Μόρφου

Φραγκοκρατία

Image

Η Μόρφου βρίσκεται σημειωμένη σε παλαιούς χάρτες ως Morfo, Miorfo και Morso. Αναφέρεται δε επανειλημμένα από τους μεσαιωνικούς χρονογράφους. Πολύ κοντά της όμως (περί τα 2,5 χμ. στα δυτικά) βρισκόταν και άλλο φέουδο, το Τενούριν*, που σημειώνεται σε παλαιούς χάρτες ως Tenari, σε κάποια δε βενετική απογραφή αναφέρεται ως casal Zenuri. Ο οικισμός αυτός, που σωζόταν και κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, έφερε το επώνυμο της γνωστής και μεγάλης μεσαιωνικής οικογένειας των ντε Νόρες* (de Nores), της οποίας ασφαλώς θα πρέπει ν' αποτελούσε ιδιοκτησία. Η ίδια οικογένεια ήταν ιδιοκτήτρια και άλλων χωριών της περιοχής (Βασίλεια, Κορμακίτης, Μύρτου, Καρπάσια).

 

Ως φέουδο, η Μόρφου είχε παραχωρηθεί από την αρχή της περιόδου της Φραγκοκρατίας (τέλη του 12ου αιώνα) στον ευγενή Λωράν ντε Πλεσσί (Laurent de Plessie ή και du Plessie), ο οποίος πρόσθεσε τότε στο οικογενειακό του όνομα και τον τίτλο ντε Μόρφου (de Morpho). Ο τίτλος διατηρήθηκε καθόλη την περίοδο της Φραγκοκρατίας, αν και πέρασε στους κόμητες της Έδεσσας υστερότερα (οικογένεια Γκρινιέρ - Grinier) οπότε απαντούμε τον τίτλο: ντε Μόρφου, κόμης ντε Ρουχάς. Κατά τα χρόνια της βενετικής κυριαρχίας ο τίτλος πέρασε στην οικογένεια των Συγκλητικών, για να χαθεί πλέον μετά την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου το 1570-71.

 

Ο Λεόντιος Μαχαιράς, εκτός του ότι μνημονεύει τη Μόρφου στο Χρονικόν του ως τόπο λατρείας των αγίων Μάμα, Θεοδοσίου και Πολεμίου, κάνει και άλλες αναφορές σ' αυτήν: την αναφέρει, μαζί με την κοντινή Πεντάγυια, ως χώρους απ' όπου ο κοντοσταύλης Ιάκωβος (αργότερα βασιλιάς της Κύπρου Ιάκωβος Α') είχε εφοδιαστεί με ποσότητες τροφίμων και άλλων αγαθών που μετέφερε στην Κερύνεια απ' όπου επιτυχημένα αντιστάθηκε κατά των Γενουατών που είχαν εισβάλει στην Κύπρο το 1373-74. Την αναφέρει επίσης ως ένα από τα κύρια κέντρα των Κυπρίων χωρικών και δουλοπάροικων που επαναστάτησαν κατά της φράγκικης κυριαρχίας το 1426 υπό τον ρήγα Αλέξη*:

 

... Ἔβαλαν οἱ χωργιάτες καπετάνον εἰς τήν Λεύκαν, ἄλλον καπετάνον εἰς τήν Λεμεσόν, ἄλλον εἰς τήν Ὀρεινήν, καί εἰς τήν Περιστερόναν ἄλλον, καί εἰς τοῦ Μόρφου καπετάνον, καί εἰς τό Λευκόνικον ρήγαν Ἀλέξην, καί ὅλοι οἱ χωργιάτες ἐδόθησαν εἰς τήν 'πόταξίν του...

 

Όταν η πολύμηνη αυτή επανάσταση των Κυπρίων χωρικών κατεστάλη, η Μόρφου ήταν ένας από τους πυρήνες της που υπέστησαν κυρώσεις. Οι πληροφορίες που δίνει ο Μαχαιράς είναι πενιχρές· αναφέρει ωστόσο ότι ἐπῆγαν [οι βασιλικές δυνάμεις] καί ηὗραν τούς καπετάνους τοῦ Μόρφου καί τῆς Λεύκας καί ἕτερους καί τούς μεν ἐφουρκίσαν [=απαγχόνισαν], τούς δέ ἐκόψαν τές μοῦττες τους... καί ἐποίκασιν κρίσες [=έκαμαν δίκες] ὡς καί εἰς τοῦ Μόρφου...

 

Ο Γεώργιος Βουστρώνιος πάλι, στο δικό του Χρονικόν, αναφέρει τη Μόρφου σε μια μόνο περίπτωση, το 1470. Τότε είχε ενσκήψει στο νησί μεγάλη επιδημία πανώλους που είχε κυριολεκτικά αποδεκατίσει τον πληθυσμό. Η Μόρφου ήταν χώρος όπου η επιδημία δεν κτύπησε, συνεπώς χώρος καταφυγίου για ευγενείς, αναφέρεται δε ειδικά ο Πέτρος Ντάβιλα ότι είχε πάει εκεί.

 

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας μια από τις κύριες και σημαντικές καλλιέργειες στην πεδιάδα της Μόρφου ήταν εκείνη του ζαχαροκάλαμου για παραγωγή ζάχαρης. Μάλιστα οι μεγαλύτερες από τις φυτείες της περιοχής Μόρφου - Συριανοχωρίου ανήκαν στη βασιλική οικογένεια της Κύπρου.

 

Ο Φλώριος Βουστρώνιος (16ος αιώνας) αναφέρει το φέουδο της Μόρφου (casal Morpho) ως ιδιοκτησία των κομήτων ντε Ρουχάς, «στο οποίο σταματά τη ροή του» χείμαρος που ονομάζει Ούριον (Ourios), προφανώς ο Σερράχης. Ο ίδιος ιστορικός αναφέρει τη Μόρφου και ως χώρο άσκησης δύο «Αλαμάνων» αγίων, των Θεοδοσίου και Πολεμίου. Ακόμη, ο Φλώριος αφήνει να νοηθεί ότι περί το 1310 το φέουδο της Μόρφου αποτελούσε, για ένα διάστημα, ιδιοκτησία του πρίγκιπα της Γαλιλαίας Βαλιάν ντ’ Ιμπελέν, μέλους της μεγάλης και ισχυρής οικογένειας των ντ’ Ιμπελέν (Ιβελίνων).