Αλευρόμυλοι

Image

Προτού εισαχθούν και λειτουργήσουν στην Κύπρο οι σύγχρονες μηχανές, τα σιτηρά αλέθονταν στους αλευρόμυλους, που λέγονταν και νερόμυλοι γιατί κινητήρια δύναμη είχαν το νερό του ποταμού. Σε αυτούς, για αιώνες, προσέρχονταν οι χωριάτες κουβαλώντας με τα ζώα τους, ακόμη κι από μακρινές αποστάσεις, τον καρπό της γης τους που τον άλεθαν κι επέστρεφαν στα χωριά τους με αλεύρι και πίτουρα.

 

Επειδή οι αλευρόμυλοι λειτουργούσαν με τη δύναμη του νερού, βρίσκονταν χτισμένοι στις όχθες των ποταμών όπου και σήμερα μπορεί κανένας να συναντήσει τα απομεινάρια τους, κατάσπαρτα σε πολλά μέρη της Κύπρου. Η κλασσική εικόνα του κυπριακού αλευρόμυλου παρουσιάζει ένα γραφικό χτίσμα, οικοδομημένο κατά κανόνα από πέτρες του διπλανού ποταμού, κι αποτελούμενο βασικά από ένα μεγάλο δωμάτιο, με την είσοδο μπροστά, στο βάθος του οποίου βρισκόταν ο μύλος.

 

Ο μύλος αποτελείτο από δυο μεγάλες μυλόπετρες, τοποθετημένες η μια πάνω στην άλλη, και χαραγμένες στις πλευρές που εφάπτονταν, για να αλέθουν καλύτερα το σιτάρι. Πολύ συχνά ο μυλωνάς έπρεπε να χαράσσει τις μυλόπετρες με το μυλοχαράιν, για να τους δίνει την αιχμηρότητα που έχαναν με την μεταξύ τους τριβή. Πάνω από τις μυλόπετρες, που καλύπτονταν με ξύλινη εξέδρα, βρισκόταν η αβάτζ'η, ένα μεγάλο ξύλινο χωνί. Ο μυλωνάς ανέβαινε στην εξέδρα κι έριχνε το σιτάρι στην αβάτζ'η, απ' όπου λίγο - λίγο διοχετευόταν στις μυλόπετρες για ν' αλεστεί. Κάτω από τις μυλόπετρες βρισκόταν η φτερωτή (=τροχός με «φτερά») του μύλου, η οποία κι έδινε την κίνηση στις μυλόπετρες.

 

Το νερό του ποταμού το έπαιρναν από ένα σημείο μακρύτερα, σε ψηλότερο υψόμετρο, και το διοχέτευαν στον μύλο με αυλάκι, συνήθως πετρόχτιστο, που λεγόταν μυλαύλακο ή αυλάτζ'ιν του μύλου. Το μυλαύλακο κατέληγε πάνω στη στέγη του μύλου απ' όπου το νερό έπεφτε με δύναμη πάνω στη φτερωτή, που της έδινε περιστροφική κίνηση, κι έβγαινε από ένα άνοιγμα χαμηλότερα στον απέναντι τοίχο, για να καταλήξει και πάλι στον ποταμό. Η φτερωτή με την κίνησή της γύριζε τις μυλόπετρες. Ο μύλος ετίθετο σε λειτουργία με την διοχέτευση νερού στη φτερωτή, και σταματούσε να λειτουργεί όταν η παροχή νερού διακοπτόταν.

 

Αλευρόμυλοι υπήρχαν σε πολλά μέρη της Κύπρου και μπορεί κανένας να δει σήμερα τα εγκαταλειμμένα από πολλά χρόνια κι ερειπωμένα κτίριά τους σε όχθες ποταμών, κυρίως στην οροσειρά του Τροόδους. Ένα τέτοιο κτίριο ανακαινίστηκε πρόσφατα στην Κακοπετριά, όμως τώρα αποτελεί απλά αξιοθέατο και λειτουργεί σαν εστιατόριο. Πιο φημισμένοι ωστόσο ήταν μια σειρά από αλευρόμυλους στην κατεχόμενη Κυθρέα, που όλοι λειτουργούσαν με το νερό του περίφημου Κεφαλόβρυσου του χωριού, αλέθοντας τα προϊόντα της Μεσαριάς, του σιτοβολώνα της Κύπρου. Το ίδιο φημισμένοι ήσαν και οι αλευρόμυλοι του Καραβά και της Λαπήθου που επίσης λειτουργούσαν με τα νερά των αντίστοιχων Κεφαλόβρυσων των δυο χωριών.

 

Οι αλευρόμυλοι αυτοί είχαν μεγάλη οικονομική σημασία κι είχαν συμβάλει σημαντικά στην ανάπτυξη και οικονομική πρόοδο των πιο πάνω χωριών με την προσέλκυση, κάθε χρόνο, πλήθους χωρικών από τις γύρω περιοχές για άλεσμα.

 

Οι νερόμυλοι και αλευρόμυλοι της Κυθρέας

 

Η Κυθρέα είχε σοβαρά πλεονεκτήματα για τη δημιουργία και λειτουργία νερόμυλων και διατήρησή τους μέσα στους αιώνες, τη σταθερή και ικανοποιητική ροή νερού από την πηγή του Κεφαλόβρυσου. Χάρη στα άφθονα νερά της πηγής και την κατάλληλη μορφολογία του εδάφους, η Κυθρέα είχε τη μεγαλύτερη συγκέντρωση υδροκίνητων αλευρόμυλων στην Κύπρο. Ιστορικές αναφορές στους νερόμυλους της Κυθρέας ανάγονται στην περίοδο της Φραγκοκρατίας, συνεχίστηκαν επί Βενετών και αυξήθηκαν μετά την κατάκτηση της Κύπρου από τους Οθωμανούς (1571). Ήδη από την αρχή της περιόδου, στην πρώτη πληθυσμιακή και φορολογική επισκόπηση των Οθωμανών το 1572, σημειώνονται 33 νερόμυλοι στην Κυθρέα, σηματοδοτώντας μια νέα φάση της ιστορίας τους υπό τους νέους κυριάρχους.

 

Η Κυθρέα καθώς δεσπόζει της πεδιάδας της Μεσαορίας, και η παρουσία μεγάλου αριθμού αλευρόμυλων σε τόσο μικρή απόσταση από τον σιτοβολώνα της Κύπρου αλλά και από την πρωτεύουσα, της προσέδιδε οικονομική αλλά και στρατηγική σημασία. Σε περιπτώσεις εξεγέρσεων, η κατάληψη των μύλων της Κυθρέας ήταν καθοριστική για την τροπή των γεγονότων, εφόσον σήμαινε στέρηση της τροφοδοσίας της πρωτεύουσας. Παράλληλα, οι πολυάριθμοι και ιδιαίτερα αποδοτικοί μύλοι της Κυθρέας ήταν περιζήτητες προσοδοφόρες επιχειρήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά τις βρίσκουμε στην κατοχή σημαντικών αξιωματούχων, όπως ο Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος, ή θρησκευτικών ιδρυμάτων.

 

Κατά την περίοδο της βρετανικής διακυβέρνησης οι περισσότεροι μύλοι της Κυθρέας περνούν σταδιακά στην κατοχή ιδιωτών, ο αριθμός τους ωστόσο παραμένει σταθερός. Ο Sir Samuel Baker, που διέσχισε έφιππος την Κυθρέα το 1879, παρατήρησε ότι, λόγω έλλειψης επιστημονικού ελέγχου και σχετικής νομοθεσίας, γινόταν μεγάλη σπατάλη του περισσού νερού, το οποίο θα μπορούσε να αποθηκεύεται σε δεξαμενές, τις ώρες που οι μύλοι δε λειτουργούσαν.

 

Η υπερεκμετάλλευση των υδάτινων πόρων παράλληλα με τη μείωση της βροχόπτωσης ήταν δύο σημαντικοί παράγοντες που συνέβαλαν στη σταδιακή έλλειψη νερού. Σε αυτούς προστέθηκε η μεγάλη ξηρασία του 1932-33, η οποία επηρέασε σοβαρά τη γεωργική παραγωγή και στέρησε την κινητήρια δύναμη των νερόμυλων. Στην Κυθρέα ειδικότερα, οι γεωτρήσεις και κυρίως η εκτροπή των νερών της πηγής για άρδευση και ύδρευση 13 χωριών της Μεσαορίας το 1956, οδήγησαν στην εξάντληση της κύριας πηγής.

 

 

Πηγή

 

Σάββας Π. Χριστίδης, Κυθραία. Η πράσινή μας κοιλάδα, Λευκωσία 2003.

 

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image