Αγνοούμενοι - ΔΕΑ

Η Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους- ΔΕΑ

Image

Τον Αύγουστο του 1976, ο αντιπρόσωπος του γενικού γραμματέα του Ο.Η.Ε., σύμφωνα με τους όρους εντολής του ψηφίσματος 3450, κοινοποίησε εισηγήσεις της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού για προώθηση του θέματος των Κυπρίων αγνοουμένων. Οι εισηγήσεις πρόβλεπαν ίδρυση ανεξάρτητου διερευνητικού σώματος, προς το οποίο θα παρέχονταν οι απαραίτητες διευκολύνσεις και πληροφορίες. Η ελληνική πλευρά αποδέχθηκε τις εισηγήσεις αυτές, τις απέρριψε όμως η τουρκική.

 

Το Φεβρουάριο του 1977 ο πρόεδρος Μακάριος πρότεινε και πάλι στην άλλη πλευρά, στην παρουσία του γενικού γραμματέα του Ο.Η.Ε., τη σύσταση διερευνητικής επιτροπής για την εξιχνίαση της τύχης των αγνοουμένων. Η τουρκική πλευρά αποδέχθηκε την πρόταση, θέτοντας όμως τέτοιους όρους που ουσιαστικά σήμαιναν τον τορπιλισμό της. Οι όροι αυτοί:

α) Απέκλειαν ανάμειξη του Ερυθρού Σταυρού στο ζήτημα.

β) Έθεταν το ζήτημα εκτός του πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών.

γ) Αποσκοπούσαν στην καταδίκη της κυπριακής κυβέρνησης αναφορικά με την τύχη Τουρκοκυπρίων που εθεωρούντο αγνοούμενοι. Και μάλιστα προτού διεξαχθεί οποιαδήποτε σχετική έρευνα.

 

Οι όροι των Τούρκων απορρίφθηκαν από τους Έλληνες. Η θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς περιλαμβάνεται σε επιστολή του εκπροσώπου της στις διακοινοτικές συνομιλίες προς το γενικό γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών.

 

Το Δεκέμβριο του 1977 η κυπριακή κυβέρνηση έθεσε και πάλι το θέμα στην Τρίτη Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών, η οποία ενέκρινε το ψήφισμα 32/128 στις 12 Δεκεμβρίου 1977 με το οποίο, μεταξύ άλλων, υποστήριξε τη σύσταση διερευνητικού σώματος με τη συμμετοχή εκπροσώπων του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, που να λειτουργήσει με τρόπο αντικειμενικό και αποτελεσματικό για να λυθεί το πρόβλημα χωρίς άλλη καθυστέρηση. Δυστυχώς και αυτό το ψήφισμα αγνοήθηκε από την τουρκική πλευρά. Τη σύσταση διερευνητικού σώματος ζήτησε και πάλι η Τρίτη Επιτροπή του Ο.Η.Ε. η οποία συζήτησε ξανά το θέμα των αγνοουμένων της Κύπρου στις 12 Δεκεμβρίου 1978.

 

Για να καμφθεί η αδιάλλακτη στάση των Τούρκων, η κυβέρνηση της Κύπρου συνέχισε τις προσπάθειές της προς κάθε κατεύθυνση η οποία μπορούσε να βοηθήσει. Το ζήτημα των αγνοουμένων συζητήθηκε και στις 19 Μαΐου 1979, στη συνάντηση του τότε προέδρου Κυπριανού με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς στην παρουσία του γενικού γραμματέα του Ο.Η.Ε. Κουρτ Βάλντχαϊμ. Ανακοινώθηκε τότε ότι επιτεύχθηκε συμφωνία πάνω σε πρόταση του γενικού γραμματέα του Ο.Η.Ε. για τη σύσταση επιτροπής για αγνοούμενα πρόσωπα (committee of missing persons), αν κι ο Ραούφ Ντενκτάς επιφυλάχθηκε να δώσει τελική απάντηση, που την έδωσε αργότερα με επιστολή του στο γενικό γραμματέα του Ο.Η.Ε. τον οποίο πληροφορούσε ότι οι αρμόδιες αρχές της τουρκοκυπριακής κοινότητας δεν μπορούσαν να εγκρίνουν τη συμφωνία για σύσταση της Επιτροπής.

 

Ύστερα από νέα πρωτοβουλία του γενικού γραμματέα του Ο.Η.Ε. και την παρέμβαση διαφόρων κυβερνήσεων, η τουρκική πλευρά πείσθηκε κι έδωσε τη συγκατάθεσή της τον Απρίλιο του 1981, η δε σύσταση Διερευνητικής Επιτροπής ανακοινώθηκε επίσημα από το γενικό γραμματέα του Ο.Η.Ε. στις 22 Απριλίου 1981. Η Επιτροπή αυτή είναι τριμελής κι απαρτίζεται από ένα Ελληνοκύπριο εκπρόσωπο (ο πρώτος εκπρόσωπος ήταν ο Φρ. Μιχαηλίδης, πρώην γενικός διευθυντής του υπουργείου Δικαιοσύνης), ένα Τουρκοκύπριο (την δρα Λατιφέ Μπιρκέν) και εκπρόσωπο του γενικού γραμματέα του Ο.Η.Ε. (τον Ελβετό Κλωντ Πιγιού).

 

Οι εργασίες της Επιτροπής αυτής δεν κατέληξαν σε θετικά αποτελέσματα και λόγω ελλείψεως προόδου η κυβέρνηση της Κύπρου έθεσε ξανά το θέμα στην Τρίτη Επιτροπή της Γενικής Συνέλευσης του Ο.Η.Ε. το Δεκέμβριο του 1981. Ένα νέο ψήφισμα καλούσε τα μέρη να διευκολύνουν την Επιτροπή στο έργο της. Εξάλλου στην έκθεση του γενικού γραμματέα του διεθνούς Οργανισμού προς το Συμβούλιο Ασφαλείας της 1ης Δεκεμβρίου 1981 (έγγραφο υπ' αρ. 8/14778) αναφέρεται ότι ο εκπρόσωπος του Ο.Η.Ε. προκειμένου να υποβοηθήσει το έργο της Επιτροπής, κατέθεσε αναθεωρημένες προτάσεις για την επίλυση των διαδικαστικών προβλημάτων.

 

Νέος γύρος εργασιών της Διερευνητικής Επιτροπής εγκαινιάστηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1982 κι η ελληνοκυπριακή πλευρά, σε μια ύστατη υποχώρηση, αποδέχθηκε στην ολότητά τους τις προτάσεις του Κλωντ Πιγιού, καλώντας και την τουρκοκυπριακή πλευρά να πράξει το ίδιο, ώστε να μπορέσει η Επιτροπή να προχωρήσει στο ουσιαστικό της έργο. Η αρνητική, όμως, στάση των Τούρκων είχε ως αποτέλεσμα να καταλήξει κι αυτή η προσπάθεια σε αποτυχία, σε σύντομο χρονικό διάστημα.

 

Το αδιέξοδο συνεχίστηκε στα επόμενα δυο χρόνια, παρόλο που η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών συζήτησε το πρόβλημα σε ισάριθμες συνόδους της και υιοθέτησε ψηφίσματα που τόνιζαν την ανάγκη για άμεση επαναδραστηριοποίηση της Διερευνητικής Επιτροπής. Η Επιτροπή είχε παραμείνει ουσιαστικά σε αδράνεια μέχρι τον Μάρτιο του 1984. Τότε, ύστερα από υποχωρήσεις της ελληνοκυπριακής πλευράς, έγιναν αποδεκτοί διαδικαστικοί κανονισμοί που είχαν προταθεί από το τρίτο μέλος (τον εκπρόσωπο των Ηνωμένων Εθνών) και η Επιτροπή άρχισε το ουσιαστικό έργο της. Στις 2 Μαϊου 1984 παρουσιάστηκαν οι πρώτες υποθέσεις αγνοουμένων. Συνολικά, ο αριθμός των υποθέσεων αγνοουμένων ήταν 1.619 για την ελληνοκυπριακή πλευρά και 800 για την τουρκοκυπριακή (οι τουρκοκυπριακές περιπτώσεις αφορούν την περίοδο των διακοινοτικών ταραχών 1963-64). Ο αριθμός των υποθέσεων που κατατέθηκαν κρατήθηκε αρχικά μικρός (169) για να διαπιστωθεί πώς θα προχωρούσαν οι έρευνες.

 

Ύστερα από μια δεκαετία πλήρους αποτελμάτωσης, ο γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, σε μια προσπάθεια να καταστήσει την Επιτροπή αποτελεσματική, εισηγήθηκε προς τις δύο πλευρές να υποβάλουν όλες τις υποθέσεις αγνοουμένων, ώστε να συγκεντρωθούν και να συνεχιστεί η διερεύνηση με πιο συστηματικό τρόπο. Ζήτησε επίσης επείγουσες διαβουλεύσεις για την επίτευξη συμφωνίας επί των κριτηρίων για διερεύνηση. Οι εισηγήσεις αυτές περιελήφθησαν σε έκθεση του γενικού γραμματέα το Νοέμβριο του 1993 προς το Συμβούλιο Ασφαλείας.

 

Κατά τη διάρκεια του 1994 έγινε προετοιμασία των φακέλων των αγνοουμένων για κατάθεσή τους στη Διερευνητική Επιτροπή, σε συμμόρφωση προς την έκκληση του γενικού γραμματέα. Σημαντική εξέλιξη σημειώνεται όταν στις  5 Οκτωβρίου του 1994, η αμερικανική Γερουσία ομόφωνα υπογράφει ψηφίσμα για τη διακρίβωση της τύχης των πέντε συνολικά αμερικανικής υπηκοότητας αγνοουμένων. Η τουρκική πλευρά αναγκάζεται να συνεργαστεί για τη διακρίβωση της τύχης αγνοουμένων, σε μια περίοδο που η στάση που επεδείκνυε ήταν ιδιαίτερα αρνητική και αδιάλλακτη. 

Από το μακρύ κατάλογο των αγνοουμένων της Κυπριακής τραγωδίας αφαιρέθηκε το 1998 ένα όνομα, το όνομα του ελληνοκυπριακής καταγωγής -αμερικανικής υπηκοότητας- δεκαεπτάχρονου Ανδρέα Κασάπη ο οποίος συνελήφθη και δολοφονήθηκε από τους Τούρκους το 1974. Πρόκειται ουσιαστικά για την πρώτη φορά που η τουρκική πλευρά συνεργάστηκε για τη διακρίβωση της τύχης αγνοουμένου, σε μια περίοδο που η στάση που επεδείκνυε ήταν ιδιαίτερα αρνητική και αδιάλλακτη.

Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών διόρισε και έστειλε στην Κύπρο και την Τουρκία διερευνητική ομάδα υπό τον Αμερικανό πρώην πρεσβευτή Ρόμπερτ Ντίλον. Μετά από έρευνες εντοπίστηκε το σημείο ταφής του Ανδρέα Κασάπη σε περιοχή κοντά στην κατεχόμενη Άσσια. Έγινε η εκταφή τον Ιανουάριο του 1998 και η ταυτοποίηση των λειψάνων με τη μέθοδο του DNA. Τα οστά παραδόθηκαν στην οικογένειά του στο Ντιτρόιτ των Ηνωμένων Πολιτειών, όπου και ετάφη στις 22 Ιουνίου του 1998.Για τους άλλους τέσσερις αμερικανικής υπηκοότητας αγνοουμένους η έκθεση του Ρόμπερτ Ντίλον απλώς αναφέρει ότι με βάση τις πληροφορίες που κατάφερε να συγκεντρώσει πρέπει να θεωρούνται νεκροί. 

 

Το 1995 σημειώθηκαν διάφορες εξελίξεις όσον αφορά το θέμα των αγνοουμένων, με σημαντικότερη την κατάθεση των φακέλων στη Διερευνητική Επιτροπή, η οποία άρχισε το έργο της στις αρχές του 1996, για τη διακρίβωση της τύχης ενός εκάστου των αγνοουμένων.

Οι δύο πλευρές υπέβαλαν η κάθε μία τα δικά της κριτήρια για την διερεύνηση, τα οποία όμως διίσταντο σε ουσιώδη σημεία. Τελικά συμφωνήθηκε να ισχύσουν τα κριτήρια που έθεσε ο γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, τα οποία μεταξύ άλλων προνοούν: Εάν, σύμφωνα με αξιόπιστη και ισχυρή μαρτυρία ενώπιον της Επιτροπής, ένα άτομο είναι ζωντανό, η Επιτροπή θα κάνει ό,τι μπορεί για ανεύρεση και εντοπισμό του οπουδήποτε και εάν ευρίσκεται. Εάν, σύμφωνα με αξιόπιστη και ισχυρή μαρτυρία, είναι νεκρό, η Επιτροπή θα αναγράψει το όνομα του αγνοουμένου ατόμου στον κατάλογο των νεκρών. Η Επιτροπή, εάν παραστεί ανάγκη, θα μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο να προσφύγει στο άρθρο των όρων αρμοδιότητάς της, που αφορά την εκταφή σορών. Σε περίπτωση που λόγω ελλείψεως μαρτυρίας δεν λαμβάνεται απόφαση από την Επιτροπή για το κατά πόσον ένα άτομο είναι ζωντανό ή νεκρό, η υπόθεση, όσον αφορά την Επιτροπή, θα καταγράφεται και συμπληρώνεται ως τοιαύτη.

 

Στη Διερευνητική Επιτροπή κατατέθηκαν από ελληνοκυπριακής πλευράς 1.493 φάκελοι αγνοουμένων (Ελληνοκυπρίων και Ελλαδιτών) και 500 από τουρκοκυπριακής. Από ελληνοκυπριακής πλευράς δεν κατατέθηκαν 126 φάκελοι, σε σχέση με τους αρχικούς 1.619 φακέλους αγνοουμένων. Από τους 126 φακέλους, οι 109 αφορούν άτομα που διαπιστώθηκε ότι είναι νεκρά. Οι υπόλοιποι θεωρούνται ατεκμηρίωτοι (δηλαδή δεν υπάρχουν στοιχεία για την τύχη των συγκεκριμένων ατόμων, ή τα στοιχεία που υπάρχουν είναι ελλιπή). Οι φάκελοι αυτοί δεν κατατέθηκαν, αφού εξασφαλίστηκε η δέσμευση από πλευράς του εκπροσώπου των Ηνωμένων Εθνών στην Επιτροπή για δικαίωμα κατάθεσής τους σε περίπτωση που προκύψουν κάποια στοιχεία ή μαρτυρίες, ώστε να στοιχειοθετείται υπόθεση.

 

Σε μια άλλη εξέλιξη, το αμερικανικό Κογκρέσο ενέκρινε τον Οκτώβριο του 1994 νομοθεσία (την οποία υπέγραψε σε Νόμο ο  τότε πρόεδρος Μπιλ Κλίντον), και με την οποία εζητείτο από τον Αμερικανό πρόεδρο να διεξαγάγει έρευνα για την τύχη πέντε Κυπρίων αμερικανικής υπηκοότητας, που περιλαμβάνονται στον κατάλογο των αγνοουμένων της κυπριακής τραγωδίας. Σύμφωνα με τη νομοθεσία, οποιαδήποτε πληροφορία για άλλους αγνοουμένους, που τυχόν θα γνωσθεί κατά τη διάρκεια των ερευνών, θα πρέπει να αναφερθεί στις κατάλληλες διεθνείς ή μη κυβερνητικές οργανώσεις.

 

Τον Αύγουστο του 1995 ήλθε στην Κύπρο και άρχισε το έργο του ο Αμερικανός διπλωμάτης Ρόμπερτ Ντίλον, επικεφαλής της ομάδας που διόρισε η αμερικανική κυβέρνηση για διακρίβωση της τύχης των πέντε αμερικανικής υπηκοότητας αγνοουμένων.

 

Περί τα μέσα του 1994 υπήρξε διάσπαση της Παγκύπριας Επιτροπής Συγγενών Αδηλώτων Αιχμαλώτων και Αγνοουμένων και ο πρόεδρος της Επιτροπής οικονόμος Χριστόφορος παραιτήθηκε και προέβη στη σύσταση νέας Επιτροπής, της Εθνικής Επιτροπής Αγώνα για τους Αγνοουμένους. Επίσης υπήρξαν έντονες διαφωνίες των δύο Επιτροπών Συγγενών Αγνοουμένων για χειρισμούς του επιτρόπου Προεδρίας για ανθρωπιστικά θέματα Λέανδρου Ζαχαριάδη. Στα τέλη του 1995 οι δύο Επιτροπές είχαν κοινή συνάντηση για διευθέτηση των διαφορών τους και ανακοίνωσαν τη σύσταση σώματος με την επωνυμία Συντονιστικό Συμβούλιο Επιτροπών Συγγενών Αγνοουμένων.

 

Η Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοουμένους παίρνει πνοή με το διορισμό, στις 15 Ιουνίου του 1998, από το γενικό γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, του Ζιάν Πιέρ Ριτέρ, ως τρίτου μέλους. Την ελληνοκυπριακή πλευρά εκπροσωπεί ο Ηλίας Γεωργιάδης και την τουρκοκυπριακή ο Ρουστέμ Τατάρ. Ο Ριτέρ παρέμεινε στη θέση αυτή έως το θάνατό του στις 17 Ιανουαρίου του 2000. Τον διαδέχθηκε σε προσωρινή βάση ο Πιέρ Κουμπεράν ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε στις 31 Δεκεμβρίου του 2005. Στις 14 Απριλίου του 2006 τα Ηνωμένα Έθνη ανακοίνωσαν το διορισμό του Κριστόφ Ζιρόντ στη θέση του τρίτου μέλους της Διερευνητικής Επιτροπής ο οποίος ανέλαβε επίσημα τα καθήκοντά του στις 3 Ιουλίου του 2006. Τον Ρουστέμ Τατάρ ο οποίος συνταξιοδοτήθηκε, διαδέχθηκε στη θέση του εκπροσώπου της τουρκοκυπριακής πλευράς η Γκιουλτέν Πλουμέρ Κουτσιούκ. Πρόκειται για τη θυγατέρα του Φαζίλ Πλουμέρ, πρώτου υπουργού Γεωργίας της νεοσύστατης το 1960 Κυπριακής Δημοκρατίας και νύφη του Φαζίλ Κουτσιούκ που υπηρέτησε ως ο πρώτος αντιπρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. 

 

 

Το έργο της ΔΕΑ από το 2006

Από το 2006, οπότε και ξεκίνησε  τη λειτουργία της η Διερευνητική Επιτροπή για τους Αγνοούμενους, έχουν ταυτοποιηθεί 632 Ελληνοκύπριοι και Ελλαδίτες. Συνολικά 878 Ελληνοκύπριοι και Ελλαδίτες εξακολουθούν να βρίσκονται στη μακροσκελή λίστα των αγνοουμένων της κυπριακής τραγωδίας του 1974. Υπό διαδικασία ανθρωπολογικής και γενετικής εξέτασης, βρίσκονται αυτό το διάστημα συνολικά οστά 170 αγνοουμένων, από τους έχουν ολοκληρωθεί  οι εργαστηριακές αναλύσεις και οι επιστήμονες βρίσκονται στην φάση ταυτοποίησης μονάχα για τους 40. Έως σήμερα έχουν γίνει εκατοντάδες ταυτοποιήσεις Ελληνοκυπρίων, αλλά και Τουρκοκυπρίων,  αγνοουμένων αλλά και πεσόντων που είχαν ταφεί ως «Αγνώστων Στοιχείων». Η ΔΕΑ ασχολείται με την ταυτοποίηση αγνοουμένων του 1974 κατά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, αλλά και των γεγονότων του 1963-1964. Συνολικά το ανθρωπολογικό εργαστήρι της ΔΕΑ που λειτουργεί στη Νεκρή Ζώνη, έχει ταυτοποιήσει τα οστά 635 Ε/Κ αγνοουμένων και 123 Ε/Κ πεσόντων. Επίσης τα οστά 196 Τ/Κ αγνοουμένων και 5 Τ/Κ πεσόντων.  Κατά τα τελευταία επτά χρόνια, η ΔΕΑ κατάφερε με αξιοσημείωτη επιτυχία να προχωρήσει στην εκταφή σχεδόν των μισών λειψάνων, και να ταυτοποιήσει το ένα τέταρτο, όλων των αγνοουμένων. Ωστόσο, 50 χρόνια μετά τα γεγονότα του 1963-64 και 40 χρόνια από τα γεγονότα του 1974, ο χρόνος τελειώνει για τον εντοπισμό των υπολοίπων. Καθώς οι μάρτυρες γερνούν και πεθαίνουν, παίρνουν σημαντικές πληροφορίες στον τάφο τους, και καθώς η γενιά των γονιών χάνεται χωρίς να γνωρίζουν την τύχη των αγνοούμενων παιδιών τους, η ΔΕΑ είναι αφοσιωμένη να κάνει οτιδήποτε χρειαστεί για να επιταχύνθεί η διαδικασία εκταφής και ταυτοποίησης.  

Γ. ΚΑΡΕΚΛΑΣ

Ε. ΑΡΓΥΡΟΥ

 

Φώτο Γκάλερι

Image