Δύση και Κύπρος

Αγγλοκρατία και περίοδος μετά την ανεξαρτησία

Η βρετανική κατοχή (1878-1960) ήταν το αποκορύφωμα της διαμάχης εκείνης, και επανέφερε την Κύπρο στους κόλπους της Δύσης, από την οποία, κυρίως τη Μεγάλη Βρετανία, άρχισαν να ασκούνται ισχυρότερες και αμεσότερες πλέον πολλαπλές επιρροές στον κυπριακό βίο και πολιτισμό. Αυτές όμως δεν εξουδετέρωσαν πλήρως τις συνέπειες της Τουρκοκρατίας, καθώς ασκούνταν μέσα σε πλαίσια συχνά ασφυκτικά και από τις δυο πλευρές: οι Βρετανοί ήταν επιφυλακτικοί έναντι των «δυτικών» Ελλήνων Κυπρίων, αστών και μη, οι δε Κύπριοι Έλληνες έβλεπαν τη νέα πολιτικοστρατιωτική παρουσία της Δύσης στην πατρίδα τους ως προσωρινή και ως γέφυρα προς την ένωση με την μητέρα Ελλάδα, την κεντρική ενσάρκωση του δυτικού ιδεώδους γι’ αυτούς. Η σύγκρουση προς τη Μεγάλη Βρετανία (1931, 1955-59) οδήγησε στο σημερινό τραγικό καθεστώς του νησιού, στο οποίο η Δύση τοποθέτησε σφήνες και παγίδες για την ενότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας και την φυσική και εθνική επιβίωση της μεγάλης ελληνικής πλειοψηφίας του κυπριακού λαού, μέσω της τουρκοκυπριακής μειονότητας και της Τουρκίας, «προστάτιδας» της τελευταίας. Ενώ οι αντικομμουνιστές Κύπριοι απέβλεπαν στη Δύση ως την ιδανική κοιτίδα της ελευθερίας, έφθασε να διεκδικήσουν την εθνική τους ελευθερία με δυναμικά μέσα, για να προκαλέσουν την μήνιν της Βρετανίας και άλλων δυτικών χωρών -ανάμεσα τους τώρα και οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής-, που με πολλούς τρόπους υπέθαλψαν την ισχυροποίηση της τουρκοκυπριακής μειονότητας ως εγγυήσεως εξασθενήσεως και ουσιαστικής αδυναμίας της ελληνοκυπριακής πλειοψηφίας να αποβεί ο μόνος κυρίαρχος πολιτικοοικονομικός και στρατιωτικός παράγων στο νησί και στη γύρω κρίσιμη περιοχή.

 

Ωστόσο η Κύπρος παρέμεινε σταθερά προσηλωμένη στη Δύση, όπου θεωρούσε και αισθανόταν ότι ανήκε, και με την οποία την συνέδεαν και την συνδέουν ισχυροί δεσμοί, ιστορικοί, φυλετικοί, πολιτιστικοί και οικονομικοί. Εξάλλου η Κύπρος ορθά θεωρούσε ότι και η ιστορία και το παρελθόν και ο πολιτισμός της, ακόμη και η θρησκεία και η γλώσσα και άλλα χαρακτηριστικά, την τοποθετούσαν και την τοποθετούν σταθερά στη μεγάλη ομάδα των λαών της Δύσης και όχι στις μεγάλες ομάδες των λαών της Ανατολής ή της γειτονικής Αφρικής. Αλλά και η ίδια η Δύση αναγνωρίζει το γεγονός ότι η Κύπρος είναι τμήμα της, ανεξάρτητα από τις εκάστοτε εξελίξεις και τα εκάστοτε συμφέροντα που καθόριζαν και την έναντι της Κύπρου πολιτική της.

           

Η αίτηση της Κύπρου για εισδοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως ισοτίμου κράτους μέλους και η εκ μέρους της Ευρώπης αποδοχή αυτής της αίτησης και τελικά η ένταξη της Κύπρου την 1η Μαΐου 2004, αποδεικνύουν ακριβώς τούτο: ότι αναγνωρίζεται και από τα δύο μέρη πως η Κύπρος είναι τμήμα της Ευρώπης και πως τα νοτιοανατολικά σύνορα της Ευρώπης τελειώνουν στην Κύπρο.