Το πρώτο λεπροκομείο στην Κύπρο χτίστηκε στη Λευκωσία επί Οθωμανοκρατίας το 1807-1808 και στεγάστηκε στην περιοχή Αγίας Παρασκευής, εκεί όπου στη συνέχεια βρισκόταν η Παιδαγωγική Ακαδημία και το Πανεπιστήμιο Κύπρου. Αργότερα, επί Αγγλοκρατίας μεταφέρθηκε στη Λάρνακα και ονομάστηκε Στέγη Άγιος Χαράλαμπος.
Η λέπρα υπήρχε στο νησί από την αρχαιότητα αλλά δεν πήρε ποτέ επικίνδυνες διαστάσεις, όπως αντίθετα συνέβη με άλλες ασθένειες (ελονοσία, ευλογιά, πανώλη κ.λπ.). Απασχόλησε, ωστόσο, για δεκαετίες την κοινωνία της Κύπρου, ειδικά από τις αρχές του 19ου και πολύ περισσότερο με την έναρξη της Αγγλοκρατίας το 1878.
Μέχρι το 1800 οι λεπροί της Κύπρου θεωρητικά είχαν τη δυνατότητα να κυκλοφορούν ελεύθερα στο νησί. Πολλοί από αυτούς ζούσαν έξω από τα τείχη της Λευκωσίας (Πύλη Αμμοχώστου), ελπίζοντας στη φιλανθρωπία και την ελεημοσύνη των εμπόρων και των περαστικών.
Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται ιστορικά, ο Οθωμανός Πασάς της Κύπρου, συνοδευόμενος από τον Χατζηγεωργάκη Κορνέσιο, περνούσε την Πύλη Αμμοχώστου στη Λευκωσία και είδε κάποιους λεπρούς να ζητιανεύουν. Ήταν άνθρωποι παραμορφωμένοι, ξεχασμένοι από την κοινωνία και οι πληγές τους μύριζαν πολύ άσχημα. Ο Πασάς, ενοχλημένος από την εικόνα και τη μυρωδιά, διέταξε να τους τουφεκίσουν. Ο Κορνέσιος τον παρακάλεσε να τους λυπηθεί και σε αντάλλαγμα θα αναλάμβανε ο ίδιος την απομάκρυνσή τους.
Έτσι, τους παραχωρήθηκε στα 1805 ή 1807 μία έκταση, 2-3 χλμ. έξω από τη Λευκωσία (Αγία Παρασκευή), για να συγκεντρωθούν εκεί και να επιβιώσουν καλλιεργώντας τη γη, χωρίς όμως καμιά άλλη οικονομική βοήθεια από την οθωμανική διοίκηση, παρά μόνο την ανέγερση κάποιων πρόχειρων παραγκών. Η έλλειψη ουσιαστικής κρατικής μέριμνας ώθησε πολλούς λεπρούς να εγκαταλείψουν τα πρόχειρα σπίτια τους και να ξεχυθούν και πάλι στο νησί ως επαίτες. Μια εικόνα της κατάστασης που επικρατούσε δίνει ο αρχιδούκας της Αυστρίας Louis Salvator (Λουδοβίκος Σαλβατόρ), όταν σε νεαρή ηλικία επισκέφθηκε τη Λευκωσία το 1873 και περιγράφει στο βιβλίο του "Levkosia the capital of Cyprus 1881": «Και τι φρικτά θεάματα στην άκρη του δρόμου! Ανθρώπινα όντα να σέρνονται, καλυμμένα με λέπρα, να απλώνουν τα κοκκαλιάρικα χέρια τους προς τους διαβάτες, προσπαθώντας να προσελκύσουν την προσοχή τους με τρομακτικά ουρλιαχτά εκλιπαρώντας για ελεημοσύνη. Προσεύχονται στο Θεό για ανακούφιση από το φρικτό πόνο τους, και επειδή δεν τους επιτρέπεται να εισέλθουν στην πόλη, κάνουν τους ανοικτούς αγρούς τόπους διαμονής των…»
Η βρετανίδα E. Scott-Stevenson, μια από τις πρώτες βρετανίδες που έζησαν στην Κύπρο αμέσως μετά την προσάρτηση της νήσου στη Μ. Βρετανία, διασώζει με λεπτομέρειες την εικόνα της ζωής των λεπρών καθώς και των χώρων εγκατάστασής τους στο βιβλίο της Our Home in Cyprus (Chapman And Hall, Limited, 193 Piccadilly. 1880.) Περιγράφει έναν νεότατο άνθρωπο, τον οποίο συνάντησε η ίδια κατά την επίσκεψή της στη λεγόμενη «Φάρμα των λεπρών» (Leper Farm), στις αρχές του 1879:«Η εικόνα του προσώπου του θα με ακολουθεί σε όλη μου τη ζωή. Ο φρέσκος αέρας των λιβαδιών φαινόταν ακόμη να τον τριγυρίζει. Οι μνήμες του ευτυχισμένου σπιτιού και οι χαρές μιας ζωής μέσα σε ένα όμορφο κόσμο κυριαρχούσαν στις σκέψεις του. Η υγεία και η δύναμή του ξεχείλιζαν, αποτελούσε τον χαρακτηριστικό τύπο του Kύπριου αγρότη. Ρωτώντας πληροφορήθηκα ότι είχε μόλις 6 ημέρες στη “Φάρμα”. Του ήταν φοβερά δύσκολο να αντιμετωπίσει την σκληρή πραγματικότητα: ήταν ήδη θαμμένος ζωντανός σε ένα τάφο, μέχρις ότου τον σπλαχνιστεί και να τον απαλλάξει από το μαρτύριο ο ίδιος ο θάνατος».
Η Scott-Stevenson επαινεί το ενδιαφέρον της βρετανικής διοίκησης, που ήδη από τις πρώτες ημέρες της στην Κύπρο είχε μεριμνήσει για τη βελτίωση της ζωής των λεπρών. Η βρετανική διοίκηση, κατέληξε σε συμφωνία μαζί τους μόλις ένα εξάμηνο από την κατάληψη του νησιού τον Δεκέμβριο του 1878 και συντάχτηκαν κανόνες λειτουργίας της «Φάρμας των Λεπρών» οι οποίοι όριζαν σαφώς ότι:
α) διευθετούνταν το ζήτημα της ημερήσιας χρηματικής και υλικής επιχορήγησης (ψωμί) και ο τρόπος παραλαβής τους,
β) κατοχυρωνόταν το δικαίωμα των λεπρών να καλλιεργούν τη γη του ασύλου έκτασης περίπου 190 στρεμμάτων,
γ) οριζόταν ο ρόλος (υποχρεώσεις-καθήκοντα) του μουχτάρη/προέδρου στο «λεπροχωριό»,
δ) απαγορευόταν αυστηρά η έξοδος σε όλους τους ασθενείς για οποιοδήποτε λόγο (επαιτεία, επίσκεψη σε γονείς, σε συγγενείς και φίλους κ.λπ.), γιατί διαφορετικά επιβαλλόταν στέρηση της μηνιαίας επιχορήγησης,
ε) ορίζονταν οι ελάχιστες αποστάσεις τόσο της προσέγγισης των υγιών στις κατοικίες των λεπρών (45 μ.) όσο και των ασθενών προς τους υγιείς οικείους, φίλους και συγγενείς του (4,5 μ.),
στ) απαγορευόταν η κατοχή όνων εκτός από εκείνον που χρησιμοποιούνταν για την καθημερινή μεταφορά άρτου στη «Φάρμα».
Με τη θέσπιση του Περί Λεπρών Νόμου του 1891, ο οποίος προέβλεπε την αναγκαστική απομόνωση των λεπρών, χωρίς όμως παράλληλα να λαμβάνεται πρόνοια για την περίθαλψη ή για τη νοσηλεία τους, το Λεπροκομείο επισημοποιήθηκε ως ίδρυμα. Παρέμεινε στην πρώτη του θέση έξω από τη Λευκωσία μέχρι το 1955. Οι λεπροί είχαν δημιουργήσει την δική τους κοινωνία, έχοντας ακόμα κτίσει και την εκκλησία τους την αφιερωμένη στον προστάτη των λεπρών Αγ. Χαράλαμπο, που ήταν γιατρός. Στην Κύπρο, στην απογραφή του 1901 καταγράφηκαν 135 ασθενείς. Η εποχή επέβαλλε την αυστηρή τους απομόνωση.
Το βιβλίο Χατζηκυριακίδη
Στο βιβλίο του Κυριάκου Χατζηκυριακίδη με τίτλο "Η φάρμα των Λεπρών" παρουσιάζει την «επίσημη» αποικιακή φιλανθρωπία και πρόνοια (εντός συγκεκριμένου προϋπολογισμού), αλλά και την αποκρουστική αδιαφορία της εκκλησιαστικής και πολιτικής ηγεσίας των Ελλήνων (και Τούρκων) Κυπρίων, που απορροφημένοι στον πολιτικό αγώνα, αδιαφορούσαν μέχρι το 1931, για τους ασθενείς. (Οι λεπροί παραπονούνταν ότι κανένας βουλευτής δεν τους είχε επισκεφθεί. Εξάλλου, τους απαγορευόταν να ψηφίσουν…)
Παρουσιάζονται δεκάδες τραγικές προσωπικές ιστορίες των ασθενών, καταδικασμένων σε ισόβια απομόνωση, που τους αντιμετώπιζαν οι συμπατριώτες τους με φόβο και αποστροφή. Σκιαγραφούνται οι μαχητές, με σημαντικότερο τον Χριστοφή Σάββα (1895-1968) από την Απαισιά, επίμονο αγωνιστή των δικαιωμάτων των Λεπρών, που από τη δεκαετία του 1910 διεκδίκησαν περισσότερα δικαιώματα, φάρμακα και ανθρώπινη συμπεριφορά απέναντί τους. Εντυπωσιακή λεπτομέρεια: Το 1918 ομάδα ασθενών με επικεφαλής τον Σάββα πραγματοποίησε πορεία προς το Κυβερνείο ζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και περισσότερα φάρμακα.
Από τους αποικιακούς υπαλλήλους, σπουδαία μορφή ήταν ο Σουηδός αρχίατρος Χάϊντεσταμ, γεννημένος στην Αθήνα και σύζυγος Επτανήσιας, που μόχθησε για τους λεπρούς της Κύπρου. Μάλιστα, είχε προτείνει να μεταφερθεί το Λεπροκομείο στις Κλείδες νήσους, απέναντι από το Μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, πρόταση που απορρίφθηκε ως ασύμφορη. Συγκλονιστικές είναι οι φωτογραφίες στο παράρτημα, του Γκλάσνερ, με τα ονοματεπώνυμα και τον τόπο καταγωγής των ασθενών. Ξεχωρίζει η 15χρονη, το 1902, Ορθοδοξία, από το Βουνί. Όπως και οι πληροφορίες για τον «Οίκο των παιδιών λεπρών», υγιέστατων μεν, αλλά υπό περιορισμό…
Στη Λάρνακα
Το 1955 η Αγγλική διακυβέρνηση αποφάσισε να μεταφέρει το λεπροκομείο στη Λάρνακα, σε μια έκταση περίπου 100 στρεμμάτων γεμάτη πεύκα, κοντά στην Αλυκή. Η μετακίνηση έγινε σταδιακά αρχίζοντας από τις πρώτες μέρες Σεπτεμβρίου του 1955. Στη Λάρνακα οι λεπροί δημιούργησαν σιγά-σιγά το νέο τους σπίτι. Το νέο λεπροκομείο ονομάστηκε Στέγη Άγιος Χαράλαμπος. Ο κάθε ασθενής είχε τον δικό του χώρο διαμονής, αλλά και ένα κομμάτι γης, που μπορούσε να καλλιεργήσει, να εκθρέψει ζώα και να ασχοληθεί με ό,τι θα έκανε και έξω από το ίδρυμα. Η Στέγη διέθετε ακόμα καφενείο, εστιατόριο, σινεμά, νοσοκομείο και φυσικά την εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους που ξαναχτίστηκε από την αρχή. Οι ασθενείς δεν ήταν έγκλειστοι στο λεπροκομείο. Μπορούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα στη χώρα χωρίς περιορισμό μέχρι τα όρια της επικράτειας των υγιών. Το κράτος τους παρείχε μηνιαίο εισόδημα και 13ο μισθό, ενώ οι εσωτερικοί ασθενείς δικαιούνταν επίδομα ρουχισμού κάθε αρχή και τέλος του χρόνου, επίδομα υγραερίου κάθε μήνα και επίδομα χριστουγεννιάτικου τραπεζιού.
Tα προνόμια αυτά αποκτήθηκαν με κόπο και αγώνα. Από τη δεκαετία του 1910 με ηγέτη τους τον Χρίστο Σάββα (1895-1968) από την Απαισιά, οι λεπροί της Κύπρου άρχισαν να διεκδικούν με μεγαλύτερη επιμονή και μαχητικότητα τα δικαιώματά τους. Μάλιστα, το 1918 ομάδα ασθενών πραγματοποίησε πορεία προς το Κυβερνείο ζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και περισσότερα φάρμακα. Από τους αποικιακούς υπαλλήλους, σπουδαία μορφή ήταν ο Σουηδός αρχίατρος Χάϊντεσταμ, γεννημένος στην Αθήνα και σύζυγος Επτανήσιας, που μόχθησε για τους λεπρούς της Κύπρου. Μάλιστα, είχε προτείνει να μεταφερθεί το λεπροκομείο στις Κλείδες νήσους, απέναντι από τον Απόστολο Ανδρέα, πρόταση που απορρίφθηκε ως ασύμφορη.
Η μαρτυρία Κάλβιν ΜακΚάρολ
Τον Αύγουστο του 1909, ο Αμερικανός γιατρός Κάλβιν ΜακΚάρολ επισκέφθηκε την αποικία των λεπρών μαζί με μερικούς άλλους Αμερικανούς ιεραποστόλους. Περιέγραψε την επίσκεψή του σε μια επιστολή που δημοσιεύθηκε σε εκκλησιαστικό περιοδικό με την ονομασία Olive Tree.
«Η αποικία είναι χτισμένη σε έκταση άνω των 100 στρεμμάτων, με άφθονα πεύκα. Υπάρχουν δύο σειρές σπιτιών ή δρόμων, με μια ωραία μεγάλη εκκλησία για τους 75 Έλληνες που διαμένουν εκεί και ένα τζαμί για τους 25 Μωαμεθανούς. Όλα τα κτίρια είναι κατασκευασμένα από πέτρα και τα σπίτια φαίνονται πολύ άνετα. Κοντά στο κέντρο του χωριού υπάρχει ένα όμορφο καφενείο από λαξευμένη πέτρα, όπου οι άνθρωποι μπορούν να συγκεντρώνονται και να περνούν τον χρόνο τους, συζητώντας και παίζοντας χαρτιά. Στους εσωτερικούς τοίχους του κτιρίου κρέμονταν πολλές εικόνες, ανάμεσά τους η εικόνα του “Καλού Ποιμένα” και του “Μωυσή που υψώνει το φίδι στην έρημο”, οι οποίες αποτέλεσαν εξαιρετικά κείμενα για μια καλή και εκτενή συζήτηση πάνω σε πνευματικά ζητήματα, την οποία οι άνθρωποι άκουσαν με προσοχή· κατόπιν όλοι ανυπομονούσαν να φωτογραφηθούν. Τράβηξα μια φωτογραφία μιας ομάδας ανδρών μπροστά από το καφενείο. Όσοι βρίσκονται μπροστά φέρουν τα σημάδια της ασθένειας στις παραμορφώσεις των χεριών και των δακτύλων, ενώ στα πρόσωπα σχεδόν όλων διακρίνεται πάχυνση στο μέτωπο, στα φρύδια και στη μύτη. Ο άνδρας στο μέσον της πόρτας, με ένα σάλι γύρω από το κεφάλι του, έχει αλλοιωθεί τόσο ώστε να μοιάζει κάπως με μωρό. Το αγόρι κοντά στην άκρη της πρώτης σειράς έχει μόλις πρόσφατα μεταφερθεί στην αποικία και φαίνεται κατά τα άλλα υγιές, αλλά αναφέρει μια μικρή πληγή στο ένα πόδι, την οποία ο υγειονομικός αξιωματικός είπε ότι είναι λεπρώδης. Στις τρεις γυναίκες διακρίνεται η ασθένεια σε πιο προχωρημένο στάδιο, με τα δάκτυλα των χεριών και των ποδιών να έχουν καταστραφεί ολοκληρωτικά, αφήνοντας μόνο κολοβώματα. Μία μορφή της ασθένειας ονομάζεται αναισθητική λέπρα, η οποία, φυσικά, επηρεάζει τα νεύρα, και μια γυναίκα είπε ότι αν το χέρι της τραυματιζόταν ή καιγόταν, δεν θα ένιωθε πόνο παρά μόνο την πέμπτη ημέρα μετά. Υπήρχαν δύο ή τρεις που δεν μπορούσαν να βγουν από τα δωμάτιά τους, αλλά κάθονταν ντύνοντας ή πλένοντας τις πληγές τους με κάποιο λοσιόν που τους είχε δοθεί γι’ αυτόν τον σκοπό.»
Ο δρ ΜακΚάρολ συνεχίζει λέγοντας: «Όταν οποιοσδήποτε Κύπριος διαπιστωθεί ότι πάσχει από λέπρα, μεταφέρεται αμέσως στην αποικία, όπου λαμβάνει την κατάλληλη θεραπεία. Αν ο πάσχων έχει παιδιά που δεν έχουν ακόμη μολυνθεί από τον βάκιλο (βακτήριο), αυτά τοποθετούνται σε ένα ίδρυμα που έχει προβλεφθεί για τέτοια παιδιά, ώστε να έχουν τις ίδιες ευκαιρίες στη ζωή με τα παιδιά που γεννήθηκαν από υγιείς γονείς. Όταν ένας ασθενής πηγαίνει στην αποικία, αυτό είναι ισόβιο, καθώς δεν υπάρχει εγγυημένη θεραπεία. Το έλαιο χαουλμουγκρά έχει προσφέρει σημαντική ανακούφιση, αλλά δεν φαίνεται να έχει επιφέρει ίαση.»
Από το 1891, το Λεπροκομείο συντηρείτο τακτικά από προσωπικό 19 ατόμων, ανδρών και γυναικών. Δεν αναφέρθηκε καμία περίπτωση μετάδοσης της ασθένειας στο προσωπικό. Δύο φύλακες βρίσκονταν πάντοτε σε υπηρεσία για να διασφαλίζουν ότι κανένας λεπρός δεν θα δραπέτευε. Τα φάρμακα που χορηγούνταν στους λεπρούς ήταν δωρεάν, αν και υπήρξε υπόθεση εις βάρος του δρ Μπαϊρμιάν, ο οποίος συνελήφθη να χρεώνει ορισμένους τρόφιμους για τα φάρμακά τους.
Όσον αφορά τα παιδιά που γεννιούνταν στο Λεπροκομείο, συνήθως δίνονταν αμέσως μετά τη γέννησή τους σε υγιείς συγγενείς ή μέλη της οικογένειας για να τα αναθρέψουν ως δικά τους. Στις 28 Μαρτίου 1913, καταγράφεται ότι δύο παιδιά πουλήθηκαν προς πέντε λίρες το καθένα. Αν κανείς δεν ήταν πρόθυμος να υιοθετήσει ένα νεογέννητο από το Λεπροκομείο, τότε το παιδί αποστελλόταν σε ένα ίδρυμα στη Λευκωσία όπου διέμεναν και άλλα παιδιά, γεννημένα από γονείς λεπρούς. Το 1916 υπήρχαν έντεκα παιδιά, ηλικίας από έξι έως δεκαεπτά ετών, που ζούσαν ως ορφανά σε αυτό το ειδικό ίδρυμα. Ευτυχώς, όλα τα παιδιά μορφώνονταν, διδάσκονταν ένα επάγγελμα και λάμβαναν κρατική χορηγία πέντε λιρών για τα προς το ζην όταν τελικά απολύονταν. Δεν βρήκα καμία ένδειξη ή τεκμηρίωση που να υποδηλώνει ότι αυτά τα παιδιά γνώρισαν ή είδαν ποτέ τους βιολογικούς τους γονείς. Μπορώ μόνο να φανταστώ τις κακουχίες και το ψυχικό τραύμα που αυτά τα παιδιά και οι βιολογικοί τους γονείς θα πρέπει να ένιωσαν και να υπέμειναν.
Λέπρα ή νόσος του χάνσεν
H λέπρα οφείλεται στο mycobacterium leprae και προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέπος = φλοιός, λέπι, και άρα λεπ(ε)ρός = ο έχων λέπρα, τραχύς, πλήρης λεπίδων). Ήταν όπως έγραψε το 1948 ο λεπρολόγος Ernest Muir, η τρομακτικότερη ασθένεια από όλες τις άλλες, «όχι γιατί σκοτώνει, αλλά γιατί αφήνει τον άνθρωπο να ζει».
Η λέπρα, ή αλλιώς Νόσος του Χάνσεν, από τον Νορβηγό γιατρό που ανακάλυψε το συγκεκριμένο βακτήριο, είναι πανάρχαια ασθένεια που πρωτοεμφανίστηκε στα βάθη της Ασίας. Στη Μέση Ανατολή και στην Ελλάδα την μετέφεραν οι στρατοί του Ξέρξη και του Μ. Αλέξανδρου, και από εκεί στην Ευρώπη τα στρατεύματα των Ρωμαίων και αργότερα των Σταυροφόρων. Οι ασθενείς υποφέρουν από δερματικές αλλοιώσεις και παραμορφώσεις, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε έλκη, απώλεια οστού, τοπική αναισθησία, αναπηρία (π.χ. απώλεια δακτύλων). Στις επιπλοκές συγκαταλέγονται ηπατική, νεφρική ανεπάρκεια, ή ακόμα και τύφλωση. Η λέπρα δεν είναι κληρονομική ενώ η μεταδοτικότητά της είναι πολύ μικρή και εξαρτάται από εξωγενείς παράγοντες, όπως το κλίμα, η έλλειψη στοιχειωδών κανόνων καθαριότητας και υγιεινής και ο υπερπληθυσμός. Η μετάδοση της νόσου μπορεί να γίνει μέσω του δέρματος, της βλεννογόνου της ρινός, του πεπτικού και του αναπνευστικού συστήματος και των γεννητικών οργάνων. Τα συμπτώματά της όμως μπορούν να εμφανιστούν πολλά χρόνια μετά την προσβολή του οργανισμού και αυτό την καθιστά εξαιρετικά ύπουλη. Αρχικά εμφανίζονται κηλίδες και κοκκινίλες στο δέρμα καθώς και βλάβες στα νεύρα, τη μύτη, το φάρυγγα, τον λάρυγγα, τους οφθαλμούς ή τους όρχεις. Ακολουθούν συμπτώματα όπως πόνος, μούδιασμα, κάψιμο, ατονία και λεμφαδενοπάθεια. Η νόσος σταδιακά επεκτείνεται από έξω προς τα μέσα, με αποτέλεσμα την προσβολή των νεύρων, παρακείμενων και υποκείμενων ιστών και την εμφάνιση παραμορφώσεων με διάβρωση. Η λέπρα αυτή καθαυτή δεν είναι θανατηφόρα. Ο θάνατος επέρχεται από τις συνέπειές της, από μολύνσεις και τις κακουχίες που υφίσταται ο οργανισμός. Στις μέρες μας εξακολουθεί να εντοπίζεται κυρίως στην Ινδία, τη Λατινική Αμερική και την Αφρική όμως μπορεί πλέον να θεραπευθεί πλήρως.
Βιβλιογραφία