Αλλαγία ή Αλαγία, ή κράτος του Κανδηλόρου

Image

Η σημερινή μικρή τουρκική πόλη Αλ(λ)άγια. Κατά την επικρατέστερη εκδοχή ιδρύθηκε από τον Σελτζούκο σουλτάνο Αλαεδδίν Α' και Κομπάτ Α' 1220- 1236 μ.Χ. στα ερείπια του αρχαίου Κορακησίου στην Κιλικία, στην παραλία του κόλπου της Αττάλειας, κι ήταν πρωτεύουσα του ομώνυμου εμιράτου. Το όνομα Κανδηλόρον φαίνεται ότι είναι παραφθορά του Καλόν Όρος, προς το οποίο επίσης σχετίστηκε η Κύπρος, κατ' άλλους από το Kadilar = Καδῆδες, κατ' άλλους στα ερείπια της αρχαίας Σίδης ή Εσκή Αντάλια = Παλαιά Αττάλεια.

 

Στα 1291 η Αλ(λ)άγια ήταν ήδη οχυρό φρούριο τουρκικό, άγνωστο αν ήδη κράτος ανεξάρτητο ή ημιανεξάρτητο εμιράτο ή εξάρτημα του κράτους των Σελτζούκων. Πιθανότερος χρόνος ίδρυσης του κράτους του Κανδηλόρου ή Αλ(λ)αγίας είναι μετά την απαλλαγή της Μικράς Ασίας από τις μογγολικές επιδρομές στα 1276 μ.Χ. (οπότε στράφηκαν κατά των Μαμελούκων και περιέπεσαν σε διχόνοιες).

 

Στα 1332 -33 ο Ibn Battutah βρήκε την πόλη να κατοικείται από Τουρκομάνους, ήδη πολύ ανεπτυγμένη και να διεξάγει μέσω κυρίως των Γενουατών, εμπόριο με την Αίγυπτο, τη Συρία και την Κύπρο: Καϊρινοί και Αλεξανδρινοί έμποροι έφθαναν εδώ για συναλλαγές μαζί με Σύρους. Ήταν τότε το Κανδηλόρον ανεξάρτητο εμιράτο υπό τον Γιουσούφ, αδελφό του εμίρη της Καραμανίας, από το οποίο όμως σε διάφορες εποχές εξαρτιόταν, όπως και από το εμιράτο του Τεκκέ λόγω δυναστικών συγγενειών.

 

Στα 1325-1329 ο εκπρόσωπος του φλωρεντινού τραπεζικού οίκου Bardi στην Αμμόχωστο Francesco Balducci Pegolotti (pratica della Mercatura, ed. Allan Evans, The Med. Ac. of Amer., 1936, Kraus Reprint 1970, σ. 92) σημειώνει: ένα καντάρι της Αμμοχώστου αντιστοιχεί στο Κανδηλόρον με 40 μονάδες βάρους του φαρμακείου και άλλων μεγάλων εμπορευμάτων μονάδες 42. Ένα μέτρο χωρητικότητας του Κανδηλόρου αντιστοιχεί με 11 καφίζια της Αμμοχώστου. Το άσπρο βυζαντινό νόμισμα της Αμμοχώστου, ισούται με 7 άσπρα του Κανδηλόρου. Ακόμη όμως τότε υπερείχαν η Αττάλεια και το Λαγιάτζο οικονομικά, αν και κανονικά μετά το 1291 (πτώση της Άκρας στα χέρια των Μουσουλμάνων) το εμπόριο με το Κανδηλόρον κι άλλα μουσουλμανικά εμιράτα και πόλεις απαγορεύτηκε από τον πάπα και οι Λουζινιανοί της Κύπρου με εντολή του τελευταίου καταδίωκαν τα δυτικά πλοία που εμπορεύονταν με την Αίγυπτο που προμηθευόταν από την Αλλαγία πολύτιμα υλικά όπως ξύλα για ναυπήγηση πλοίων και της προμήθευαν άλλα όπως ζάχαρη, μπαχαρικά, λινάρι κλπ: η απαγόρευση συχνότατα παραβιαζόταν. Στα 1293 όταν έφθασε στην Κύπρο ο στόλος 20 πλοίων που ο πάπας ετοίμασε για την προστασία της, ο Ερρίκος Β' (1285-1324) προσθέτει σ' αυτόν άλλα 15 πλοία του και ο ενωμένος στόλος εκστρατεύει κατά της Αλλαγίας, κυριεύει τον παραλιακό της πύργο, αλλά αποτυγχάνει να καταλάβει τα άλλα φρούριά της, φεύγει στην Αλεξάνδρεια, από όπου επιστρέφει άπρακτη στην Κύπρο.

 

Στα 1336- 1341 ο Ludolphus yon Sudheim ισχυρίζεται ότι ο Ούγος Δ' (1324-1359) ο «χριστιανικώτατος ἡγεμόνας» κατά τον πάπα Κλήμεντα Στ', είχε υποχρεώσει το Κανδηλόρον κι άλλες παραλιακές πόλεις της Μικράς Ασίας να πληρώνουν σ' αυτόν φόρο υποτέλειας, αυτό όμως αμφισβητείται από τον Hill (II, σ. 288). Υποτελές έγινε το εμιράτο στον Πέτρο Α' Λουζινιανό της Κύπρου (1359-1369), στα 1361 όταν ο γενναίος εκείνος βασιλιάς εκστράτευσε στην Μικρά Ασία με πρόσκληση των κατοίκων της Κωρύκου που κινδύνευαν από τους Τούρκους και κατέλαβε πρώτα την Αττάλεια, πρωτεύουσα του Τεκκέ (24 Αυγ. 1361): τότε η συμμαχία των εμιράτων Κανδηλόρου, Μονοβγάτι, Τεκκέ (= Τακκᾶ στον Μαχαιρά, παρ. 368 Dawkins), και μεγάλου Καράμανου κατέρρευσε και οι εμίρηδες τον δυο πρώτων πρόσφεραν υποταγή και υποτέλεια στον Πέτρο. Ο Πέτρος δέχτηκε τα δώρα αλλά όχι τα κλειδιά της Αλ(λ)αγίας και γύρισε στην Κερύνεια στις 22 Σεπτεμβρίου 1361. Πόσο διάρκεσε η υποτέλεια αγνοούμε, πιθανώς όμως χαλάρωσε με την βαθμιαία εξασθένιση του βασιλείου της Κύπρου.

 

Στα 1403 ο στρατάρχης Boucicaut ενεργώντας για λογαριασμό της Γένουας εναντίον της Κύπρου, που ζήτησε βενετική βοήθεια, εκστράτευσε στις 4 Απριλίου για το νησί, αλλά παρακολουθούμενος από βενετικό στόλο ματαίωσε την επίθεση εναντίον της Κύπρου, της οποίας ο βασιλιάς Ιανός (1398-1432) ήταν ανυποχώρητος. Απεναντίας επισκέφθηκε την Κύπρο τον Ιούνιο του 1403 και έπειτα ανέλαβε επίθεση κατά του Κανδηλόρου με ασαφή αποτελέσματα, που κατέληξε σε συνθήκη ειρήνης με τον εμίρη του. Την συνθήκη ο Boucicaut θεώρησε επωφελέστερη όταν αντελήφθη πόσο σημαντικό θα ήταν το λιμάνι της Αλλαγίας σαν βάση για εκστρατεία του κατά της Κύπρου. Αυτή όμως δεν χρειάστηκε γιατί στις 7 Ιουλίου 1403 συνήψε συνθήκη ειρήνης με την Κύπρο και επέστρεψε από το Κανδηλόρον (Hill, II σσ. 452454). Από τα γεγονότα αυτά πιθανώς μπορεί να συναχθεί ότι στα 1403 το Κανδηλόρον δεν ήταν πια φόρου υποτελές στην Κύπρο ή ίσως επωφελήθηκε από την εκστρατεία του Boucicaut για να διακόψει τον φόρο και να τερματίσει την εξάρτησή του από τους Λουζινιανούς.

 

Πλήρης ανεξαρτησία πάντως του εμιράτου από τους τελευταίους προϋποτίθεται στα 1444 όταν ο εμίρης του σχεδίαζε εκστρατεία του κατά της Κύπρου αλλά την ματαίωσε έπειτα από παρέμβαση των προστατών της Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη του Νοσοκομείου (της Ρόδου). Οι απεσταλμένοι του βασιλιά Ιωάννη Β' (1432-1458) όμως συνέχισαν να ζητούν βοήθεια από την Δύση για άμυνα κατά του Κανδηλόρου (ίσως και της επικυρίαρχής του, από το 1426, Αιγύπτου) (Hill, II, σσ. 516-518).

 

Στα 1448 ο Ιμπραχήμ Μπέης της Καραμανίας απειλούσε να επιτεθεί κατά της Κωρύκου, της μόνης υπολειπόμενης κτήσεως της Κύπρου στη Μικρά Ασία και κατά της ίδιας της νήσου, εκτός αν ο Ιωάννης δεχόταν να του καταβάλλει φόρο 5.000 δουκάτα ετησίως όπως ακριβώς και στον εμίρη του Κανδηλόρου, όπως ισχυριζόταν. Οι Ιωαννίτες απέρριψαν τον ισχυρισμό μέσω του απεσταλμένου των Μαυρικίου Βαζελέν (Vaselin) και προειδοποίησαν ότι θα βοηθούσαν τον δυστυχή Ιωάννη εναντίον κάθε επίθεσης όπως είχαν πράξει και πριν κατά του Κανδηλόρου. Ο Ιμπραχήμ ζήτησε την μεσολάβησή τους, ματαίωσε την εκστρατεία κατά της Κύπρου, αλλά στο μεταξύ κατέλαβε την Κώρυκο, που χάθηκε για πάντα για την Κύπρο. Οι Ιωαννίτες ζήτησαν κι από τον σουλτάνο της Αιγύπτου να επέμβει υπέρ της Κύπρου της οποίας ήταν επικυρίαρχος από το 1426, αλλά δεν ξέρουμε αν το έπραξε, αν και είναι βέβαιο ότι ενθάρρυνε τον Μεγάλο Καράμανο να κρατήσει την Κώρυκο αλλά επενέβη με στόλο στα 1450 όταν ο εμίρης Louphtou Bey του Κανδηλόρου απειλούσε επίθεση κατά της Κύπρου σε συνεργασία με άλλους Τούρκους εμίρηδες κι ο Ιωάννης κι οι Κύπριοι ευγενείς βρίσκονταν σε απελπισία, αυτοεγκατάλειψη, αδράνεια και διαίρεση περί του πρακτέου. Έτσι στις 7 Σεπτεμβρίου 1450 συνήφθη συνθήκη φιλίας μεταξύ Κύπρου και Κανδηλόρου που προνοούσε ότι οι έμποροι των δυο κρατών θα είχαν ελεύθερη είσοδο στα λιμάνια οι μεν των δε, ζημιές που θα πάθαιναν οι μεν από τους δε θα πληρώνονταν από εκείνους που τις προκάλεσαν, και θα προειδοποιούσαν οι μεν τους δε για σκοπευόμενη επίθεση τρίτου εναντίον του ενός ή του άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Η συνθήκη τέθηκε υπό την ευθύνη του Μεγάλου Μαγίστρου των Ιωαννιτών που θα μεσολαβούσε σε τυχόν διαφωνίες στην εφαρμογή της. Γράφτηκε στα ελληνικά από Κύπριο στην υπηρεσία του Ιωάννη Β', όπως προκύπτει από γαλλίζοντες κυπριωτισμούς του κειμένου, και αποτελεί σπουδαίο τεκμήριο ανεπτυγμένου βαθμού διεθνούς δικαίου και πηγή πληροφοριών κάθε είδους (βλ. Αχ. Αιμιλιανίδη, Κυπρ. Σπουδαί, Γ’, 1939, σσ. 77-108. Hill, III, σσ. 518-521).

 

Όταν στα 1451 το Κανδηλόρον πολιορκήθηκε από το μεγάλο Καράμανο Ιμπραχήμ (που δυσαρεστήθηκε για τη φιλία Κύπρου- Κανδηλόρου), ζήτησε κυπριακή βοήθεια με βάση τους όρους της συνθήκης. Ο Ιωάννης έστειλε μερικά πλοία δικά του και των Ιωαννιτών που πολιόρκησαν το Ανεμούρι σε αντιπερισπασμό, με άγνωστο αποτέλεσμα, και ταυτόχρονα ζήτησε τη βοήθεια των Βενετών που με διπλωματικά μέσα πέτυχαν όπως φαίνεται ειρήνευση και προχώρησαν και στη σύναψη εμπορικής συμφωνίας με τον Μεγάλο Καράμανο στις 12 Φεβρ. 1453 (Hill, III, σσ. 521-522).

 

Στα 1466 ο Ιάκωβος Β' ο Νόθος οργάνωσε εκστρατεία υπέρ του Σελτζούκου εμίρη Κιλίτζ Αρσλάν, και σχεδίασε πλατιά συμμαχία Αιγύπτου, Καραμάνου, Κανδηλόρου και Κύπρου για να τον σώσει από την οθωμανική απειλή, συμμαχία που στα 1470 εγκρίθηκε από το Συμβούλιο του Τάγματος του Νοσοκομείου. Αν και στα 1471 έστειλε 300 τοξότες και πολεμεφόδια στον Αρσλάν τον επόμενο χρόνο αυτός αναγκάστηκε να παραδοθεί στον Οθωμανό στρατηγό Keduk Ahmad pasha, και κατά το ίδιο έτος υποτάχτηκε και το εμιράτο του Κανδηλόρου στους Οθωμανούς (Hill, III, σσ. 622-623, 640).

 

Οι εμπορικές σχέσεις Κύπρου - Αλλαγίας -Συρίας -Αιγύπτου -Ανατολής στην μέχρι του 1472 περίοδο έχουν λεπτομερώς μελετηθεί από τον W. Heyd (Histoire du Commerce du Levant au Moyen Age, Trad. F. Raynaud, III, Leipzig, 1885-1886, σποράδην) κι άλλους ερευνητές και στα πλαίσια αυτών των επαφών φαίνεται ότι μεταφέρθηκε στην Κύπρο από την Αλλαγία   η   λατρεία   του αγίου Μάμαντος, όπως γράφει ο   Μαχαιράς   (παρ. 33 έκδ. Dawkins)   χωρίς να ορίζει ακριβή χρονολογία (βλ. και διάφορες εκδοχές της Άννας Μαραβά - Χατζηνικολάου, Ο Άγιος Μάμας, Αθ., Coll de l’ Inst. fr. d. Ath., Καππαδοκία 9, 1953, σσ. 70, 82 κ.ε.: ίσως στα 1373, σ. 76).

 

Επί Τουρκοκρατίας υπήρξε διοικητική σχέση Κύπρου και Αλλαγίας, αλλά η σχέση ήταν πιο εκτεταμένη: από την Αλλαγία διεισέδυσαν στην Κύπρο ιδέες των μυστικιστών δερβίσηδων των Αχήδων, μέσω είτε δερβίσηδων επισκεπτών ή δερβίσηδων που εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο, είτε μέσω Αλλαγιωτών εμπόρων Ελλήνων και Τούρκων που σύχναζαν στο Μπουγιούκ Χαν στη Λευκωσία —που χτίστηκε από τον πρώτο Μπεηλέρμπεη της Κύπρου, μετά την οθωμανική κατάκτηση, Μουζαφφέρ με φόρο δυο παράδων— κι είναι άλλως γνωστό ως Χάνι των Αλλαγιωτών λόγω της σταθερής από αυτούς χρήσεώς του κατά τον Giovanni Mariti (1769). Στο κατάστιχο VI της Αρχιεπισκοπής σ. 311, 1825/1240 διαβάζουμε: οἱ  ἀλλαγιῶται καθ' ὃλα ἀνέξοδοι, δηλ. εξαιρούνται από την καταβολή του φόρου Djizya (Th. Papadopoullos, Social and Historical Data on Population (1570-1881), Nicosia, Cypr., Res. Centre, 1965, σ. 134, κι αυτό επαναλαμβάνεται και σε άλλα κατάστιχα της Αρχιεπισκοπής, στα οποία μνημονεύονται και άτομα Αλλαγιώτες έμποροι εγκατεστημένοι στην Κύπρο, π.χ. βλ. κατάστιχο XXVI, σ. 52,1804/1805/1219-1220: [χρέος του οικονόμου Κυπριανού, του κατόπιν αρχιεπισκόπου και εθνομάρτυρος] τῷ Κωνσταντῇ  ἀλλαγιώτῃ: Κεφάλαιον 500: [Κ.Π. Κύρρης στην Επετηρίδα του ΚΕΕ, VI, 1972-1973, σσ. 315, 397). Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός στην Ιστορία Χρονολογική της Νήσου Κύπρου, Βενετία, 1788, σ. 136 πληροφορεί ότι στην εποχή του το Αββαείο του Μπέλλα Πάις ὁρίζει [=κατείχε] μία γενεά τοῦ  Ἀλλαγιώτη Χατζηνικόλα ἀπό τήν Λευκωσίαν, που προφανώς ήταν πλούσιος έμπορος από καιρό εγκατεστημένος στην πρωτεύουσα. Τέτοια παραδείγματα έχουμε πολλά, όπως και Ελλήνων και Τούρκων Αλλαγιωτών (και Ατταλειωτών κ.α.), πιθανώς εξισλαμισμένων Χριστιανών, που έρχονταν μέχρι του 1922 στην Κύπρο για να προσφέρουν αφιερώματα στον ναό του Αγίου Μάμαντος στη Μόρφου, ή στη μονή του Αγίου Παντελεήμονος στην Μύρτου και άλλους θεραπευτές αγίους στην Κύπρο. Αρκετοί Έλληνες Κύπριοι εμπορεύονταν με την Αλλαγία ή κατοικούσαν σ' αυτήν ως το 1922, όπως και σ' άλλες παραλιακές πόλεις της νότιας Μικράς Ασίας (Άδανα, Αττάλεια, Μερσίνα, κλπ.).

Φώτο Γκάλερι

Image
Image