Θέατρο

Το κυπριακό θέατρο επί Αγγλοκρατίας

Το 1878 η Μεγάλη Βρετανία ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Κύπρου ύστερα από τη γνωστή πράξη ενοικιαγοράς του νησιού, που υπεγράφη μεταξύ των κυβερνήσεων της βασίλισσας Βικτόριας και του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ Β'. Η αγγλική κατοχή επέφερε σχεδόν αμέσως αρκετές σημαντικές αλλαγές στην Κύπρο: το νησί απέκτησε αμεσότερη επαφή με την Ευρώπη, από την οποία καθ' όλη σχεδόν τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας είχε αποκοπεί, με επιπτώσεις σε πολλούς τομείς. Ταυτόχρονα η επικοινωνία της Κύπρου με τα πνευματικά κέντρα του Ελληνισμού (που ήσαν τότε η Αθήνα, η Αλεξάνδρεια, η Σμύρνη κ.α.) έγινε ευκολότερη. Η αγγλική διοίκηση που ήταν περισσότερο φιλελεύθερη από την τουρκική, αν και ήταν επίσης διοίκηση κατακτητών, επέτρεψε την έναρξη πορείας προς την πρόοδο. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι από τους πρώτους κιόλας μήνες της αγγλικής κατοχής ιδρύθηκε και λειτούργησε στην Κύπρο τυπογραφείο κι εξεδόθη για πρώτη φορά κυπριακή εφημερίδα, γεγονός που μερικούς μόνο μήνες πιο πριν ήταν αδιανόητο. Παράλληλα, η κάποια ώθηση του εμπορίου και γενικά της οικονομίας του τόπου, παρείχαν μερικές δυνατότητες και για κάποιες πολιτιστικές προσπάθειες. Τέλος, πρέπει ν' αναφερθεί ότι μετά την έναρξη της αγγλικής κατοχής μερικοί Κύπριοι που μέχρι τότε ζούσαν στην Ελλάδα και στην Ευρώπη ή την Αίγυπτο, μπόρεσαν να επαναπατρισθούν, φέρνοντας μαζί τους και καινούργιες ιδέες, που προστέθηκαν στον «αέρα» της Ευρώπης που έφεραν οι Βρετανοί (Βλέπε Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος Αρχείου ΡΙΚ).

 

Το θέατρο ήταν εκείνο το είδος τέχνης που υπηρετήθηκε από πολλές ομάδες ερασιτεχνών κατά την πρώτη περίοδο της αγγλικής κατοχής, ενώ κατά την ίδια περίοδο η Κύπρος περιελήφθη μεταξύ των περιοχών του Ελληνισμού όπου περιόδευαν πολλοί ελληνικοί θίασοι, που συνήθως διακινούνταν τώρα μεταξύ Ελλάδας - Κύπρου - Αιγύπτου.

 

Οι Κύπριοι ερασιτέχνες φίλοι του θεάτρου πολύ συχνά δημιουργούσαν τώρα θεατρικές ομάδες ή συλλόγους ή εταιρείες, που παρουσίαζαν μια μεγάλη ποικιλία θεατρικών έργων, κυπριακών, ελληνικών, αλλά και του διεθνούς δραματολογίου, κι από μελοδράματα και δακρύβρεκτα ρομάντζα μέχρι ερωτικά δράματα και κωμωδίες, ακόμη και μέχρι κλασικά έργα όπως ο Άμλετ του Σαίξπηρ. Τέτοιοι σύλλογοι ή εταιρείες που λειτουργούσαν κατά την περίοδο αυτή ήσαν ο Θεατρικός Θίασος «Σοφοκλής» στη Λάρνακα, ο Ερασιτεχνικός Όμιλος Λευκωσίας, ο Αριστοφάνης, η Θεατρική Εταιρεία «Άρης» στη Λεμεσό και άλλα συγκροτήματα. Μερικά απ' αυτά επιβίωσαν για πολλά χρόνια, άλλα όχι. Οι συνθήκες, οικονομικές και άλλες, καθώς και ο μικρός αριθμός των κατοίκων των πόλεων από τους οποίους πολύ πιο μικρός ήταν ο αριθμός εκείνων που ενδιαφέρονταν για το θέατρο, δεν επέτρεπαν βέβαια την ίδρυση κάποιων επαγγελματικών θιάσων. Οι διάφοροι όμιλοι βασίζονταν στους ερασιτέχνες καλλιτέχνες, που εργάζονταν με μοναδικό κίνητρο την αγάπη τους προς το θέατρο και που δεν αμείβονταν. Μάλιστα πολύ συχνά τα τυχόν κέρδη τους παραχωρούνταν για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Αξίζει επίσης ν' αναφερθεί ότι ένα στοιχείο που καταβαλλόταν προσπάθεια να τονιστεί με τις διάφορες θεατρικές παραστάσεις που δίνονταν, ήταν ο εθνικισμός και ο πατριωτισμός. Έτσι, πολλά από τα θεατρικά έργα που εντάσσονταν στο ρεπερτόριο ήσαν πατριωτικού περιεχομένου, ενώ σε άλλες περιπτώσεις εθνικοί προβληματισμοί αναζητούνταν ακόμη κι όπου δεν υπήρχαν. Τα κοινωνικού περιεχομένου θεατρικά έργα ήσαν επίσης δημοφιλή. Αναφέρουμε ενδεικτικά μερικά θεατρικά έργα για να καταδειχθεί η ποικιλία και η υφή του δραματολογίου των ερασιτεχνικών θιάσων της εποχής: Βαβυλωνία του Βυζάντιου, Άμλετ του Σαίξπηρ, Ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες άγνωστου συγγραφέα, Ερνάνης του Βίκτωρος Ουγκώ, Πίστις, Πατρίς και Έλεος άγνωστου συγγραφέα, Γαλάτεια του Σπ. Βασιλειάδη, Λουΐζα Μύλλερ του Σίλλερ, Τιμολέων του Ζαμπέλιου, Δούλη Κύπρος της Πολυξένης Λοϊζιάδος, Φιάκας του Σιμιτζή και, βέβαια, τα θεατρικά έργα των Κυπρίων συγγραφέων που μνημονεύθηκαν ήδη πιο πάνω. Ακόμη, μερικοί άλλοι τίτλοι θεατρικών έργων της εποχής είναι χαρακτηριστικοί του προβληματισμού, των επιδιώξεων και των προσανατολισμών του τέλους του περασμένου αιώνα: Οἱ τρεῖς ἀντερασταί, Ροβέρτος ὁ  Ἀρχιληστής, Φραγκίσκα ἡ  ἐκ Βιρινίου (= Φραντζέσκα ντε Ρίμινι), Μυλωνάδες, Ἀθανάσιος Διάκος κλπ.

 

Το ποιόν των παραστάσεων: Φυσικά δεν υπήρχαν κατάλληλα οικοδομήματα όπου θα μπορούσαν να δίνονται παραστάσεις. Συνήθως οι θίασοι της εποχής στέγαζαν τις παραστάσεις τους σε καφενεία που διέθεταν κάποια μεγάλη αίθουσα, ή σε σπίτια. Θα πρέπει να φανταστούμε κάποια υποτυπώδη σκηνή, με ένα μεγάλο ρούχο για αυλαία, καθώς επίσης υποτυπώδη σκηνικά και φωτισμό. Στην αίθουσα στριμώχνονταν ηθοποιοί και θεατές, οι τελευταίοι μαζί με τα παιδιά και τους σκύλους τους που δημιουργούσαν πανδαιμόνιο, όπως παραπονιέται αρθρογράφος σε εφημερίδα της εποχής:

 

...Διά νά φαντάζωμεν ὅτι εἴμεθα ἄκρως φιλοθέατροι, φροντίζομεν νά φέρωμεν καί τούς κύνας μας... ἔχουν βεβαίως καί αὐτοί δικαίωμα ν' ἀποδεικνύωσιν τόν ἐνθουσιασμόν των... [με γαυγίσματα, εννοείται].

 

Η ανυπαρξία οικονομικών πόρων αλλά και βαθύτερων θεατρικών γνώσεων, δεν επέτρεπε την κατασκευή ικανοποιητικών κοστουμιών, σκηνικών κλπ. Η κοινωνική κατάσταση, δεν επέτρεπε την ύπαρξη γυναικών ηθοποιών, με αποτέλεσμα τους γυναικείους ρόλους, ακόμη και τους τρυφερότερους, να υποδύονται άντρες, ακόμη και μυστακοφόροι. Όσο για την ερμηνεία των ηθοποιών, θα πρέπει να υποθέσουμε ότι συνίστατο από μεγάλες δόσεις στόμφου και βροντώδεις απαγγελίες, ιδίως στα πατριωτικού περιεχομένου έργα που ενθουσίαζαν το κοινό, αν κρίνουμε από το είδος των συστάσεων που έκαναν οι πρώτοι θεατρικοί κριτικοί στις τότε εφημερίδες, όπως η Ἀλήθεια:

 

...Συνιστῶμεν ἐπίσης εἴς τινας τῶν νεαρῶν υποκριτῶν πλείονα φυσικότητα περί τήν ἀπαγγελίαν καί μείζονα ὑπόκρισιν, ἐπί τῆς σκηνῆς ἐννοεῖται, ἅτινα εἰσίν τά κυριώτερα τοῦ  ὑποκριτοῦ συστατικά...

 

Το θεατρόφιλο κοινό κατέκλυζε τις μικρές αίθουσες· υπήρχαν μάλιστα περιπτώσεις, που αφορούσαν κυρίως τα πατριωτικά έργα, όπου το κοινό δεν εύρισκε εισιτήρια και αγόραζε θέσεις στη μαύρη αγορά. Χαρακτηριστικά έγραφε μια εφημερίδα:

 

...Ἐν τῇ παραστάσει ἰδίως τοῦ «Ἀθανασίου Διάκου» τό πλῆθος εἶχε πλημμυρίσει αὐτό τοῦτο ἐν τῷ θεάτρῳ, δέν ὑπῆρχον δέ θέσεις οὐδέ διά νά ἵστανται κἄν οἱ θεαταί, ὧν οἱ πλεῖστοι ἔμενον ἐν τοῖς προαυλίοις, οὐκλίγοι δ' ἀνεχώρησαν μή εὑρόντες τόπον νά σταθῶσιν. Πολλοί προσέφεραν ὡς δικαίωμα εἰσόδου πέντε σελίνια διά νά δοθῇ αὐτοῖς γωνία τις νά σταθῶσι...

 

Και όλοι αυτοί οι θεατές δεν παρέλειπαν να εκφράζουν με θορυβώδεις τρόπους τον ενθουσιασμό τους, και όταν έπρεπε αλλά και όταν δεν έπρεπε. Σε άλλο άρθρο εφημερίδας, διαβάζουμε:

 

...Φθάνει ἕνα παιδάριον νά ἐκφωνήση εἰς οἱανδήποτεραν, χάριν διασκεδάσεως,να «μπράβο», διά νά σηκωθῇ ἡ στέγη ἀπό ἠχηρά χειροκροτήματα καί τότε ὁ  ἐνθουσιασμός ἀνδρῶν ἀκροατῶν ἀναμιγνύεται μετά τοῦ  ἐνθουσιασμοῦ τῶν κυνῶν ἀκροατῶν καί φαντασθῆτε πλέον τί μῖγμα γένεται...

 

Το τέλος του 19ου αιώνα σημαδεύθηκε και με ένα άλλο θεατρικό γεγονός: Τη γνωριμία των Κυπρίων θεατών με την όπερα, είδος που εισήχθη στο νησί από κάποιους ιταλικούς θιάσους (!) που ξέπεσαν μέχρι την Κύπρο κατά τη διάρκεια περιοδειών τους. Η κάθοδος ελληνικών θιάσων συνεχιζόταν βέβαια, ενώ ακριβώς το 1900 λειτούργησε και το πρώτο θέατρο - κτίριο, το περίφημο Θέατρο Παπαδοπούλου, στη Λευκωσία. Λίγο αργότερα λειτούργησε και στη Λεμεσό το Θέατρο Χατζηπαύλου.

Φώτο Γκάλερι