Μόρφου

Από την Τουρκοκρατία μέχρι σήμερα

Image

Κατά την περίοδο της Οθωμανοκρατίας  η Μόρφου απετέλεσε πρωτεύουσα ομώνυμου κατηλλικιού (διαμερίσματος) που ανήκε διοικητικά στην επαρχία της Κερύνειας (βλέπε λήμμα κατηλλίκι). Σύμφωνα δε προς υπάρχοντα στοιχεία, κατά την τελευταία δεκαετία της περιόδου της Οθωμανοκρατίας στο κατηλλίκι της Μόρφου ανήκαν διοικητικά 45 συνολικά χωριά (27 ελληνικά, 4 τουρκικά και 14 μεικτά) με σύνολο πληθυσμού περίπου 8.800 (8.000   Έλληνες και 800 Τούρκοι). Η Μόρφου κατόρθωσε, παρά τις πολλαπλές δυσκολίες και τις αντίξοες συνθήκες, να γνωρίσει κάποια ανάπτυξη ασχολούμενη με τη γεωργία, τη κτηνοτροφία, το εμπόριο και τη βιοτεχνία. Μεταξύ των καλλιεργούμενων ειδών ήσαν το βαμβάκι και το λινάρι, ενώ εκτρέφονταν και μεγάλοι αριθμοί μεταξοσκωλήκων για παραγωγή μεταξιού. Όμως κοντά στην καταπίεση και την αφόρητη φορολογία, συχνές ήσαν και οι θεομηνίες και άλλες καταστροφές που έπλητταν την περιοχή, όπως η ανομβρία, οι επιδρομές των ακρίδων κλπ.

 

Γνωστός για την αγριότητά του ήταν ένας πασάς που έδρευε στη Μόρφου τον 18ο αιώνα, ο Σαλίχ πασάς, που σκοτώθηκε στον μεγάλο σεισμό του 1758 μαζί με το χαρέμι του που το αποτελούσαν 6 γυναίκες μεταξύ των οποίων και μια νεαρή και ορφανή Ελληνίδα. Στα ερείπια του «κονακιού» του πασά αυτού κτίστηκε αργότερα νέο «κονάκι» που σωζόταν μέχρι το 1958.

 

Ο Αλεξάντερ Ντράμμοντ (Alexander Drummond) που επεσκέφθη την Κύπρο το 1750, αναφέρει και τη Μόρφου ως πολύ ευχάριστο μέρος, περί την μιάμιση λεύγα από τη θάλασσα, που η εκκλησία της [=του Αγίου Μάμα] είναι από τα ωραιότερα κτίρια που έχω δει σ' ολόκληρο το νησί. Στη συνέχεια ο Ντράμμοντ περιγράφει την εκκλησία και διηγείται την ιστορία του αγίου Μάμα (βλέπε Excerpta Cypria, σσ. 297-298).

 

Τη Μόρφου χαρακτηρίζει ως κωμόπολιν ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός (1788), πράγμα που σημαίνει ότι επί των ημερών του ήταν ήδη αρκετά ανεπτυγμένη ώστε να διακρίνεται από τα χωριά.

 

Ο Ρώσος μοναχός Βασίλι Μπάρσκυ, που επεσκέφθη τα περισσότερα από τα μοναστήρια της Κύπρου σε δυο επισκέψεις του στο νησί, το 1727 και το 1734-6, σημειώνει ότι στη Μόρφου είχε την έδρα του ο επίσκοπος Κυρηνείας, κατά την περίοδο της Οθωμανοκρατίας, ο οποίος όμως έφυγε προς το παρόν διά να εύρει ησυχίαν, ένεκα των τουρκικών καταδιώξεων. Ο Μπάρσκυ περιγράφει επίσης το μοναστήρι του Αγίου Μάμα.

 

Στο μοναστήρι αυτό έδρευε ασφαλώς για κάποια περίοδο ο επίσκοπος Κυρηνείας, που ως έδρα του είχε χρησιμοποιηθεί κατά την περίοδο της Οθωμανοκρατίας και το μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος στην κοντινή Μύρτου.

 

Ο Γερμανός αρχαιολόγος δρ. Λούτβιγκ Ρος, που περιόδευσε την Κύπρο το 1845, αναφέρει τη Μόρφου ως «μία από τις μεγαλύτερες πόλεις της Κύπρου με τετρακόσια είκοσι σπίτια και περισσσότερους από 2.000 κατοίκους εκ των οποίων μερικοί Τούρκοι».

 

Ο Αθανάσιος Σακελλάριος (Τά Κυπριακά, τόμος Α', 1890, σσ. 137-138) ομιλεί επίσης για την κωμόπολιν Μόρφου, οὖσαν τήν ἕδραν τοῦ διαμερίσματος Μόρφου καί ἔχουσαν δημοτικά ἑλληνικά σχολεῖα ἀρρένων καί θηλέων, ἑλληνικόν Σχολαρχεῖον καί 2.360 κατοίκους ἀσχολουμένους μέ τήν γεωργίαν...

 

Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει το μοναστήρι του Αγίου Μάμα και συνδέει την ονομασία της κωμόπολης με την ονομασία Μορφώ της Αφροδίτης. Θεωρεί δε πιθανόν ότι κατά την Αρχαιότητα υφίστατο εκεί πόλις ή κώμη Μορφώ καλουμένη. Γράφει επίσης ότι, εφόσον η λατρεία της Αφροδίτης με την ονομασία Μορφώ απαντάτο κατά την Αρχαιότητα κυρίως στη Λακωνία της Πελοποννήσου, είναι πιθανόν η Μόρφου να ανήκε στο αρχαίο βασίλειο της Λαπήθου που εθεωρείτο ως ιδρυθέν από Λάκωνες.

 

Αγγλοκρατία  

Από την αρχή της περιόδου της Αγγλοκρατίας η Μόρφου κηρύχθηκε σε αγροτικό δήμο και πρώτος δήμαρχοό της διορίστηκε Τούρκος, ο Σμυρνιός Αζίζ.

 

Στη Μόρφου οι Τούρκοι εγκαταστάθηκαν κυρίως επειδή ήταν έδρα διαμερίσματος κατά την  Οθωμανική Περίοδο και συνεπώς απασχολούνταν κυρίως σε διοικητικές υπηρεσίες. Αποτελούσαν όμως πάντοτε μικρή μειοψηφία.

 

Κατά την περίοδο της αγγλικής κατοχής και αργότερα, μέχρι σήμερα, δήμαρχοι Μόρφου διετέλεσαν:

 

Δήμαρχοι Μόρφου Περίοδος
01. Αζίζ Σμυρνιός -1893
02. Ιωάννης Κυριακίδης 1896-1904
03. Κωστής Γεωργιάδης 1904-1926
04. Ιωσήφ Χειμωνίδης 1926-1927
05. Κωστής Γεωργιάδης 1927-1938
06. Ερατοσθένης Ιερείδης 1938-1943
07. Πολύκαρπος Νικολόπουλος 1943-1953
08. Πολύκλειτος Ιακωβίδης 1953
09. Πολύκαρπος Νικολόπουλος 1953-1969
10. Πολύκλειτος Ιακωβίδης 1969-1976
11. Άντης Παντελίδης 1976-1988

 

Κατά την περίοδο 1988-1991 ανέλαβαν εκ περιτροπής τη δημαρχία Μόρφου, ανά εξάμηνο, ως αντιπρόσωποι των κομμάτων τους ύστερα από σχετική συμφωνία, ο Ανδρέας Χαραλάμπους (Αντρικκής), ο Χριστάκης Χριστοφίδης, ο Ανδρέας Σιηττής και ο Ανδρέας Φρυδάς.

 

Κατά την περίοδο 1996-2001 δήμαρχος διετέλεσε   η Αντιγόνη Παπαδοπούλου (πρώην βουλευτής και ευρωβουλευτής). Την διαδέχθηκε ο Χαράλαμπος Πίττας, ο οποίος είναι δήμαρχος της κατεχόμενης κωμόπολης από το 2001. Σήμερα δήμαρχος της Κατεχόμενης Πόλης είναι ο Βίκτωρας Χατζηαβραάμ.

 

Η Μόρφου, έχοντας τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης, μπόρεσε να τις εκμεταλλευθεί καλύτερα μετά το τέλος της Οθωμανοκρατίας  και την έναρξη της Αγγλοκρατίας. Κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας, ιδίως δε από τις αρχές του 20ού αιώνα και ύστερα, η Μόρφου άρχισε να αναπτύσσεται ραγδαία και ν' αποκτά, μεταξύ άλλων, διάφορες σημαντικές υπηρεσίες οι οποίες συνέβαλαν ακόμη περισσότερο στην πρόοδό της: ο κυπριακός σιδηρόδρομος ένωσε τη Μόρφου με τη Λευκωσία και την Αμμόχωστο (συνολικά 71 μίλια) από τον Δεκέμβριο του 1907. Λίγο αργότερα λειτούργησε δικαστήριο. Η Μόρφου ήταν, επίσης, το πρώτο κυπριακό χωριό που απέκτησε ηλεκτρισμό (πριν από το 1927). Το 1937 ιδρύθηκε το Διδασκαλικό Κολλέγιο.

 

Τους ξένους επισκέπτες των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα εξυπηρετούσαν διάφορα χάνια όπως τα χάνια του Κολαντή, της Ζαχαριούς, του Χατζητταππή, του Χατζηχάμπουλλου, του Κάττου, του Κατσινιέρη και της Χαμπούς. Επισκέπτες ήσαν, συνήθως, αγωγιάτες και πραματευτάδες και έμποροι από όλη την Κύπρο.

 

Η Μόρφου ήταν διαχωρισμένη σε τρεις ενορίες:

 

  1. Αγίου Μάμα
  2. Αγίου Γεωργίου
  3. Αγίας Παρασκευής

 

Σ' ό,τι αφορά τον τομέα της εκπαίδευσης, και σύμφωνα προς πληροφορίες του Ιερώνυμου Περιστιάνη, πριν από το 1852, όταν ιδρύθηκε η κοινοτική δημοτική σχολή από τον μητροπολίτη Κυρηνείας Μελέτιο, λειτουργούσε στη Μόρφου ιδιωτικό σχολείο με διευθυντή τον ντόπιο Λεόντιο, πατέρα της λογίας και ποιήτριας Σαπφούς Λεοντιάδος. Άλλοι που δίδαξαν ιδιωτικώς τα «κοινά γράμματα» στην κωμόπολη ήσαν ο παπά Ματτάος (Ματθαίος), ο Δερβίς Χασσάν, ο εξισλαμισθείς με τη βία Έλληνας πρωτοπαπάς Νικόλαος, ο οικονόμος Καρσεράς κι ο Μοσκοβίτης. Το σχολείο που ιδρύθηκε το 1852 ήταν αλληλοδιδακτικόν και σ' αυτό δίδαξαν διάφοροι δάσκαλοι ώς το 1878. Απ' αυτούς ο Μακάριος Σκλαβούδης (1854-56) από τη Λευκωσία δίδασκε κι εκκλησιαστική μουσική.

 

Στ' αρχεία της Αρχιεπισκοπής υπάρχει αναφορά 7 προκρίτων Μορφιτών στον αρχιεπίσκοπο Μακάριο Α', ημερομηνίας 3 Φεβρουαρίου 1860, ότι ο μητροπολίτης Μελέτιος καθυστερούσε τον μισθό του δασκάλου Μιχαήλ Ιωαννίδη, από 1.250 γρόσια κατά εξαμηνία, κι ότι αν το ποσό δεν καταβληθεί το σχολείο θα κλείσει. Σ' απάντηση στον αρχιεπίσκοπο, ο μητροπολίτης Μελέτιος αρνείται ότι καθυστέρησε ποτέ τον διδασκαλικό μισθό, κι ότι μάλλον οι Μορφίτες «κάμνουσι μεγάλες ἐλλείψεις εἰς τήν ἀπόδοσιν τῶν θρονικῶν δικαιωμάτων».

 

Σ' άλλη αναφορά στον αρχιεπίσκοπο Σωφρόνιο, ημερομηνίας 18 Νοεμβρίου 1869, οι Μορφίτες κατηγορούν και τον μητροπολίτη Κυρηνείας Χρύσανθο, ότι καθυστέρησε τον μισθό του δασκάλου. Κατά τον Περιστιάνη η πέτρα του σκανδάλου και στις δυο περιπτώσεις ήταν τα θρονικά κτήματα.

 

Ο Λοΐζος Φιλίππου δίνει τις ακόλουθες πληροφορίες: Το πρώτο ελληνικό σχολείο της Μόρφου ιδρύθηκε το 1848 και στεγάστηκε στο μοναστήρι του Αγίου Μάμα. Πρώτος δάσκαλος ήταν ο Μιχαήλ Ιωαννίδης από την Ευρύχου, που είχε σπουδάσει στην Αθήνα κι είχε αναλάβει το σχολείο της Μόρφου ύστερα από πρόσκληση του μητροπολίτη Μελετίου. Κατά το τέλος της τουρκικής κατοχής (1878) το σχολείο αυτό είχε περίπου 180 μαθητές.

 

Το πρώτο άνετο σχολικό κτίριο κτίστηκε το 1904, και στέγασε το αρρεναγωγείο της Μόρφου μέχρι το 1926 οπότε κτίστηκε νέο αρρεναγωγείο, το δε προηγούμενο μετετράπη σε παρθεναγωγείο. Στο νέο κτίριο στεγάστηκε και η Ελληνική Σχολή Μόρφου (τριτάξιο γυμνάσιο αρχικά) που είχε ιδρυθεί το 1918. Το 1951 κτίστηκε σύγχρονο κτίριο που στέγασε το γυμνάσιο της κωμόπολης, και το οποίο εξυπηρετούσε παιδιά ολόκληρης της περιοχής και των γύρω χωριών. Αργότερα κτίστηκε και δεύτερο γυμνάσιο δίπλα στο πρώτο.

 

Το 1932 είχε ιδρυθεί στη Μόρφου και η ιδιωτική Αγγλική Σχολή του Κώστα Σιλβέστρου, όπου διδάσκονταν ξένες γλώσσες, εμπορικά και άλλα μαθήματα. Η Σχολή αυτή λειτούργησε μέχρι το 1960, οπότε την ανέλαβε η Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση που τη μετέτρεψε σε Εμπορική και Επαγγελματική Σχολή η οποία διατηρήθηκε μέχρι το 1974. Παράλληλα λειτούργησαν στη Μόρφου, όπως έχει προαναφερθεί, το Διδασκαλικόν Κολλέγιον και η Γεωργική Σχολή ως παράρτημά του. Μετά το 1960 η Γεωργική Σχολή συνέχισε ως εξατάξιο Γεωργικό Γυμνάσιο.

 

Η Μόρφου είχε αποκτήσει, από νωρίς, δικούς της γιατρούς, εγκατεστημένους εκεί και προερχόμενους από την Ελλάδα. Πρώτος απ' αυτούς, από το 1893, αναφέρεται ένας Δεσάρτος. Το 1898 εγκαταστάθηκε στην κωμόπολη δεύτερος γιατρός, ο Πιθανόπουλος, και λίγο αργότερα τρίτος, ο Γαζούλης.

 

Από τη Μόρφου καταγόταν ο γνωστός λογοτέχνης και πολιτικός Λουκής Ακρίτας.

 

Από το 1969 (χρόνο κατά τον οποίο η Μόρφου ξεπέρασε την Αμμόχωστο στην παραγωγή εσπεριδοειδών) άρχισε να οργανώνεται στην κωμόπολη το ετήσιο Φεστιβάλ Πορτοκαλιού που συνέχισε μέχρι το 1974 (από το 1978 οργανώνουν παρόμοιο Φεστιβάλ στη Μόρφου οι Τούρκοι).

 

Η τουρκική εισβολή του 1974 διέκοψε βίαια την ανάπτυξη και πάρα πέρα πρόοδο της Μόρφου και προσφυγοποίησε όλους τους κατοίκους της. Το 1975 εγκαταστάθηκαν στην κωμόπολη Τουρκοκύπριοι που μεταφέρθηκαν από το ελεύθερο τμήμα της Κύπρου, ιδίως από τη Λεμεσό. Σ' αυτούς προστέθηκαν αργότερα και Τούρκοι έποικοι που μεταφέρθηκαν από τη Μικρά Ασία.

 

Μια ερμηνεία για την ονομασία της Μόρφου, ήταν ότι αυτή προήλθε από τον χαρακτηρισμό όμορφη. Έτσι, οι Τούρκοι απλώς «μετέφρασαν» την ονομασία της κωμόπολης σε Güzelyurt.

 

Σήμερα πολλοί Μορφίτες ζουν κι εκτός Κύπρου, ιδίως στην Αγγλία και στην Αμερική (όπου η μετανάστευσή τους είχε αρχίσει στη δύσκολη για την Κύπρο περίοδο μετά τον πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο κι όπου αρκετούς ανάγκασε να μεταβούν η τραγωδία του 1974).

 

 

Πηγές: 

  1. Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια 
  2. Δήμος Μόρφου

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image