Άγιος Αμβρόσιος Κερύνειας

Image

Κατεχόμενο χωριό της επαρχίας Κερύνειας, 160 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, 24 χμ. ανατολικά της Κερύνειας.

 

Το χωριό είναι κτισμένο στην παράκτια πεδιάδα της Κερύνειας. Το υψόμετρο στην περιοχή του αυξάνεται αισθητά από την παράκτια πεδιάδα προς τα νότια όπου μετατρέπεται σε βουνίσιο με ψηλές και απότομες βουνοκορφές που φθάνουν τα 800 μέτρα. Το τοπίο δεν είναι μόνο επικλινές αλλά και διαμελισμένο από μικρά ρυάκια που πηγάζουν από την κορυφογραμμή του Πενταδάκτυλου και χύνονται στη θαλάσσια περιοχή της Κερύνειας.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι προσχώσεις των αναβαθμίδων, οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου, ο φλύσχης της Κυθρέας, ο φλύσχης του σχηματισμού Αρδάνων - Καλογραίας, οι αποθέσεις του σχηματισμού Λαπήθου (σειρά πελαγικών κρητίδων, μαργών και ασβεστόλιθων με παρεμβολές πίλλοου λαβών), και οι σκληροί ασβεστόλιθοι των σχηματισμών Συγχαρί και Ιλαρίωνος. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν αιολικά εδάφη, τέρρα ρόζα και χουμανθρακικά εδάφη (ξερορεντζίνες και ρεντζίνες).

 

Η μέση ετήσια βροχόπτωση που δέχεται το χωριό κυμαίνεται περί τα 470 χιλιοστόμετρα.

 

Το χωριό φαίνεται να είναι χτισμένο πάνω στα θεμέλια κάποιου αρχαίου οικισμού. Τα διοικητικά σύνορα του χωριού εκτείνονται από τον Πενταδάκτυλο μέχρι τη θάλασσα.

 

Σ' αυτή την έκταση με το γραφικό τοπίο της, καλλιεργείτο πριν από την εισβολή η ελιά, η χαρουπιά, τα σιτηρά (σιτάρι και κριθάρι) και τα κτηνοτροφικά φυτά. Ιδιαίτερα ήταν ανεπτυγμένη η συγκαλλιέργεια χαρουπιών -ελιών- σιτηρών. Το χωριό ήταν γνωστό για την καλλιέργεια των βερύκοκων, που καλλιεργούνταν στις νησίδες των αρδευόμενων εκτάσεων. Στην καταγραφή φυλλοβόλων και οπωροφόρων δέντρων του 1971 κατεγράφησαν στον Άγιο Αμβρόσιο αχλαδιές, ροδακινιές, δαμασκηνιές, συκιές, αμυγδαλιές, καρυδιές, ροδιές, μηλιές και πολλά άλλα οπωροφόρα. Εντυπωσιακός όμως ήταν ο αριθμός των χρυσομηλιών που ανέρχονταν σε 10.625 δέντρα. Η έκταση που κάλυπταν τα φυλλοβόλα δέντρα ανερχόταν σε 531 σκάλες. Ανεπτυγμένη ήταν και η κτηνοτροφία, μια και στο χωριό εκτρέφονταν κάπου 5.000 αιγοπρόβατα. Το 1973 εκτρέφονταν επίσης 65 βόδια, 18 αγελάδες και 6.214 πουλερικά. Υπάρχουν επίσης αρκετές ακαλλιέργητες εκτάσεις, ιδιαίτερα στο νότιο τμήμα του χωριού. Μια μεγάλη έκταση του κρατικού δάσους Καρτάλ Ντάγ και ολόκληρο το μικρό κρατικό δάσος Μελανδρύνα Αρ. 1 εμπίπτουν στα διοικητικά του όρια.

 

Η παράκτια τοποθεσία του Αγίου Αμβροσίου συνέβαλε στην περιορισμένη ανάπτυξη της αλιείας. Στο χωριό είχε κατασκευαστεί αλιευτικό καταφύγιο, που ήταν συνέχεια των άλλων ψαρολίμανων και αλιευτικών καταφυγίων του Βαβυλά, της Λαπήθου, του Καραβά, της Κερύνειας, της Ακανθούς και του Δαυλού. Το αλιευτικό καταφύγιο είχε δημιουργηθεί το 1963. Το 1970 φιλοξενούσε 8 ψαρόβαρκες και 6 το 1974 (12 ψαράδες). Στο χωριό υπήρχε και γυμνάσιο (186 μαθητές το 1971 -1972).

 

Η ανασφάλεια από τις πειρατικές επιδρομές, ιδιαίτερα τις αραβικές, συνέβαλε στο χτίσιμο του οικισμού μακριά από την παραλία. Αυτό ισχύει για πολλούς άλλους οικισμούς, τόσο της παράκτιας πεδιάδας της Κερύνειας, όσο και της Κύπρου ολόκληρης.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως, ο Άγιος Αμβρόσιος συνδέεται στα βόρεια με τον παράκτιο δρόμο Κερύνειας - Δαυλού από τον οποίο απέχει ένα μόνο χιλιόμετρο.

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 481 
1891 566 
1901 764 
1911 906 
1921 1.114 
1931 13.67 
1946 1.779 
1960 1.508 
1973 1.543 

 

Το χωριό γνώρισε αλματώδη πληθυσμιακή ανάπτυξη από το 1881 μέχρι το 1946. Αν και το 1960 ο πληθυσμός μειώθηκε κάπως, το 1973 άρχισε πάλι να αυξάνεται.

 

Η μαγευτική τοποθεσία του χωριού μεταξύ βουνού και θάλασσας, η συγκοινωνιακή του θέση μεταξύ δυτικής και ανατολικής επαρχίας της Κερύνειας και η γειτνίαση του με το βυζαντινό μοναστήρι του Αντιφωνητή, προμήνυαν μια λαμπρή τουριστική ανάπτυξη. Ενοικιαζόμενα σπίτια προσφέρονταν πριν από την εισβολή σε τακτικούς επισκέπτες και σε ξένους περιηγητές.

 

Πολύ κοντά στο χωριό βρίσκονται τρία μοναστήρια, το γνωστό μοναστήρι του Αντιφωνητή στα νοτιοανατολικά, της Απάτης στα νότια- νοτιοανατολικά και της Μελαδρύνας στα ανατολικά.

 

Η επιβλητική σύγχρονη εκκλησία του χωριού είναι αφιερωμένη στον άγιο Αμβρόσιο. Τόσο ο Jeffery όσο και ο Γκάννις γράφουν για δάπεδα οικοδομών βυζαντινής περιόδου που περισώθηκαν σε διάφορα μέρη του οικισμού. Επίσης ο Γ.Σ. Φραγκούδης και ο Α. Σακελλαρίου, ο μεν πρώτος στο βιβλίο του «Κύπρις», που εκδόθηκε το 1890, ο δε δεύτερος στο έργο του «Τα Κυπριακά» που εκδόθηκε επίσης το 1890, μιλούν για ερείπια αρχαίων πόλεων ή πολιχνίων που βρίσκονται μεταξύ Αγίου Επικτήτου και Αγίου Αμβροσίου. Πρόκειται, όπως γράφουν, για τα ερείπια στο Τουρλί, το Βασίλειο και το Λιμενάρι. «Αἱ τρεῖς δέ αὗται θέσεις παρά τήν θάλασσαν κείμενοι ἀπετέλουν σκοπιάς κατά τῶν πειρατῶν τῶν συχνά προσβαλλόντων τά παράλια ταῦτα μέρη τῆς νήσου, ἢ ἦσαν ἀκροπόλεις ἀρχαίων πολιχνίων, ἃτινα ὃλως κατεστράφησαν.» (Α. Σακελλαρίου: «Τα Κυπριακά» ,Τόμος Πρώτος, σ. 149).

 

Ο Άγιος Αμβρόσιος είναι το τρίτο μεγαλύτερο σε διοικητική έκταση (3.635 εκτάρια) χωριό της επαρχίας του μετά τα χωριά Κορμακίτης (5.069 εκτάρια) και Διόριος (3.690 εκτάρια).

 

Στην περιοχή του χωριού υπάρχει αρχαιολογικός χώρος. Το ίδιο το χωριό φαίνεται ότι είχε ιδρυθεί κατά τα Βυζαντινά χρόνια. Μεταξύ των αρχαιοτήτων της περιοχής του υπάρχουν και κατάλοιπα των Βυζαντινών χρόνων.

 

 

Μετά την τουρκική εισβολή κατοίκησαν στον Άγιο Αμβρόσιο Τουρκοκύπριοι που μεταφέρθηκαν εκεί από τις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου. Εγκαταστάθηκαν κυρίως Τουρκοκύπριοι από το χωριό Άγιος Νικόλαος της Πάφου. Αυτοί έδωσαν στον Άγιο Αμβρόσιο το τουρκικό όνομα που χρησιμοποιούσαν για το χωριό τους και που ήταν Esentepe (σημαίνει ανεμοδαρμένο χωριό). Η ονομασία αυτή υιοθετήθηκε «επίσημα» από τους Τούρκους. Αργότερα στο χωριό μεταφέρθηκαν για εγκατάσταση και έποικοι από την Τουρκία.

 

Η εκκλησία του χωριού, που σύμφωνα προς χρονολογία πάνω από τη νότια θύρα, είχε κτιστεί το 1710, ήταν μία από τις μεγαλύτερες στην Κύπρο για πολλές δεκαετίες. Μετετράπη από τους Τούρκους σε τζαμί. Η παραλιακή, επίσης, έκταση του χωριού έχει αξιοποιηθεί από τους Τούρκους τουριστικά, με την ανέγερση μεγάλου αριθμού διαμερισμάτων. Στα δυτικά του χωριού, σε πλαγιά λόφου που αντικρίζει την ακτή, υπάρχουν αρχαίοι λαξευτοί τάφοι. Εξ αυτών γνωστός στην περιοχή είναι ο λεγόμενος «Σπήλιος του Καβάζη», που χρησιμοποιήθηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα ως μάντρα προβάτων.

 

Το χωριό βρίσκεται κοντά στην αρχαία πόλη Μακαρία, η οποία φαίνεται σημειωμένη σε χάρτη του Κλαύδιου Πτολεμαίου και για την οποία ελάχιστα είναι γνωστά.

Φώτο Γκάλερι

Image