ΕΘνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών ΕΟΚΑ

Οικονομικοί πόροι, δαπάνες, οπλισμός

Image

Όπως ο ίδιος ο Γρίβας αναφέρει (Χρονικόν ...σ. 624), καθ' όλη την διάρκεια του 4ετούς αγώνα η ΕΟΚΑ δαπάνησε χρηματικό ποσόν περί τις 140.000 λίρες. Το μεγαλύτερο μέρος του ποσού αυτού κατεβλήθη από την Εκκλησία, με μηνιαίες εισφορές μέσω του ηγουμένου του μοναστηριού Κύκκου στον ταμία της οργάνωσης. Ο ταμίας απέσυρε κάθε μήνα ποσόν που ενέκρινε ο ίδιος ο Γρίβας βάσει προϋπολογισμών και με τήρηση λογιστικών βιβλίων. Ακαθόριστο χρηματικό ποσό στάληκε και από τον τότε υπουργό Εξωτερικών της Ελλάδας Ευάγγελο Αβέρωφ μέσω της ελληνικής πρεσβείας της Λευκωσίας. Για λόγους ασφάλειας, ο Γρίβας απαγόρευσε αυστηρά την είσπραξη από μέλη της ΕΟΚΑ οιωνδήποτε εισφορών από ιδιώτες ή οργανισμούς, από εράνους ή από οποιαδήποτε άλλη πηγή.

 

Το ποσόν που δαπανήθηκε είχε χρησιμοποιηθεί για συντήρηση των ανταρτικών ομάδων, την αγορά οπλισμού και άλλου υλικού, τη συντήρηση οικογενειών καταζητουμένων, ανταρτών και βοήθεια προς τις οικογένειες των πεσόντων του αγώνα.

 

Ωστόσο κοντά στο χρηματικό αυτό ποσόν που δαπανήθηκε, θα πρέπει να προστεθεί η τεράστια βοήθεια του λαού προς την ΕΟΚΑ σε είδη αντί σε χρήματα, όπως ρουχισμός, τρόφιμα, υλικά για κατασκευές κρησφυγέτων αλλά και φιλοξενία αγωνιστών στα σπίτια τους με ρίσκο. Μεγάλη σε είδος βοήθεια πρόσφεραν στους αντάρτες και τα μοναστήρια, όπως αυτό του Μαχαιρά το οποίο έκρυβε για μήνες τον Αυξεντίου.

 

Οπλισμός: Ο αρχικός οπλισμός της ΕΟΚΑ είχε συγκεντρωθεί στην Ελλάδα και ήταν υλικό που ανήκε πιο πριν στην Οργάνωση Χ που είχε ιδρύσει εκεί ο Γρίβας. Στάλθηκε στην Κύπρο με δυο θαλάσσιες αποστολές, από τις οποίες παρελήφθη η πρώτη τον Μάρτη του 1954, ενώ η δεύτερη χάθηκε με τη σύλληψη του ιστιοφόρου «Άγιος Γεώργιος» στις 25 Ιανουαρίου 1955 από τους Βρετανούς. Αργότερα στάλθηκαν, πάλι από την Ελλάδα, μικρές ποσότητες πολεμικού υλικού. Στις 22 Ιανουαρίου 1956 η ΕΟΚΑ κατέσχε περί τα 800 κυνηγετικά όπλα από πολίτες. Πιο ύστερα, άρχισε να αποστέλλεται στρατιωτικό υλικό από την Ελλάδα μέσα σε βαλίτσες που περνούσαν από το τελωνείο της Λεμεσού στο οποίο είχε οργανωθεί για το σκοπό αυτό ειδική ομάδα τελωνειακών υπαλλήλων. Μικρότερες αποστολές έφθαναν με το ταχυδρομείο. Παράλληλα η ΕΟΚΑ οργάνωσε εργαστήρια κατασκευής πολεμικού υλικού (κυρίως βομβών διαφόρων τύπων με υλικά τα οποία κυκλοφορούσαν στην αγορά) που λειτούργησαν σε διάφορα μέρη της Κύπρου, ενώ άλλα εργαστήρια ειδικεύτηκαν στην επιδιόρθωση οπλισμού. Υπήρξαν και ατυχήματα στην κατασκευή βομβών που κόστισαν τη ζωή σε αγωνιστές όπως ο Παντελής Κατελάρης στον Αγιο Ιωάννη της Μαλούντας.

 

 Κλοπές οπλισμού

 

Διάφορες μικρές ποσότητες όπλων εξασφαλίζονταν με υφαρπαγή τους από τον αντίπαλο.

Από τα απομνημονεύματα του αγωνιστή της ΕΟΚΑ Γιάννη Νίκα (Αναπολώντας τον Αγώνα του 1955-59, Λευκωσία 2003) πληροφορούμαστε (σελ. 64 και 72) ότι τα μέλη της ΕΟΚΑ στην κοινότητα Άσσια κατόρθωσαν να αποκτήσουν μέσω κλοπής δύο γαλλικά υποπολυβόλα από Γάλλους στρατιώτες που στάθμευσαν στην Κύπρο κατά τη διάρκεια των επιχειρήσεων κατά της Διώρυγας του Σουέζ. Μάλιστα, το ένα εκ των δύο όπλων κατόρθωσε να αρπάξει κρυφά, στις 15 Δεκεμβρίου 1956, ο Νικόδημος Χαραλάμπους από αυτοκίνητο Γάλλων στρατιωτών που ήταν σταθμευμένο έξω από κέντρο διασκέδασης του χωριού.

Το πρώτο από τα πιο πάνω υποπολυβόλα χρησιμοποιήθηκε σε επιθετική ενέργεια της ΕΟΚΑ στην περιοχή Άσσιας εναντίον βρετανικών στόχων στις 4 Νοεμβρίου 1956. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται από τη διασταύρωση στοιχείων που προέρχονται τόσο από βρετανικές όσο και από ελληνικές κυπριακές πηγές. Ειδικότερα, ο Γ. Νίκας αφηγείται στα απομνημονεύματά του (σελ. 65-68) την αποστολή που διεκπεραίωσε δεκαπενταμελής ένοπλη ομάδα της ΕΟΚΑ, η οποία αποτελείτο από μαχητές από τις κοινότητες Φρενάρους, Άσσιας, Βατυλής και Άρσους. Οι μαχητές της οργάνωσης σχημάτισαν τρεις υποομάδες. Τα κλιμάκια αυτά εκτέλεσαν ενέδρα εναντίον βρετανικής αυτοκινητοπομπής στην άκρη της κοινότητας Άσσιας, στην κύρια οδική αρτηρία Λευκωσίας-Αμμοχώστου. Η επίθεση διεκπεραιώθηκε με τη χρήση Sten, ΜΑΤ-49, κυνηγετικών τυφεκίων και χειροβομβίδων.