Ευρωπαϊκή Ένωση και Κύπρος

Β' Ελληνική Προεδρία

Image

Η έλευση του δευτέρου εξαμήνου του 1988 σηματοδοτήθηκε από την ανάληψη της προεδρίας της ΕΟΚ από την Ελλάδα για δεύτερη φορά από την προσχώρησή της.  

 

Το επιτελείο του Θεόδωρου Πάγκαλου, διαβλέποντας το άμεσο ενδιαφέρον διαφόρων χωρών (Αυστρία, Σουηδία, Φινλανδία, Νορβηγία, Ελβετία) να προωθήσουν την ένταξή τους στην ΕΟΚ, πρόβαλε στην Λευκωσία την άποψη ότι η Κύπρος θα πρέπει να υποβάλει αίτηση ένταξης. Οι θέσεις Πάγκαλου, από τις οποίες προκύπτει ότι το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών είχε συγκεκριμενοποιήσει προ πολλού τη στρατηγική ένταξης (6), εκτέθηκαν αναλυτικά προς τη Λευκωσία. Τις ίδιες θέσεις ανέπτυξε προς τον πρόεδρο Βασιλείου, σε επίσκεψή του στην Κύπρο, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Κάρολος Παπούλιας. Η κυβέρνηση Βασιλείου δεν απάντησε στη γραπτή επιστολή Πάγκαλου, γεγονός που οδήγησε τον Έλληνα αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών να στείλει σε ειδική αποστολή τον συνεργάτη του Γ. Κρανιδιώτη στην Κύπρο, όπου συναντήθηκε με τον πρόεδρο Βασιλείου, χωρίς οποιοδήποτε αποτέλεσμα (7). Ο πρόεδρος Βασιλείου διαφώνησε με την ελληνική πρόταση για υποβολή αίτησης ένταξης, προβάλλοντας βασικά τα επιχειρήματα ότι η αίτηση ένταξης δεν ετύγχανε καμιάς ενθάρρυνσης από τα μεγάλα κράτη της ΕΟΚ και ότι υπήρχε ο κίνδυνος να συνδεθεί η περίπτωση της Κύπρου με την αίτηση ένταξης της Τουρκίας (8).

 

Σε αυτό το συμπέρασμα είχε καταλήξει ο πρόεδρος της Κύπρου και από τις επισκέψεις του σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και στις Βρυξέλλες, στις 14 Νοεμβρίου 1988, όπου συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Επιτροπής Ζακ Ντελόρ και τον επίτροπο Κλωντ Σεϋσσόν. Την οριστική θέση του να μην υποβάλει αίτηση ένταξης ανέπτυξε ο πρόεδρος Βασιλείου στον ίδιο τον πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου, στην παρουσία των υπουργών Εξωτερικών της Κύπρου και της Ελλάδος, Γεωργίου Ιακώβου και Καρόλου Παπούλια, σε συνάντηση τους στην Αθήνα στις 25 Νοεμβρίου 1988.

 

Οι προσπάθειες του προέδρου Βασιλείου συνέκλιναν το ίδιο διάστημα στην επανάληψη του διακοινοτικού διαλόγου με στόχο την επίτευξη συνολικής λύσης, διαφοροποιώντας την τακτική του προκατόχου του Σπύρου Κυπριανού για πρόταξη των βασικών πτυχών του Κυπριακού.

 

Στις διαβουλεύσεις με τους αξιωματούχους των Ηνωμένων Εθνών και με τον ίδιο τον γενικό γραμματέα Μπούτρος Γκάλι, ο πρόεδρος Βασιλείου είχε επισημάνει την ανάγκη διασφάλισης της ένταξης της Κύπρου στην ΕΟΚ. Θέση του προέδρου Βασιλείου ήταν ότι ένα τέτοιο θέμα δεν μπορούσε να παρακαμφθεί από τις διακοινοτικές συνομιλίες γιατί σε περίπτωση συμφωνίας στο Κυπριακό, η τουρκοκυπριακή πλευρά θα μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμα της αρνησικυρίας στην ένταξη, επικαλούμενη άλλες ρυθμίσεις που της προσφέρουν αυτό το δικαίωμα αρνησικυρίας σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Η ανακίνηση του θέματος από τον πρόεδρο Βασιλείου οδήγησε τον τότε γενικό γραμματέα Χαβιέ Πέρεζ ντε Κουεγιάρ να το περιλάβει για πρώτη φορά στις προτάσεις του προς τις δύο πλευρές τον Ιούνιο του 1989. Ο γενικός γραμματέας υποστήριξε γενικώς ότι η προοπτική ένταξης στην ΕΟΚ θα πρέπει να μελετηθεί. Η αόριστη και μη δεσμευτική αναφορά είναι αποκαλυπτική των λεπτών ισορροπιών στα Ηνωμένα Έθνη έναντι του θέματος της ένταξης. Η Τουρκία ασφαλώς ήταν κατηγορηματικά αντίθετη και η τουρκοκυπριακή πλευρά απειλούσε με αποχώρηση από την διαδικασία των Η.Ε. Αντίθετες για δικούς τους λόγους, που αποκαλύπτονται με την εξέλιξη της πορείας ένταξης, ήσαν οι ΗΠΑ, η Βρετανία και με διαφοροποιήσεις η ομάδα των ισχυρών κρατών της ΕΟΚ, δηλαδή η Γερμανία και η Γαλλία.

 

Στο εσωτερικό της Κύπρου, οι θέσεις των κομμάτων διαφοροποιούνται εντός του 1989 και πολλές προσωπικότητες λαμβάνουν ενεργά μέρος στην προώθηση της αίτησης ένταξης. Στην Βουλή των Αντιπροσώπων δημιουργήθηκε ένα πλαίσιο συνεννόησης μεταξύ των τριών από τα τέσσερα κόμματα, του ΔΗΣΥ, του ΔΗΚΟ και της ΕΔΕΚ, με αποτέλεσμα το Σώμα να εγκρίνει στις 23.6.1989 ψήφισμα με το οποίο ζητήθηκε από τον πρόεδρο Βασιλείου να προχωρήσει αμέσως στην υποβολή αίτησης ένταξης.

 

Στις 14 Ιουλίου 1989 η Αυστρία έκανε το αποφασιστικό βήμα εγκαταλείποντας την πολιτική ουδετερότητας που ακολουθούσε όλο το διάστημα από τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Η αυστριακή κυβέρνηση υπέβαλε αίτηση για πλήρη ένταξη στην ΕΟΚ και άνοιξε έτσι τον κύκλο των χωρών που θα συγκροτούσαν την επόμενη διεύρυνσή της.

 

Την ίδια περίοδο, κοσμογονικές εξελίξεις συγκλονίζουν την υφήλιο και αναδιατάσσουν τις ισορροπίες στην Γηραιά Ήπειρο. Πέφτει το τείχος του Βερολίνου και μαζί του αλυσιδωτά όλες οι διαχωριστικές γραμμές του Ψυχρού Πολέμου. Η ΕΣΣΔ, υπό τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ χάνει συνειδητά σημαντικό μέρος του ηγεμονικού ρόλου της, δίνοντας τη συγκατάθεσή της στην επανένωση της Γερμανίας. Οι αλλαγές αυτές είχαν άμεση επίπτωση στις εξελίξεις σε ολόκληρο τον κόσμο και βεβαίως έναντι της Κύπρου της οποίας οι στρατηγικές επιλογές βρέθηκαν σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Οι επιπτώσεις αυτές μόλις άρχισαν να γίνονται κατανοητές στους πολιτικούς κύκλους της Κύπρου. Σε κακή στιγμή βρέθηκε και η Ελλάδα, εν μέσω διαρκούσης πολιτικής κρίσης και αδυναμίας συγκρότησης κυβέρνησης.

 

Η κατάρρευση του πολιτικού και οικονομικού οικοδομήματος της ανατολικής Ευρώπης σηματοδότησε καθοριστικές αναδιατάξεις ισχύος για την ΕΟΚ, η οποία στο εξής άρχισε να αναζητεί επίμονα τον δικό της πολιτικό ρόλο.

 

Η κρίση στον Περσικό Κόλπο, λίγους μήνες αργότερα, και η παρέμβαση των ΗΠΑ κατέδειξε το ύφος της Νέας Τάξης Πραγμάτων την οποία διακήρυξε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζωρτζ Μπούς. Οι ραγδαίες εξελίξεις στον ίδιο τον χώρο της Ευρώπης, στα Βαλκάνια, η κρίση στην Γιουγκοσλαβία και η κατάρρευση της ΕΣΣΔ συγκρότησαν ένα εντελώς νέο παγκόσμιο περιβάλλον ανταγωνισμού ισχύος, στο οποίο και η Κύπρος αποτελεί ένα μικρό στοιχείο.

 

Μέσα στη λαίλαπα των εξελίξεων, στις 18 Δεκεμβρίου 1989, η Επιτροπή της ΕΟΚ εξέδωσε την γνωμοδότησή της για την αίτηση ένταξης της Τουρκίας, στην οποία αποφάνθηκε ότι στο προβλεπτό μέλλον δεν μπορεί να γίνεται λόγος για προσχώρησή της στην Κοινότητα (9).

 

Οι διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό στο ίδιο διάστημα δεν οδήγησαν σε ουσιαστικά αποτελέσματα. Η Λευκωσία είχε επενδύσει σημαντικά στην αμερικανική και την βρετανική ανάμειξη στο Κυπριακό, με στόχο να πεισθεί η τουρκική πλευρά για την ανάγκη επίλυσης του προβλήματος. Αντίθετα, αποτέλεσμα της δραστηριότητας αυτής ήταν η έγκριση του ψηφίσματος 649 του Συμβουλίου Ασφαλείας, στις 12 Μαρτίου 1990, και της έκθεσης του γενικού γραμματέα με την οποία γινόταν μια δυσμενής καταγραφή της έννοιας της πολιτικής ισότητας των δύο κοινοτήτων στην Κύπρο, πολύ κοντά στις τουρκικές αξιώσεις.

 

Στις 26 Ιουνίου 1990 η ελληνική κυβέρνηση ισχυροποίησε ακόμη περισσότερο τη σύνδεση του Κυπριακού με τις τουρκοκοινοτικές σχέσεις, με την υιοθέτηση της διακήρυξης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου του Δουβλίνου. Το Κυπριακό συζητήθηκε από τους 12 ηγέτες της ΕΟΚ και στη διακήρυξη που υιοθετήθηκε, γνωστή ως «διακήρυξη του Δουβλίνου», επισημαίνεται ότι το Κυπριακό επηρεάζει τις σχέσεις της ΕΟΚ με την Τουρκία. Η Κυπριακή Δημοκρατία προχώρησε τελικά στην υποβολή της αίτησης για ένταξη στην ΕΟΚ στις 4 Ιουλίου 1990, επί ιταλικής προεδρίας. Η αίτηση υπεβλήθη με επιστολή του υπουργού Εξωτερικών της Κύπρου Γιώργου Ιακώβου προς τον Ιταλό προεδρεύοντα του Συμβουλίου Υπουργών Τζιάννι Ντε Μικέλις.

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΙΕΡΙΔΗΣ

ΑΝΤΡΟΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ

Φώτο Γκάλερι

Image