Καπνός

Καλλιέργεια του καπνού στην Κύπρο

Image

Η καλλιέργεια του καπνού στην Κύπρο φαίνεται ότι έχει μια ιστορία δυο περίπου αιώνων. Οι πρώτες πληροφορίες αναφέρουν ότι ο καπνός παραγόταν στην περιοχή της Αυδήμου από τα τέλη του 18ου αιώνα και συγκεκριμένα κατά τη δεκαετία του 1780.  Ο Ισπανός περιηγητής Ali Bey (Don Domingo Badia - y - Leyblich) αναφέρει ότι καπνός παραγόταν στη Γεροσκήπου το 1806, ενώ ο περιηγητής William Turner που επισκέφθηκε την Κύπρο λίγα χρόνια αργότερα αναφέρει ότι το 1812 ο καπνός παραγόταν στις χαμηλές πεδιάδες του Κτήματος. Ο καπνός ως ένα από τα προϊόντα της κυπριακής γεωργίας, αναφέρεται στις προξενικές εκθέσεις από το 1842. Στην έκθεση του Άγγλου προξένου James Lilburn αναφέρεται ότι η Κύπρος το 1842 παρήγαγε 100.000 οκάδες καπνό (2.678 καντάρια) και ότι η τιμή το ίδιο έτος ήταν 50 σελίνια το καντάρι. Βέβαια, κατά την ίδια περίοδο γίνονταν και εισαγωγές καπνού. Σύμφωνα με υπάρχοντα στατιστικά στοιχεία, το 1841 εισήχθη στην Κύπρο καπνός συνολικής αξίας 130 αγγλικών λιρών, ενώ οι συνολικές εισαγωγές του νησιού τον ίδιο χρόνο ανέρχονταν σε 11.965 αγγλικές λίρες, που σημαίνει ότι οι εισαγωγές καπνού αντιπροσώπευαν το 1,08% του συνόλου των εισαγωγών. Ο Fourcade αναφέρει ότι η καλλιέργεια του καπνού το 1844 καταλάμβανε έκταση 1.600 acres ενώ ο Gaudry μας πληροφορεί ότι το 1854 η Κύπρος δεν παράγει αρκετή ποσότητα καπνού για την κατανάλωσή της. Εισάγει από τη Λατάκεια. Οι ακρίδες αρέσκονται πολύ στα φύλλα του καπνού και συχνά τον καταστρέφουν, προτιμώντας τον από άλλη βλάστηση. Καλλιεργείται σε χωράφια με ελαφρά κλίση, σε μεγάλο αριθμό περιοχών στο Καρπάσι, την Πάφο και το Όμοδος. Ο καπνός του Ομόδους εκτιμάται πάρα πολύ. Πωλείται προς 16 γρόσια την οκά, ενώ ο καπνός της Πάφου είναι πολύ κατώτερης ποιότητας. Πωλείται προς 8 γρόσια την οκά, δηλαδή στη μισή τιμή εκείνης του Ομόδους.

 

Μετά τη δεκαετία του 1860, ο καπνός αρχίζει να διαδραματίζει όλο και πιο σημαντικό ρόλο στο εξωτερικό εμπόριο της Κύπρου. Σύμφωνα με στοιχεία από την έκθεση του Άγγλου υποπροξένου White, το έτος 1863 εισήχθησαν στην Κύπρο 1.000 καντάρια καπνού, αξίας 4.353 αγγλικών λιρών. Το 1865 οι εισαγωγές καπνού ανήλθαν στις 2.000 καντάρια και προέρχονταν από την Τουρκία. Οι εισαγωγές καπνού συνεχίστηκαν και κατά τα επόμενα έτη 1868 -1873. Ταυτόχρονα όμως ο καπνός εκαλλιεργείτο και στην Κύπρο. Μάλιστα, υπήρχαν χρόνια κατά τα οποία η παραγωγή ορισμένων ποικιλιών επέτρεπε και την εξαγωγή μικρών ποσοτήτων. Στην ίδια έκθεση του Άγγλου υποπροξένου White αναφέρεται ότι το 1863 η Κύπρος εξήγαγε καπνό που παραγόταν στην Πάφο.

 

Η οθωμανική κυβέρνηση του νησιού υπό μορφή τελών (exice revenue) εισέπραττε σημαντικά ποσά από την εισαγωγή καπνού. Τα έσοδα αυτά κατά την περίοδο 1872 -1876 σημείωσαν θεαματική αύξηση αφού από 57.836 γρόσια το 1872 και 25.748 το 1873, αυξήθηκαν σε 405.663 γρόσια το 1875 και 845.557 γρόσια το 1876. Για το λόγο αυτό, οι οθωμανικές αρχές κάθε άλλο παρά ενθάρρυναν τη διάδοση της καλλιέργειας του καπνού. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα η εγχώρια παραγωγή καπνού να είναι περιορισμένη. Στην έκθεση του Άγγλου προξένου R. Η. Lang για το εμπόριο του νησιού το 1870 αναφέρεται ότι ενώ μερικά χρόνια προηγουμένως το νησί παρήγε περισσότερο καπνό απ' ό,τι χρειαζόταν για τις ανάγκες του πληθυσμού, τώρα το 80% της κατανάλωσης εισάγεται από το εξωτερικό. Οι εισαγωγές καπνού προέρχονταν από την Τουρκία. Στην έκθεση του Άγγλου προξένου Riddell για το εμπόριο του νησιού το 1872, αναφέρεται ότι η παραγωγή καπνού στην Κύπρο είναι μικρή και συνεχώς ελαττώνεται γιατί η αύξηση της καλλιέργειάς του παρεμποδιζόταν κυρίως λόγω της βαρειάς φορολογίας. Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της Τουρκοκρατίας γιατί ύστερα από την εισαγωγή του οθωμανικού νόμου γνωστού ως «σύστημα Regie», που ετέθη σε ισχύ τον Απρίλιο του 1874, θέτοντας την καλλιέργεια του καπνού κάτω από κρατικό έλεγχο, η καλλιέργειά του στην Κύπρο, όπως αναφέρεται και στην έκθεση του Άγγλου προξένου για το 1877, εγκαταλείφθηκε σχεδόν πλήρως. Κύρια αιτία για τη δυσμενή αυτή εξέλιξη ήταν η επιβολή βαρειάς φορολογίας επί του καπνού, που ανερχόταν στο 50% επί της αξίας της παραγωγής!

 

Όταν η Κύπρος κατελήφθη από τους Άγγλους (1878), η παραγωγή καπνού ήταν πολύ μικρή, αλλά οι Άγγλοι κατέστησαν τους υπάρχοντες κανονισμούς περισσότερο αποδοτικούς και τους φόρους κάπως διαφορετικούς. Παράλληλα, οι κάτοικοι αξίωσαν από τις αγγλικές αρχές την αλλαγή του οθωμανικού νόμου για τον καπνό με σκοπό την εξάπλωση της καλλιέργειάς του και τη μετατροπή της σε προσοδοφόρα, ώστε να προσφέρει απασχόληση στη διαθέσιμη εργατική δύναμη σε μια περίοδο που η αμπελουργία στα οροπέδια της Λεμεσού και της Πάφου παρουσίαζε σημεία κάμψης.

 

 

Στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1900 η καλλιέργεια του καπνού είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Άρχισε και πάλι το 1906, αλλά η αναζωογόνηση σημειώθηκε με το συνεταιρισμό Hourry ο οποίος αγόρασε αγροκτήματα στη Λεμεσό, στον Κορμακίτη και στον Άγιο Σέργιο με σκοπό την παραγωγή καπνού από Έλληνες εμπειρογνώμονες και την παραγωγή σιγαρέττων από κυπριακό καπνό. Όμως τη μεγαλύτερη ώθηση στην καλλιέργεια του καπνού έδωσε ο πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος. Στη ξαφνική και σημαντική εξάπλωση της καλλιέργειας του καπνού συνέβαλαν οι πρόσφυγες από τη Συρία, οι οποίοι για το σκοπό αυτό υπέγραψαν και διάφορες συμφωνίες με γαιοκτήμονες. Το 1917 για λόγους προστασίας της παραγωγής τροφίμων και για το καλό των γεωργών, η αποικιακή κυβέρνηση εισήγαγε το σύστημα παραχώρησης αδειών που χρησιμοποιήθηκε για τον περιορισμό της καλλιέργειας του καπνού, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της παραγωγής.

 

Η μεταπολεμική αναζωογόνηση της παραγωγής ήταν αργή και άρχισε μετά το 1925, οπότε σημειώθηκε και μετακίνηση της συγκέντρωσης της καλλιέργειας καπνού από τη Λεμεσό προς τη Λάρνακα και απ' εκεί στις επαρχίες Κερύνειας και Αμμοχώστου με κέντρο παραγωγής την Καρπασία. Κατά τα έτη 1927 και 1928 η κυβέρνηση διόρισε ειδικούς για τον καπνό από το εξωτερικό για να βοηθήσουν τους καπνοπαραγωγούς να βελτιώσουν τις καλλιεργητικές φροντίδες, τη συσκευασία και τη συντήρηση του προϊόντος. Επίσης το 1928 εισήχθη και νέο είδος σπόρου. Ως αποτέλεσμα των προσπαθειών αυτών, τη μειωμένη παραγωγή στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1930 ακολούθησε σημαντική αύξηση το 1934. Το 1935 η κυβέρνηση παρεχώρησε το μονοπώλιο της εξαγωγής καπνού στη βρετανική εταιρεία 'Cyprus Cigarette Company Limited'. Η παραγωγή αυξήθηκε μόνο για λίγο και μετά εκμηδενίστηκε. Η συμφωνία εξέπνευσε το 1940 και ο δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος έδωσε νέα και χωρίς προηγούμενο ευκαιρία για την παραπέρα ανάπτυξη της καλλιέργειας του καπνού, ιδιαίτερα στη χερσόνησο της Καρπασίας όπου απετέλεσε και το βασικότερο γεωργικό προϊόν της περιοχής.

 

Για το σκοπό αυτό, το 1947 εκλήθη ακόμη και ειδικός εμπειρογνώμονας για να εξετάσει κατά πόσο η Κύπρος, ευρισκόμενη τόσο κοντά στη Συρία, ήταν σε θέση να παράξει τον καλής ποιότητας καπνό της Λατάκειας, αλλά τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε δεν κρίθηκαν έγκυρα γιατί στηρίχθηκαν σε λανθασμένα δεδομένα. Δυο χρόνια αργότερα, το 1949, ιδρύθηκε ο Καπνικός Πειραματικός Σταθμός στις Ακράδες Καρπασίας, σκοπός του οποίου ήταν να συμβάλει ώστε η καλλιέργεια του καπνού να γίνεται κατά τρόπο συστηματικό και σύγχρονο. Η ίδρυση του Σταθμού έδωσε την ευκαιρία να δοκιμαστούν διάφορες ποικιλίες και τύποι καπνού που εισήχθησαν από την Ελλάδα, την Τουρκία και τη Νότιο Αφρική, επιτελέστηκε αξιόλογη εργασία και ο σπόρος των ποικιλιών που ευδοκίμησαν στις κλιματολογικές συνθήκες της Κύπρου δινόταν δωρεάν στους καπνοπαραγωγούς. Κατά την περίοδο 1946-48 κατά μέσο όρο η έκταση που εκαλλιεργείτο με καπνό ήταν 11.750 σκάλες, η παραγωγή 705 τόνοι και οι εξαγόμενες ποσότητες 523 τόνοι.

 

Ο πειραματικός Σταθμός ιδρύθηκε στην Καρπασία γιατί η χερσόνησος αυτή, μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, συγκέντρωνε σχεδόν ολόκληρη την παραγωγή καπνού. Οι λόγοι γι' αυτό ήσαν: α) το γεγονός ότι η Καρπασία λόγω της μεγάλης απόστασης που τη χώριζε από τα αστικά κέντρα, διέθετε αρκετό εργατικό δυναμικό διαθέσιμο για την καλλιέργεια και επεξεργασία του καπνού, β) η έλλειψη επαρκών υδατίνων πόρων για άλλες γεωργικές εκμεταλλεύσεις και γ) οι ευνοϊκές κλιματολογικές συνθήκες όσον αφορά την ικανοποιητική βροχόπτωση για την καλλιέργεια καπνού και τη μεγαλύτερη ατμοσφαιρική υγρασία, ειδικά κατά την περίοδο ανάπτυξης των καπνοφυτειών.