Ευρωπαϊκή Ένωση και Κύπρος

Το κυπριακό και οι προοπτικές ένταξης

Image

Ο γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών Πέρεζ ντε Κουεγιάρ εξέφρασε αντίθεση στην υποβολή της αίτησης της Κύπρου για ένταξη. Η στάση του, την οποία διαβίβασε με επιστολές του προς τις κυβερνήσεις της Ιταλίας, της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας, υπαγορεύθηκε από τους αρνητικούς συσχετισμούς στο Συμβούλιο Ασφαλείας, κυρίως την εναντίωση των ΗΠΑ και της Βρεττανίας, αλλά και την πεποίθησή του ότι όντως αυτή η ενέργεια θα προκαλούσε επιπρόσθετες δυσχέρειες στην διαδικασία των διακοινοτικών συνομιλιών. Ο Ραούφ Ντενκτάς απέστειλε υπόμνημα στο Συμβούλιο Υπουργών της ΕΟΚ στο οποίο χαρακτήρισε την αίτηση ένταξης ως μονομερή ενέργεια της ελληνοκυπριακής πλευράς.

 

Όμως το Συμβούλιο Υπουργών, τον Σεπτέμβριο του 1990, αποφάσισε την παραπομπή της κυπριακής αίτησης στην Επιτροπή, όπως προνοούν οι συνθήκες, για να εκδώσει γνωμοδότηση.

 

Το δεύτερο εξάμηνο του 1990 κορυφώνεται η στρατιωτική συγκέντρωση της Δύσης, με επικεφαλής τις ΗΠΑ, στον Περσικό Κόλπο, που οδήγησε στην ταχύτατη επέμβασή τους, και τη συντριβή του στρατού του Ιράκ. Σε αυτό το διάστημα, η Κύπρος συμπαρατάχθηκε με τις δυτικές δυνάμεις και πρόβαλε διεθνώς το δόγμα της ενιαίας εφαρμογής των ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών, όπως στο Κουβέιτ έτσι και στην Κύπρο.

 

Η πλήρης αμερικανική ηγεμονία και η εγκαθίδρυση διαύλων αμέσου επικοινωνίας του Έλληνα πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και του προέδρου Γ. Βασιλείου με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζωρτζ Μπους, έδειχναν στοιχεία δυναμικής ανάμειξης στις εξελίξεις. Τόσο ο πρωθυπουργός όσο και ο πρόεδρος Βασιλείου ήσαν πεπεισμένοι ότι η αμερικανική παρέμβαση θα μπορούσε να αποφέρει αποτελέσματα.

 

Η άμεση ανάμειξη σε συνδυασμό με την αποφασιστικότητα των Αμερικανών να διατηρήσουν την πρωτοβουλία των διπλωματικών ενεργειών για επίλυση του Κυπριακού ήταν η βασική αιτία εξουδετέρωσης των πρωτοβουλιών για το Κυπριακό που επιχείρησαν να αναλάβουν πρώτη η ιταλική προεδρία και στη συνέχεια, το πρώτο εξάμηνο του 1991, η προεδρία του Λουξεμβούργου. Στο τέλος της ιταλικής προεδρίας, ο υπουργός Εξωτερικών Τζιάννι Ντε Μικέλις υπέβαλε πρόταση για την σύγκληση διεθνούς διάσκεψης για το Κυπριακό, με συμμετοχή της ΕΟΚ, της Τουρκίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας. Συνέχεια στην κοινοτική πρωτοβουλία έδωσε ο υπουργός Εξωτερικών του Λουξεμβούργου Ζακ Πόος, όμως και οι δύο ενέργειες ήσαν κενές περιεχομένου.

 

Η σύγκληση διεθνούς διάσκεψης για το Κυπριακό είχε αναχθεί εκείνο το διάστημα σε θέμα έντονου ενδιαφέροντος, υπό το πρίσμα πρότασης του Τούρκου προέδρου Τουργκούτ Οζάλ για πραγματοποίηση τετραμερούς συνάντησης με συμμετοχή της Τουρκίας, της Ελλάδας και των δύο κοινοτήτων της Κύπρου.

 

Το θέμα απασχόλησε και ειδική συνεδρία του Εθνικού Συμβουλίου στην Κύπρο με συμμετοχή και του Έλληνα πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και του υπουργού Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά, στις 8 Ιουνίου 1991. Στη συνεδρία εκείνη αποφασίστηκε να απευθυνθεί πρόταση προς τον γ.γ. του ΟΗΕ για σύγκληση διεθνούς διάσκεψης με συμβαλλόμενα μέρη τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, την Ελλάδα, την Τουρκία, την Κυπριακή Δημοκρατία και τις δύο κοινότητες του νησιού.

 

Στο κοινό ανακοινωθέν που εξεδόθη μετά τη συνεδρία έγινε ωστόσο μια ιδιαίτερα ατυχής αναφορά στο θέμα της ένταξης της Κύπρου (10). Το σύνολο της ηγεσίας της Κύπρου και η ελληνική κυβέρνηση καθόρισαν ως στόχο της πολιτικής τους για λύση και ένταξη της Ομόσπονδης Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η προσθήκη του επιθετικού προσδιορισμού «Ομόσπονδη» υποδηλούσε σαφώς ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά αποδεχόταν σιωπηρά ως δεδομένο, την ανάγκη να επιλυθεί το Κυπριακό και στη συνέχεια να επιτευχθεί η προσχώρηση στην ΕΟΚ. Είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποσαφηνίσει κανείς τις προθέσεις των συντακτών της παραγράφου, αλλά πολύ γρήγορα είχε γίνει αντιληπτό ότι επρόκειτο για ένα εντελώς λανθασμένο χειρισμό (11).

 

Οι προσπάθειες για επίτευξη ενός διακανονισμού μέσω του απ' ευθείας διαλόγου Ελλάδας - Τουρκίας και με τη δραστήρια συμβολή του προέδρου των ΗΠΑ Τζ. Μπους βρίσκονταν πάντοτε στις προτεραιότητες της τακτικής του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και του προέδρου Βασιλείου. Η πολιτική αυτή, που περιλάμβανε στο πακέτο μιας συνολικής λύσης και την ένταξη μιας Ομόσπονδης Κύπρου (δηλαδή μετά τη λύση) στην ΕΟΚ δοκιμάστηκαν στην συνάντηση των Παρισίων, του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Τούρκο ομόλογό του, Μεσούτ Γιλμάζ, στις 12.9.1991. Η συνάντηση διέψευσε ολοκληρωτικά τις ελπίδες για σημαντική μετακίνηση της τουρκικής πλευράς, ιδιαίτερα στο εδαφικό και στο θέμα της ένταξης (12), καθώς ο Τούρκος πρωθυπουργός πρόβαλε και επιπρόσθετες αξιώσεις, όπως η εναλλασσόμενη προεδρία στην Κύπρο. Η τουρκική ηγεσία ήταν πεπεισμένη ότι ο αναβαθμισμένος ρόλος της Τουρκίας μετά τον πόλεμο στον Κόλπο προσέφερε πρόσφορο έδαφος για διαπραγμάτευση από θέση ισχύος. Το ψήφισμα 716, το οποίο ενέκρινε στις 11 Νοεμβρίου1991 το Συμβούλιο Ασφαλείας, αντικατοπτρίζει σε σημαντικό βαθμό την αναβάθμιση του τουρκικού ρόλου. Σε αυτό κατεγράφη η ερμηνεία περί «πολιτικής ισότητας» των δύο κοινοτήτων όπως την μετέφερε σε προηγούμενη έκθεση του ο γ.γ. του ΟΗΕ.

 

Το ναυάγιο στο Παρίσι δεν αποθάρρυνε τον Κ. Μητσοτάκη να επιδιώξει εκ νέου τον διάλογο κορυφής με την Τουρκία. Τον Φεβρουάριο του 1992 ο Έλληνας πρωθυπουργός συνάντησε στο Νταβός τον πρόεδρο της Τουρκίας Τουργκούτ Οζάλ και λίγες ημέρες αργότερα εξέφρασε την εκτίμηση ότι δεν υφίσταται εξ ανατολών κίνδυνος. Η αποδυνάμωση του μετώπου προς την Τουρκία υπήρξε επίσης αποτέλεσμα των προβλημάτων που δημιούργησε στην Ελλάδα η κρίση στην πρώην Γιουγκοσλαβία και η έξαρση του θέματος των Σκοπίων. Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα ήταν η μόνη σταθεροποιητική δύναμη στην περιοχή των Βαλκανίων, δεν κατόρθωσε να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο και απετέλεσε αντίθετα μέρος της βαλκανικής διένεξης. Η δημιουργία νέων μετώπων στον βορρά περιόρισε εξαιρετικά τις δυνατότητες άσκησης εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας και ενέπλεξε σοβαρά τους χειρισμούς, ιδιαίτερα στους κόλπους της ΕΟΚ σε σχέση με την Κύπρο και τις σχέσεις με την Τουρκία. Η μετατροπή μάλιστα του θέματος των Σκοπίων σε ζήτημα άκρατης εθνικής ευαισθησίας, με αφορμή το όνομα και τα σύμβολα, αφαίρεσε κάθε δυνατότητα ταχύτατου και εποικοδομητικού συμβιβασμού εξ αιτίας του πολιτικού κόστους που θα συνεπαγόταν.

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΠΙΕΡΙΔΗΣ

ΑΝΤΡΟΣ ΠΑΥΛΙΔΗΣ