Ευρωπαϊκή Ένωση και Κύπρος

Πορεία ένταξης

Image

Ενώ στις 30 Ιουνίου 1993 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε τη θετική της γνωμοδότηση (Avis) για την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η ίδια η Κύπρος είχε να ακολουθήσει μία δύσκολη πορεία διεργασιών που θα την οδηγούσαν στην ένταξη. Μεταξύ άλλων, ήταν η επίπονη προσπάθεια εναρμόνισης με το ευρωπαϊκό κεκτημένο, που κάλυπτε πολλές πτυχές, όπως για παράδειγμα η προσαρμογή της κυπριακής νομοθεσίας ώστε οι νόμοι της Κύπρου να είναι εναρμονισμένοι με τους ισχύοντες ευρωπαϊκούς. Στις 15 Ιουλίου 1997 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε ένα έγγραφο γνωστό ως «Agenda 2000» . Σ’ αυτό εξετάζονταν οι όποιες επιπτώσεις από μία μελλοντική διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς επίσης και προτάσεις και εισηγήσεις για τη μελλοντική ανάπτυξη των θέσεων και της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στο έγγραφο αυτό, σχετικά με την Κύπρο, επαναβεβαιώνετο η γνωμάτευση της Επιτροπής του Ιουνίου 1993. Εσημειώνετο δε «το αυξημένο επίπεδο ανάπτυξης και οικονομικού δυναμισμού» της Κύπρου. Η Επιτροπή προσέθετε επίσης ότι: «βάσει του χρονοδιαγράμματος για έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Κύπρο, αυτές μπορούν να αρχίσουν πριν την επίτευξη λύσης του πολιτικού της προβλήματος [...] Εάν δεν καταστεί δυνατή η επίτευξη λύσης πριν από την έναρξη των διαπραγματεύσεων, αυτές μπορούν να αρχίσουν με την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως τη μόνη Αρχή την οποία αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο».

           

Μερικούς μήνες αργότερα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο που συνήλθε στο Λουξεμβούργο στις 12 και 13 Δεκεμβρίου 1997, περιελάμβανε στα συμπεράσματά του και τα εξής: «Η ένταξη της Κύπρου πρέπει να είναι προς όφελος όλων των κατοίκων της, στοχεύοντας στην προώθηση της ειρήνης και της συμφιλίωσης. Οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις θα έχουν ως στόχο τη θετική συμβολή στις προσπάθειες αναζήτησης πολιτικής λύσης στο Κυπριακό πρόβλημα μέσω συνομιλιών υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών. Στο πλαίσιο αυτό, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ζητεί από την κυπριακή κυβέρνηση να συμπεριλάβει και εκπροσώπους της τουρκοκυπριακής κοινότητας στη διαπραγματευτική της ομάδα...»

           

Τον Φεβρουάριο του 1998 διεξήχθησαν στην Κύπρο προεδρικές εκλογές. Ο εκλεγείς πρόεδρος της Δημοκρατίας Γλαύκος Κληρίδης ένα μήνα μετά την εκλογή του, στις 12 Μαρτίου 1998, υπέβαλε πράγματι εισήγηση με την οποία καλούσε την Τουρκοκυπριακή κοινότητα να επιλέξει αντιπροσώπους της που να συμμετείχαν στην κυπριακή ομάδα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων που θα άρχιζαν σύντομα. Η πρόσκληση αυτή του προέδρου Κληρίδη προς τους Τουρκοκυπρίους χαιρετίστηκε τόσο από την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και από τα κράτη μέλη της. Η τότε βρετανική προεδρία διαβίβασε την πρόσκληση στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων, η οποία όμως την απέρριψε. Η ηγεσία των Τουρκοκυπρίων, υπό τον Ραούφ Ντενκτάς, επέμενε σε χωριστές διαπραγματεύσεις μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του παράνομου και μη αναγνωρισμένου καθεστώτος των κατεχομένων περιοχών, πράγμα που δεν ήταν δυνατό να γίνει αποδεκτό. Ο επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρμόδιος για τη διεύρυνση Γκύντερ Φερχόιχεν κατέστησε σαφές στις 24 Μαρτίου ότι «η Κύπρος δύναται να μιλά μόνο με μία φωνή» και ότι «ξεχωριστές διαπραγματεύσεις δεν είναι εφικτές». Κάλεσε δε και πάλι τους Τουρκοκύπριους να συμμετάσχουν με εκπροσώπους τους στην κυπριακή διαπραγματευτική ομάδα. Η τουρκοκυπριακή πλευρά και πάλι δεν ανταποκρίθηκε.

           

Επίσημα, οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις μεταξύ Κύπρου και Ευρωπαϊκής Ένωσης άρχισαν στις 31 Μαρτίου 1998, αλλά ουσιαστικά ξεκίνησαν, με εντατικό ρυθμό, στις 10 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου.  Επικεφαλής της κυπριακής διαπραγματευτικής ομάδας ετέθη ο πρώην πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Γιώργος Βασιλείου. Το πρώτο στάδιο των διαπραγματεύσεων περιελάμβανε την αναλυτική εξέταση του κοινοτικού κεκτημένου, δηλαδή του συνόλου των ευρωπαϊκών νομοθεσιών, οδηγιών, αποφάσεων κλπ., προς εντοπισμό όλων εκείνων των θεμάτων για τα οποία απαιτείτο εκ μέρους της Κύπρου η τροποποίηση για εναρμόνισή τους  με τους νόμους και τους θεσμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προς τούτο, απαιτήθηκε σκληρότατη εργασία εκ μέρους της Κυπριακής Βουλής, των Υπουργείων και της κρατικής μηχανής. Εξετάστηκαν συνολικά 29 κεφάλαια και μέχρι το τέλος του 1999 η Κύπρος υπέβαλε στην Ευρωπαϊκή Ένωση τις έγγραφες θέσεις της και για τα 29 αυτά κεφάλαια.

           

Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2002 η Κύπρος, πρώτη από όλες τις υποψήφιες για ένταξη χώρες, ολοκλήρωσε τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις, κλείνοντας όλα τα κεφάλαια του ευρωπαϊκού κεκτημένου (Acquis), όπως εξάλλου προνοούσε και ο συμφωνημένος «οδικός χάρτης».

           

Οι εντατικές προσπάθειες προς έγκαιρη ολοκλήρωση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων είχαν ως αποτέλεσμα την ιστορική για την Κύπρο απόφαση – σταθμό που πάρθηκε από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο το οποίο συνήλθε στην Κοπεγχάγη στις 12 και 13 Δεκεμβρίου 2002. Η απόφαση αφορούσε στην επόμενη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την ένταξη δέκα συνολικά κρατών, περιλαμβανομένης της Κύπρου, την 1η Μαΐου του 2004.

           

Στο μεταξύ, υπήρχε πάντοτε ανοικτό το πρόβλημα της μη λύσης του Κυπριακού προβλήματος και η αντίδραση της Τουρκίας στην προοπτική ένταξης της Κύπρου. Ωστόσο μεγάλης σημασίας υπήρξε η θέση την οποία εξέφρασε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο στο Ελσίνκι, στις 11 Δεκεμβρίου 1999, ότι: Η προηγούμενη διευθέτηση του Κυπριακού προβλήματος δεν αποτελούσε προϋπόθεση για την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συγκεκριμένα ανάμεσα στα συμπεράσματα της Συνόδου αναφέρεται:

α) Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο χαιρετίζει την έναρξη, στις 3 Δεκεμβρίου στη Νέα Υόρκη, των συνομιλιών για τη συνολική ρύθμιση του Κυπριακού προβλήματος, και εκφράζει την κατηγορηματική του υποστήριξη στις προσπάθειες του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών να φέρει τη διαδικασία σε αίσιο πέρας.

(β) Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τονίζει ότι μια πολιτική επίλυση του προβλήματος θα διευκόλυνε την προσχώρηση της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Εάν μέχρι την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων προσχώρησης δεν έχει επιτευχθεί λύση, η απόφαση του Συμβουλίου, όσον αφορά στην προσχώρηση, θα ληφθεί χωρίς το ανωτέρω να αποτελεί προϋπόθεση. Εν προκειμένω, το Συμβούλιο θα λάβει υπόψη όλες τις σχετικές παραμέτρους.

γ) Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο εκφράζει την ικανοποίησή του για τις πρόσφατες θετικές εξελίξεις στην Τουρκία, όπως επισημαίνει η Επιτροπή στην έκθεση προόδου της, καθώς και για την πρόθεση της Τουρκίας να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις της, προκειμένου να συμμορφωθεί προς τα κριτήρια της Κοπεγχάγης. Η Τουρκία είναι υποψήφιο κράτος, που προορίζεται να προσχωρήσει στην Ενωση με τα ίδια κριτήρια, τα οποία ισχύουν και για τα λοιπά υποψήφια κράτη. Με βάση την υφιστάμενη

ευρωπαϊκή στρατηγική για την Τουρκία, όπως και για άλλα υποψήφια κράτη, θα ισχύει μία προενταξιακή στρατηγική για την ενθάρρυνση και τη στήριξη των μεταρρυθμίσεων της.

           

Στις 9 Απριλίου 2003 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ψήφισε υπέρ της ένταξης της Κύπρου. Η στήριξη της Ελλάδας όλο αυτό το διάστημα υπήρξε συνεχής και σταθερή.

           

Ωστόσο όλοι προτιμούσαν να εισερχόταν η Κύπρος στην Ενωμένη Ευρώπη με λυμένο ήδη το πρόβλημά της, παρά να εκληροδοτείτο αυτό το πρόβλημα στην ίδια την Ευρώπη. Τη διευθέτηση του Κυπριακού πριν από την ένταξη της Κύπρου επιδίωκαν και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Όμως το Κυπριακό εξακολουθούσε να ήταν ένα ιδιαίτερα δύσκολο πρόβλημα, καθώς μάλιστα η τουρκική πλευρά υπέβαλλε κάθε τόσο και νέες απαιτήσεις. Στις 8 Οκτωβρίου 1991, με έκθεσή του προς το Συμβούλιο Ασφαλείας ο τότε γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Πέρεζ ντε Κουεγιάρ απέρριπτε με σαφή τρόπο τις τελευταίες απαιτήσεις του Ραούφ Ντενκτάς για αναγνώριση χωριστής τουρκοκυπριακής κυριαρχίας στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, περιλαμβανομένου μάλιστα και του δικαιώματος απόσχισης, ενώ ήδη από τον Ιανουάριο του 1989 η Ελληνοκυπριακή πλευρά είχε υποβάλει στα Ηνωμένα Έθνη ένα «περίγραμμα προτάσεων» για επίλυση του Κυπριακού με την εγκαθίδρυση Ομόσπονδης Δημοκρατίας.

 

Στις 2 Απριλίου 1992 το Συμβούλιο της Ευρώπης δημοσιοποίησε παλαιότερη (4ης Οκτωβρίου 1983) έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η οποία έκθεση καταδίκαζε την Τουρκία για μαζικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Κύπρο. Εξάλλου, λίγες μέρες αργότερα, στις 27 Απριλίου 1992, ήλθε και η έκθεση του Αλφόνς Κουκώ, εισηγητή του Συμβουλίου της Ευρώπης, σχετική προς τη δημογραφική σύνθεση των κοινοτήτων στην Κύπρο. Η έκθεση Κουκώ επιβεβαίωνε τη δραματική αλλοίωση του δημογραφικού χαρακτήρα στο νησί δια του εκτεταμένου εποικισμού του κατεχόμενου βορείου τμήματός του από παράνομους εποίκους από την Τουρκία.

           

Το θέμα των εκ Τουρκίας παράνομων εποίκων, που σταδιακά υπερκάλυψαν την πληθυσμιακή δύναμη των Τουρκοκυπρίων (εκ των οποίων πάρα πολλοί μετανάστευσαν), εξελίχθηκε σε ένα ακανθώδες και ιδιαίτερα σοβαρό πρόβλημα που θα απασχολούσε στο μέλλον ως σημαντική πλέον πτυχή του Κυπριακού.

           

Στις 25 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εξέδωσε το ψήφισμα 789/92, το οποίο βεβαίωνε και πάλι ότι το status quo στην Κύπρο ήταν απαράδεκτο. Παρόμοια, και η Ευρωπαϊκή Ένωση εξέφρασε με διακήρυξη της προεδρίας της, στις 31 Οκτωβρίου 2000, τη θέση ότι: «Θεωρεί το status quo  στην Κύπρο απαράδεκτο» και ότι «υποστηρίζει τις προσπάθειες του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ για επίτευξη λύσης του Κυπριακού, σύμφωνα προς τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας». Παρόμοια θέση εξέφρασε και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, που περιλήφθηκε και στα τελικά συμπεράσματα της προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη συνάντηση κορυφής της Νίκαιας (9 Δεκεμβρίου 2000).

 

Η ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΤΟΥ ΟΗΕ

Η πρωτοβουλία του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Κόφι Ανάν κατά το διάστημα 1999 – 2004 προς επίτευξη συμφωνίας επίλυσης του Κυπριακού, δεν ήταν άσχετη προς την ενταξιακή πορεία της Κύπρου, καθώς γενική ήταν η επιθυμία εξεύρεσης λύσης πριν από την ένταξη στην Ενωμένη Ευρώπη.

           

Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών εγκαινίασε, τον Δεκέμβριο του 1999, μια νέα προσπάθεια διευθέτησης του Κυπριακού, μέσω της διαδικασίας των εκ του σύνεγγυς συνομιλιών και με βάση τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και τις υπάρχουσες Συνθήκες. Σε διάστημα ενός σχεδόν χρόνου, μέχρι τις 10 Νοεμβρίου 2000, πραγματοποιήθηκαν πέντε γύροι συνομιλιών κατά τις οποίες εξετάστηκαν το εδαφικό, η ασφάλεια, οι περιουσίες και η κατανομή της εξουσίας. Ωστόσο δεν σημειώθηκε πρόοδος αφού ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Ραούφ Ντενκτάς προέβαλλε την αμετακίνητη απαίτηση αναγνώρισης του παράνομου καθεστώτος του ως χωριστού κυρίαρχου κράτους. Αυτή τη θέση ήταν ολωσδιόλου αδύνατο να δεχθεί η Κυπριακή Δημοκρατία.

           

Οι συνομιλίες διακόπηκαν για ένα και πλέον χρόνο, μέχρι τις 16 Ιανουαρίου 2002, οπότε άρχισαν απευθείας συνομιλίες μεταξύ του προέδρου Γλαύκου Κληρίδη και του Ραούφ Ντενκτάς. Και πάλι δεν σημειώθηκε πρόοδος. Προσπαθώντας να προωθήσει τη διαδικασία, ο γενικός γραμματέας Κόφι Ανάν παρουσίασε, στις 11 Νοεμβρίου, ένα σχέδιο συνολικής διευθέτησης του Κυπριακού (που παρέμεινε γνωστό ως Σχέδιο Ανάν – 1). Λαμβάνοντας υπόψιν τις επί του σχεδίου παρατηρήσεις των μερών, ο γενικός γραμματέας υπέβαλε το σχέδιό του, αναθεωρημένο, άλλες δύο φορές, στις 10 Δεκεμβρίου 2002 και στις 26 Φεβρουαρίου 2003 (Σχέδια Ανάν- 2 και Ανάν – 3).

           

Στο μεταξύ στην Κύπρο διεξήχθησαν στις 16 Φεβρουαρίου 2003 προεδρικές εκλογές. Ενόψει των αναμενόμενων εξελίξεων, ο πρόεδρος Κληρίδης, που συμπλήρωνε θητεία 10 χρόνων, ζήτησε από το λαό την επανεκλογή του, έστω και για διάστημα μόνο 16 μηνών, προς συνέχιση του χειρισμού του όλου εθνικού θέματος, καθώς μάλιστα και η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο ΟΗΕ εργάζονταν εντατικά για διευθέτηση του Κυπριακού πριν από την 1η Μαΐου 2004. Τις προεδρικές εκλογές κέρδισε ο Τάσσος Παπαδόπουλος, που ανέλαβε τη σκυτάλη. Λίγο μόνο μετά την εκλογή του, κλήθηκε από τον γενικό γραμματέα σε συνάντηση μαζί του και με τον Ραούφ Ντενκτάς στη Χάγη. Εκεί, στις 10 Μαρτίου 2003, ο γενικός γραμματέας ζήτησε από τους δύο συνομιλητές να θέσουν το σχέδιό του ενώπιον του λαού για έγκριση, σε χωριστά δημοψηφίσματα. Την επομένη, 11 Μαρτίου, ο Κόφι Ανάν ανακοίνωσε αποτυχία της ειρηνευτικής διαδικασίας λόγω άρνησης του Ντενκτάς να παραπέμψει το προτεινόμενο σχέδιο σε δημοψήφισμα, αλλά και λόγω αντιρρήσεών του σε βασικά σημεία του σχεδίου. Ο πρόεδρος Παπαδόπουλος απεδέχθη την πρόταση, υπό προϋποθέσεις, ότι δηλαδή το νομικό πλαίσιο θα μπορούσε να διασφαλίσει βιώσιμη και διαρκή διευθέτηση του ζητήματος και ότι οι πτυχές του σχεδίου οι σχετικές με την ασφάλεια θα επιλύονταν και μεταξύ των εγγυητριών δυνάμεων, δηλαδή Ελλάδας και Τουρκίας.

           

Η αρνητική στάση του Ραούφ Ντενκτάς, καθώς και της ίδιας της Τουρκίας, αντιμετώπισε άμεση και ευρεία διεθνή κριτική αλλά και αντίδραση από μεγάλη μάζα των ιδίων των Τουρκοκυπρίων. Η τουρκική πλευρά, κατόπιν τούτου, προχώρησε, στις 23 Απριλίου 2003, στη λήψη ενός κατευναστικού μέτρου: στη μερική άρση των απαγορευτικών περιορισμών των κατοχικών δυνάμεων (που ίσχυαν από το καλοκαίρι του 2004) στη διέλευση Ελληνοκυπρίων στις κατεχόμενες περιοχές και Τουρκοκυπρίων στις ελεύθερες περιοχές. Ωστόσο η εξέλιξη αυτή, αν και προκάλεσε αμηχανία στην ελληνοκυπριακή ηγεσία, κατέδειξε ότι ο μύθος που καλλιέργησε η τουρκική πλευρά, ότι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι δεν μπορούσαν να ζήσουν ειρηνικά μαζί, δεν ευσταθούσε. Η καθημερινή διέλευση, έκτοτε, χιλιάδων ανθρώπων και από τις δύο πλευρές, δεν παρουσίασε κανένα πρόβλημα.

           

Το αδιέξοδο της Χάγης είχε ως αποτέλεσμα την απώλεια πολύτιμου χρόνου. Μόνο στις 4 Φεβρουαρίου 2004 (και ενώ η ημέρα ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση πλησίαζε) ο γενικός γραμματέας ζήτησε την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων στη Νέα Υόρκη. Εκεί, στις 13 Φεβρουαρίου, συμφωνήθηκε η έναρξη διαπραγματεύσεων μεταξύ των δύο πλευρών, βάσει του σχεδίου του γενικού γραμματέα, προς επίτευξη συμφωνίας πάνω σε αλλαγές που να εμπίπτουν στις παραμέτρους του σχεδίου. Σε περίπτωση συνέχισης του αδιεξόδου και παρά την ανάμειξη Ελλάδας και Τουρκίας, ο γενικός γραμματέας θα μπορούσε, με τη μέγιστη επιφύλαξη, να υπέβαλλε ουσιαστικές εισηγήσεις για οριστικοποίηση του σχεδίου που θα ετίθετο στο λαό προς έγκριση με χωριστά δημοψηφίσματα Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Η πρώτη φάση των νέων διαπραγματεύσεων έγινε στην Κύπρο και η δεύτερη στο Μπούργκενστοκ της Ελβετίας. Ο Ραούφ Ντενκτάς αρνήθηκε να μεταβεί στην Ελβετία και εκπροσωπήθηκε από τον γιο του Σερντάρ Ντενκτάς και τον Μεχμέτ Αλί Ταλάτ. Ο τελευταίος διαδέχθηκε σύντομα τον Ραούφ Ντενκτάς στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων.

           

Στο Μπούργκενστοκ, όπου εκπροσωπήθηκαν στο ψηλότερο επίπεδο και οι κυβερνήσεις Ελλάδας και Τουρκίας, τα Ηνωμένα Έθνη δεν διευθέτησαν απευθείας διαπραγμάτευση μεταξύ των δύο πλευρών. Αντίθετα, η ελληνική κυπριακή πλευρά πιέστηκε από τη γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών να εισέλθει σε διαδικασία διαπραγμάτευσης σχετική με τις απαιτήσεις που είχε θέσει η Τουρκία και που εκρίθη ότι βρίσκονταν σε αντίθεση προς τις βασικές αρχές του σχεδίου του γενικού γραμματέα. Η άρνηση της ελληνοκυπριακής πλευράς σ’ αυτή την πίεση έκανε τη γραμματεία να τροποποιήσει πάλι το σχέδιο, προσαρμόζοντάς το έτσι ώστε να ικανοποιούντο στον μέγιστο βαθμό οι τουρκικές απαιτήσεις. Ο γενικός γραμματέας παρουσίασε αυτό το τελικό του σχέδιο (γνωστό ως Σχέδιο Ανάν – 5) στις πλευρές στις 31 Μαρτίου 2004.

           

Όπως είχε συμφωνηθεί, το τελικό αυτό σχέδιο ετέθη ενώπιον των Κυπρίων για έγκριση ή απόρριψη με χωριστά δημοψηφίσματα που έγιναν ταυτόχρονα, στις 24 Απριλίου 2004. Αποτέλεσμα ήταν η μεν ελληνοκυπριακή πλευρά να απορρίψει το σχέδιο με μεγάλη πλειοψηφία (75,8 %), ενώ η τουρκοκυπριακή πλευρά το ενέκρινε με ποσοστό 64,9 % (δες και λήμμα Ανάν σχέδιο).

           

Αμέσως μετά την απόρριψη του σχεδίου από τους Ελληνοκυπρίους, ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ εξέφρασε την απογοήτευσή του για το ότι ο στόχος για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση μίας επανενωμένης Κύπρου δεν επετεύχθη. Προσέθεσε πάντως ότι σεβόταν το αποτέλεσμα των δημοψηφισμάτων.

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image