Λουζινιανούς που δέχθηκαν να τους καταβάλουν υπέρογκες πολεμικές αποζημιώσεις. Η καταστροφή που προκλήθηκε στην Κύπρο ήταν μεγάλη, η δε Αμμόχωστος απετέλεσε ένα είδος «κράτους» μέσα στο κράτος των Λουζινιανών για ένα σχεδόν αιώνα. Την απώλεια της Αμμοχώστου αναπλήρωσε για τους Λουζινιανούς η Λάρνακα, που δεν μπόρεσε όμως να αποκτήσει την αίγλη και τη φήμη της πρώτης.

 

Ο βασιλιάς Ιανός (1398-1432) αντιμετώπισε μεγάλη εισβολή των Μαμελούκων της Αιγύπτου στην Κύπρο, το 1426. Ηττήθηκε όμως σε μεγάλη μάχη στη Χοιροκοιτία και συνελήφθη αιχμάλωτος. Εστάλη δέσμιος στο Κάιρο, απ' όπου απελευθερώθηκε αργότερα με την καταβολή λύτρων. Οι εισβολείς έφθασαν μέχρι την πρωτεύουσα Λευκωσία, την οποία και λεηλάτησαν, προξένησαν δε εκτεταμένες καταστροφές και σε πολλά άλλα μέρη της Κύπρου, ιδίως στις νοτιοανατολικές ακτές. Οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου υποχρέωσαν επίσης το βασίλειο της Κύπρου σε καταβολή ετήσιου φόρου, ο οποίος κι επληρώνετο μέχρι τέλους της Φραγκοκρατίας, ακόμη δε και αργότερα, επί βενετικής κατοχής. Επί ημερών του Ιανού, κι αμέσως μετά την εισβολή των Μαμελούκων, συνέβη η μεγάλη εξέγερση των Κυπρίων δουλοπάροικων που είχαν αρχηγό τον ρήγα (=βασιλιά) Αλέξη, επίσης δουλοπάροικο. Το κίνημα κατά των Φράγκων ήταν εκτεταμένο και κράτησε δέκα περίπου μήνες, κατεστάλη δε με ευρωπαϊκή βοήθεια.

 

Ο διάδοχος του Ιανού, ο βασιλιάς Ιωάννης Β' (1432-1458) και τις δυο φορές που νυμφεύθηκε πήρε συζύγους Ελληνίδες, της οικογένειας των Βυζαντινών Παλαιολόγων. Πρώτη του σύζυγος ήταν η Μήδεια η Μομφερρατική (Παλαιολογίνα) που πέθανε νωρίς, και δεύτερη η Ελένη Παλαιολογίνα, αξιόλογη όσο και δυναμική βασίλισσα. Επεβλήθη σύντομα του συζύγου της και στην ουσία αυτή κυβέρνησε το βασίλειο. Υποστήριξε την Ορθόδοξη Εκκλησία του νησιού σε βάρος της Λατινικής, γενικότερα δε το ελληνικό στοιχείο της Κύπρου, κατατροπώνοντας τους δυτικούς αντιπάλους της. Ήταν ανεψιά του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και επί των ημερών της έμελλε να αλωθεί η Κωνσταντινούπολη (1453). Τότε πολλοί φυγάδες, εκκλησιαστικοί και άλλοι, βρήκαν καταφύγιο στην Κύπρο και βοήθεια από την Ελένη. Ο βασιλιάς Ιωάννης Β' είχε και ερωμένη επίσης Ελληνίδα, την Μαριέττα της Πάτρας, με την οποία κι απέκτησε έναν γιό, τον Ιάκωβο.

 

Ο Ιάκωβος, αποκαλούμενος Νόθος, προέβαλε αξιώσεις επί του θρόνου μετά τον θάνατο του Ιωάννη το 1458 και την άνοδο στην εξουσία της ετεροθαλούς αδελφής του (νόμιμης κόρης του Ιωάννη) Καρλόττας. Παρά την υποστήριξη της Καρλόττας, εξαιτίας του γάμου της, από τη Σαβοΐα, ο ικανός Ιάκωβος κατόρθωσε να υπερισχύσει, βοηθούμενος και από τον σουλτάνο της Αιγύπτου με τον οποίο συμμάχησε. Αφού βασίλευσε δυο περίπου χρόνια, η Καρλόττα εξεδιώχθη το 1460. Ο Ιάκωβος Β' ο Νόθος (1460-1473) ήταν εκείνος, απ' όσους προσπάθησαν, που κατόρθωσε να εκδιώξει τους Γενουάτες από την Αμμόχωστο και ν' ανακαταλάβει την πόλη. Οι πολλές ικανότητές του δεν αξιοποιήθηκαν πλήρως γιατί πέθανε πρόωρα, το 1473, σε ηλικία μόνο 33 χρόνων. Ο θάνατός του πιστεύεται ότι οφείλεται σε δολοφονία, που διεπράχθη από τους Βενετούς.

 

Οι Βενετοί, φίλοι και υποστηρικτές αρχικά του Ιακώβου Β', αύξησαν σημαντικά τη δύναμή τους στο νησί μετά την εκδίωξη των κυριοτέρων από τους αντιπάλους των, των Γενουατών. Κατόρθωσαν να πείσουν τον Ιάκωβο να νυμφευθεί μια Βενετσιάνα αρχόντισσα, την Αικατερίνη Κορνάρο, και λίγο μετά τον γάμο ο Ιάκωβος δολοφονήθηκε.    Έτσι το βασίλειο παρέμεινε στα χέρια της Αικατερίνης, κι ήταν πλέον ευκολότερο να υπαχθεί ολοκληρωτικά στους Βενετούς. Η Αικατερίνη όμως γέννησε λίγο αργότερα ένα παιδί, που ονομάστηκε επίσης Ιάκωβος, κι αυτό σήμαινε πως τώρα υπήρχε νόμιμος διεκδικητής και διάδοχος του θρόνου. Εξουδετερώθηκε όμως και το παιδί, που πέθανε τον επόμενο χρόνο.

 

Η Αικατερίνη Κορνάρο ανέλαβε έτσι την εξουσία, το 1474, και παρά τους εκβιασμούς που ήσαν συνεχείς και σκληροί, αρνήθηκε να παραδώσει το βασίλειό της στους Βενετούς. Στην προσπάθειά της μάλιστα να εξασφαλίσει υποστήριξη, προσπάθησε να έλθει σε συμφωνία με τον βασιλιά της Νεαπόλεως. Οι Βενετοί όμως αγρυπνούσαν, εξουδετερώνοντας κάθε τέτοια περίπτωση. Τελικά η Αικατερίνη ενέδωσε κι εκχώρησε την Κύπρο στη Βενετία το 1489.         

 

Με την εκχώρηση της Κύπρου στη Βενετία, πράξη προς την οποία δεν έφεραν ιδιαίτερα ισχυρές αντιρρήσεις ο σουλτάνος της Αιγύπτου (που θα συνέχιζε να εισπράττει τους φόρους του) και οι λοιποί ενδιαφερόμενοι, τερματίστηκε η περίοδος της φράγκικης κυριαρχίας και το βασίλειο διαλύθηκε. Η κυριαρχία της Βενετίας, η Βενετοκρατία, κράτησε 80 περίπου χρόνια, από το 1489 μέχρι το 1570/71.

 

Βέβαια οι Βενετοί είχαν κατορθώσει να ελέγχουν σχεδόν πλήρως την Κύπρο ήδη επί των ημερών της Αικατερίνης Κορνάρο, σχεδόν αμέσως μετά τον θάνατο του βασιλιά Ιακώβου Β' και την υπερίσχυσή τους επί των λοιπών ισχυρών ξένων του νησιού, όπως των Καταλανών. Μετά όμως και την τυπική υπαγωγή της Κύπρου στην κυριαρχία της Βενετίας, επεβλήθη στο νησί ένα ακόμη πιο στυγνό καθεστώς, οι δε κάτοικοί του απώλεσαν και την ελάχιστη ελευθερία που είχαν αποκτήσει κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, ιδίως κατά τα τελευταία χρόνια της περιόδου, εξαιτίας της υποστήριξης της Ελένης Παλαιολογίνας και της κόρης της Καρλόττας.

 

Τουλάχιστον οι Λουζινιανοί βασιλιάδες του νησιού θεωρούσαν δική τους πατρίδα την Κύπρο, με αποτέλεσμα να αισθάνονται περισσότερο ενδιαφέρον γι’ αυτήν. Αντίθετα οι Βενετοί έβλεπαν το νησί μόνο σαν μια ακόμη κτήση τους προς άγρια εκμετάλλευση. Οι εξουσίες επί της Κύπρου συγκεντρώθηκαν στα χέρια της ίδιας της αρχής στη Βενετία (Συμβούλιο των Δέκα), το δε νησί εδιοικείτο από κρατικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους που εστέλλοντο για υπηρεσία δυο, συνήθως, χρόνων (λεπτομερέστερα βλέπε στο λήμμα Βενετία και Κύπρος).

 

Η Δυτική Εκκλησία διατήρησε τα προνόμιά της στην Κύπρο, εις βάρος της Ορθόδοξης, ο δε ντόπιος πληθυσμός υπέφερε τα πάνδεινα εξαιτίας της άγριας εκμετάλλευσης των κόπων του. Μόνο ενδιαφέρον των Βενετών, πέρα από την εκμετάλλευση όλων των πλουτοπαραγωγικών πόρων του νησιού, ήταν περί τα στρατιωτικά ζητήματα, σε μια προσπάθεια να το υπερασπίζονται καλύτερα και αποτελεσματικότερα, προκειμένου να το εκμεταλλεύονται για όσο το δυνατό περισσότερο χρόνο. Ήδη η αύξηση της δύναμης των Τούρκων αποτελούσε ορατή απειλή κατά της Κύπρου. Εξάλλου τέτοια ήταν η εξαθλίωση του ντόπιου πληθυσμού εξαιτίας των σκληρότερων συνθηκών που είχαν επιβληθεί και της αβάστακτης φορολογίας, ώστε επανειλημμένα κυπριακές αντιπροσωπείες απευθύνθηκαν με μυστικές αποστολές προς τον σουλτάνο του Οθωμανικού κράτους, ζητώντας απ' αυτόν να καταλάβει την Κύπρο. Για τον λόγο αυτό οι Βενετοί δεν εμπιστεύονταν τον ντόπιο πληθυσμό, φοβούμενοι δε ότι δεν θα μπορούσαν να επανδρώσουν ικανοποιητικά, σε περίπτωση εξωτερικού κινδύνου, όλα τα κάστρα, αποφάσισαν την κατεδάφιση των περισσοτέρων. Έτσι καταστράφηκαν τα τρία φρούρια της οροσειράς του Πενταδάκτυλου, το κάστρο της Λεμεσού και άλλα. Εκείνο της Κερύνειας σώθηκε, ενώ οι Βενετοί περιόρισαν την προετοιμαζόμενη άμυνά τους κυρίως στη Λευκωσία και στην Αμμόχωστο. Οι περίφημες οχυρώσεις της Αμμοχώστου ενισχύθηκαν ακόμη περισσότερο. Αντίθετα, οι οχυρώσεις της Λευκωσίας, κατασκευασμένες από τους Λουζινιανούς, εκρίθησαν τώρα ανεπαρκείς.    Έτσι κατεδαφίστηκαν και έγιναν νέες οχυρώσεις, καλύπτοντας μικρότερη έκταση. Πολλά σημαντικά οικοδομήματα, όπως εκκλησίες και μοναστήρια, που παρέμειναν εκτός των νέων οχυρώσεων της πρωτεύουσας, κατεδαφίστηκαν επίσης.

 

Η τουρκική επίθεση αναμενόταν.   Ήδη η επέκταση των Τούρκων συνεχιζόταν, και η Ρόδος είχε απολεσθεί από το 1522. Την απόφαση για κατάληψη της Κύπρου πήρε τελικά ο σουλτάνος Σελίμ Β', που ζήτησε επίσημα από τη Βενετία το 1570 να του παραχωρηθεί το νησί χωρίς αιματοχυσία. Την άρνηση της Βενετίας να δεχθεί την αξίωση αυτή, ακολούθησε η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, υπό τον Λαλά Μουσταφά. Στη στρατιά του περιλαμβάνονταν, εκτός από τους Τούρκους, και πολλοί άλλοι που έτρεξαν να συμμετάσχουν στην εκστρατεία με την προοπτική του κέρδους από τις αναμενόμενες λεηλασίες.

 

Η αντίσταση των Βενετών, που ήσαν ενισχυμένοι και με άλλους Ιταλούς στρατιωτικούς, λίγους Αλβανούς και λίγους Κυπρίους (γενικά οι Κύπριοι δεν γίνονταν δεκτοί στον στρατό) περιορίστηκε στην πρωτεύουσα Λευκωσία, της οποίας οι νέες οχυρώσεις δεν είχαν συμπληρωθεί εντελώς, και στην Αμμόχωστο. Οι λοιπές πόλεις, περιλαμβανομένης και της Κερύνειας που είχε καλύτερες οχυρώσεις από τη Λάρνακα, τη Λεμεσό και την Πάφο παραδόθηκαν αμαχητί στους Τούρκους. Η ανεπαρκής άμυνα των Βενετών στην Κύπρο κατέστη περισσότερο τρωτή εξαιτίας διχογνωμιών μεταξύ των ανωτάτων αξιωματούχων του νησιού. Εξάλλου η αναμενόμενη βοήθεια από την Ευρώπη δεν ήταν τελικά παρά μόνο ελάχιστη. Η κύρια εκστρατευτική δύναμη των Βενετών, ενισχυμένων και από άλλες δυνάμεις, ετοιμάστηκε αργά, αναχώρησε ακόμη πιο αργά, και τελικά περιπλανήθηκε στις θάλασσες φθάνοντας μέχρι την Κρήτη, όπου και διαλύθηκε. Η πρωτεύουσα Λευκωσία άντεξε σε πολιορκία 40 μόνο ημερών και αλώθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 1570. Οι ισχυρότερες οχυρώσεις της Αμμοχώστου, και η απαράμιλλη γενναιότητα των υπερασπιστών της, ανάγκασαν τις πολυάριθμες δυνάμεις του Λαλά Μουσταφά σε μια σκληρότατη όσο και πολύμηνη πολιορκία. Μετά από 11 περίπου μήνες, η πόλη δεν αλώθηκε αλλά αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει και να παραδοθεί ύστερα από παντελή έλλειψη εφοδίων και εφόσον εξανεμίστηκε κάθε ελπίδα για βοήθεια από τη Δύση.

 

Με την κατάληψη και της Αμμοχώστου, τον Αύγουστο του 1571, ολοκληρώθηκε η τουρκική κατάκτηση της Κύπρου που, φυσικά, είχε ακολουθηθεί από πρωτοφανείς βιαιότητες και εκτεταμένες λεηλασίες.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image