Ρήγαινα

Προέλευση και χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ρήγαινας

Αναμφίβολα η ονομασία ρήγαινα είναι μεσαιωνική, της περιόδου της Φραγκοκρατίας. Της περιόδου, δηλαδή, κατά την οποία η Κύπρος ήταν φράγκικο βασίλειο, οπότε είχε και ρηγάδες και ρήγαινες. Είναι πολύ σημαντικό ότι αυτούς τους ξένους μονάρχες, τους Λουζινιανούς, ο λαός δεν τους ονόμασε ποτέ βασιλιάδες. Ούτε και στα χρονικά αναφέρονται ποτέ ως βασιλιάδες και βασίλισσες. Αντίθετα, ονομάζονται ξενικά ρήγες και ρήγαινες (που σημαίνει, πάντως, βασιλιάδες και βασίλισσες). Όμως, στις συνειδήσεις του λαού, η διαφορά ήταν τεράστια: βασιλεύς ήταν πάντοτε ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως ۬  αντίθετα, κανένας Λουζινιανός δεν υπήρξε ποτέ βασιλεύς αυτός ήταν πάντοτε ρήγας.

 

Ας πάρουμε παράδειγμα τον Γεώργιο Βουστρώνιο, που γράφει στο Χρονικόν του:

 

«... ἦρτεν ἀπό τό Πορτουάλ ὁ πρίντζης, διά νά ὁρμαστῇ τήν θυγατέραν τοῦ ρέ Τζουάνη, ὀνόματι Τζαρλόττα ۬  καί ἡ μητέρα της ἦτον ἡ ρήγαινα ἡ Ἑλένα ἡ Παλαιολογίνα... ἀδελφοτέκνη τοῦ βασιλέως τῆς Κωνσταντινουπόλεως..

 

Αλλά και στο Χρονικόν του Λεοντίου Μαχαιρά όλοι οι Λουζινιανοί είναι ρήγες. Πάντοτε όμως ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινουπόλεως είναι βασιλιάς.

 

Ρήγαινες, λοιπόν, υπήρχαν στην Κύπρο κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας (1192-1489). Ποιες όμως απ' αυτές τις ρήγαινες είναι δυνατό ν' απασχόλησαν τόσο πολύ τη σκέψη του λαού ώστε να έχουν μετατραπεί σε θρύλο που απαντάται παντού στο νησί, απ' άκρη σ' άκρη; Τρεις τέτοιες βασίλισσες μπορούμε ν' αναφέρουμε, που και ιδιαίτερα γνωστές ήταν και περισσότερο απ' όλες τις άλλες συζητούνταν από τον λαό:

 

* Πρώτη η περιβόητη βασίλισσα Ελεονώρα*, από την Αραγονία της Ισπανίας, σύζυγος του βασιλιά της Κύπρου Πέτρου Α' (1359-1369) και μητέρα του βασιλιά Πέτρου Β' (1369-1382). Δυναμική, αδίστακτη, δολοπλόκος, ραδιούργα, φλογερή, διάσημη για τους έρωτές της και τα πάθη της, ταυτίστηκε από πολλούς με την ηρωίδα του γνωστού μεσαιωνικού ποιήματος της Αροδαφνούσας*.

 

* Δεύτερη η Ελένη* Παλαιολογίνα, Ελληνίδα, ανηψιά του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και σύζυγος του βασιλιά της Κύπρου Ιωάννη Β' ( 1432-1458). Εξίσου δυναμική, επίσης αποφασιστική κι αδίστακτη, ικανότατη εχθρά των Λατίνων κληρικών και προστάτιδα των Ορθοδόξων, θα πρέπει ν' απασχόλησε τότε ιδιαίτερα τη σκέψη των Ελλήνων Κυπρίων.

 

* Τρίτη η Αικατερίνη Κορνάρο*, η τελευταία βασίλισσα της Κύπρου, σύζυγος του βασιλιά Ιακώβου Β' (1460-1473). Η Αικατερίνη βασίλεψε μόνη της από το 1474 έως το 1489 οπότε η Κύπρος εκχωρήθηκε στη Βενετία κι έπαψε να είναι ανεξάρτητο βασίλειο. Όπως προκύπτει κι από τα χρονικά, ήταν ιδιαίτερα αγαπητή στο λαό. Μάλιστα αναφέρονται περιπτώσεις όπου ο λαός ξεσηκώθηκε για να την υπερασπιστεί, ενώ όταν έφυγε από την Κύπρο το 1489 την ξεπροβόδισε ο λαός καί ἐγίνην μέγαν κλάμαν, όπως μαρτυρεί ο Γεώργιος Βουστρώνιος.

 

Αυτές, λοιπόν, οι τρεις ρήγαινες της Κύπρου φαίνεται ότι αποτέλεσαν πρότυπα για τη μυθική ρήγαινα των θρύλων και των παραδόσεων. Ήταν όμως μόνο αυτές;

 

Συχνά στις κυπριακές παραδόσεις η θρυλική ρήγαινα συναντάται με τον Διγενή Ακρίτα, άλλοτε ως ερωμένη, άλλοτε ως αρνούμενη να τον παντρευτεί, άλλοτε ακόμη κι ως αντίπαλος. Όμως ο Διγενής ήταν ήρωας επών των Βυζαντινών χρόνων, άρα προγενέστερος της περιόδου της Φραγκοκρατίας. Μήπως εδώ υπάρχει κάποιος αναχρονισμός, όπου συναντώνται δυο πρόσωπα διαφορετικών εποχών; Ή μήπως η ρήγαινα είναι μια μορφή διαχρονική, που απαντάται σε διάφορες εποχές;

 

Σε διάφορους περί την ρήγαινα μύθους, ιδίως σε σχέση προς απόκρυψη θησαυρών, αναφέρονται εισβολές εχθρών στην Κύπρο. Οι εχθροί είναι κάποτε Τούρκοι, οπότε η εισβολή τους τοποθετείται χρονικά στα 1570, όταν η Κύπρος δεν είχε πια ρήγαινες μετά τη φυγή της Αικατερίνης Κορνάρο (1489). Άλλοτε πάλι οι εισβολείς είναι Σαρακηνοί (Μαμελούκοι), οπότε η εισβολή τους χρονικά τοποθετείται στα 1425-26. Αν πάμε ακόμη πιο πίσω στον χρόνο, έχουμε την εισβολή του Ριχάρδου Λεοντόκαρδου (1191) και ακόμη πιο πριν άλλες, μέχρι πίσω στις αραβικές επιδρομές του 7ου-10ου μ.Χ. αιώνα. Αλλά τότε και πάλι δεν υπήρχαν ρήγαινες.

 

Από την άλλη, όμως, κάποια ρήγαινα μιας περιοχής δεν ήταν, ίσως, αναγκαστικά μια βασίλισσα. Κάποια πυργοδέσποινα, κάποια αριστοκράτισσα σύζυγος φεουδάρχη, τόσο κατά τα Βυζαντινά χρόνια όσο κι αργότερα, κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, φαίνεται ν' αποτελούσε το πρότυπο για τη δημιουργία μύθων. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι σε διάφορες περιοχές της Κύπρου υπάρχουν τοπικά ρηγάτα κι υπάρχουν και ρήγαινες (μερικές φορές περισσότερες από μια) και ρήγες.

 

Ψάχνοντας, λοιπόν, για την περιβόητη ρήγαινα της Κύπρου, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι στο πρόσωπό της αντιπροσωπεύονται και βασίλισσες της περιόδου του φράγκικου βασιλείου, και φεουδάρχισσες ή εντυπωσιακές σύζυγοι ευγενών των Μεσαιωνικών χρόνων, και αριστοκράτισσες των Βυζαντινών χρόνων.

 

Έτσι εξηγούνται, εξάλλου, και οι διάφορες και διαφορετικές ιδιότητες της ρήγαινας της Κύπρου, που ποικίλλουν. Σε μερικούς θρύλους και σε παραδόσεις η ρήγαινα είναι ανύπαντρη και σμίγει με τον Διγενή. Σε άλλες περιπτώσεις τον αποκρούει και προσπαθεί να του ξεφύγει. Άλλοτε κάποιος ρήγας κερδίζει την αγάπη της, άλλοτε αποτυγχάνει. Σε άλλες περιπτώσεις η ρήγαινα είναι παντρεμένη και με παιδί/ παιδιά. Άλλοτε πάλι είναι μόνη, αποφεύγει τον κόσμο κι αποσύρεται σε σπηλιές ή φαράγγια ή βουνοκορφές. Κι άλλοτε είναι ισχυρή, με δικό της στρατό που διοικεί η ίδια. Σε μερικές παραδόσεις η ρήγαινα πεθαίνει. Σε άλλες, φεύγει με καράβι μακριά, εκτός Κύπρου, για να μη επιστρέψει ποτέ (θυμίζοντας την Αικατερίνη Κορνάρο).

 

Σε όλες όμως τις περιπτώσεις η ρήγαινα είναι ιδιαίτερα όμορφη κι εντυπωσιακή, πλούσια, δεσπόζουσα μορφή, παρά τις ποικίλες ιδιότητες του χαρακτήρα της: σε άλλες παραδόσεις είναι καλή κι ευγενική, φυτεύει δέντρα, φέρνει άφθονο νερό κι ανασταίνει τη γη για να καρποφορήσει, θυμίζοντας την πανάρχαια ιδιότητα της Αφροδίτης ως θεάς της γονιμότητας. Σε άλλες, πάλι, περιπτώσεις είναι θρήσκα και κτίζει ή σχετίζεται προς εκκλησίες· αλλά και η βασίλισσα Ελεονώρα έκτισε εκκλησίες (μάλιστα ξανάκτισε κι αυτό το μοναστήρι του Κύκκου όταν τούτο είχε καταστραφεί ολοσχερώς από πυρκαγιά), όπως κι η Ελένη Παλαιολογίνα ανοικοδόμησε εκκλησίες και μοναστήρια, ενώ η Αικατερίνη Κορνάρο πριν φύγει οριστικά από την Κύπρο δεν παρέλειψε να πάει για προσκύνημα στην Παναγία την Αψινθιώτισσα.

 

Σε άλλες, πάλι, περιπτώσεις η ρήγαινα είναι ζηλιάρα και εκδικητική, ακόμη και σκληρή, θυμίζοντας τόσο την Ελεονώρα όσο και την Ελένη Παλαιολογίνα.

 

Όσο για τα αμύθητα πλούτη της, τα κρυμμένα εδώ κι εκεί, είναι εύκολο να εξηγηθούν. Πρόκειται ασφαλώς για τις αρχαιότητες που τόσο πολλές κρύβονταν και κρύβονται στα σπλάχνα της κυπριακής γης. Μεταξύ των τόσων πολλών αρχαίων αντικειμένων εκείνα που ιδιαίτερα ενδιέφεραν τους ανθρώπους σε εποχές κατά τις οποίες ανθούσε η τυμβωρυχία και η αρχαιοκαπηλία, ήταν τα πλούσια κτερίσματα των αρχαίων τάφων που περιελάμβαναν πολυτιμότατα χρυσά κι ασημένια σκεύη κι έργα μικροτεχνίας και ιδίως κοσμήματα. Όπως και τα πολύτιμα αφιερώματα σε ιερά, και γενικά οι θησαυροί που κρύβονταν στη γη, σε αρχαιολογικούς χώρους όπου υφίσταντο ερείπια και χαλάσματα. Ερείπια και χαλάσματα που, ασφαλώς, εθεωρείτο ότι ανήκαν σε κάποια ρήγαινα. Δεν έχει σημασία σε ποια ρήγαινα. Εάν κάποιες μακρινές αναμνήσεις επανέρχονταν ή κάποιος μορφωμένος άνθρωπος έκανε πού και πού λόγο για την αρχαία Κύπρο (απομεινάρια της οποίας ήταν τα πολύτιμα αντικείμενα που ανακαλύπτονταν κατά καιρούς), τι θα 'λεγε στους απλοϊκούς ανθρώπους; Ασφαλώς θα εδιηγείτο ότι στα αρχαία χρόνια η Κύπρος είχε 9 ή και 12 βασίλεια. Κι εφόσον είχε τόσα πολλά βασίλεια, υφισταντο ασφαλώς και κάποιες ρήγαινες. Και σίγουρα σ' αυτές ανήκαν τα χρυσά και τ' ασημένια αντικείμενα που κάποιοι ανακάλυπταν κάθε τόσο, τυχαία ή όχι. Έτσι υφίσταντο ρήγαινες, πολλές ρήγαινες, στην αρχαία Κύπρο, όπως υφίσταντο και στη μεσαιωνική. Ο ενδιάμεσος χρόνος δεν έσβησε τη λάμψη του χρυσού! Από το τόσο πλούσιο αρχαίο παρελθόν της Κύπρου απαντούμε στους θρύλους περί την ρήγαινα κι άλλες αναμνήσεις εκτός από τους χειροπιαστούς και πολύτιμους θησαυρούς. Ανεφέρθηκαν ήδη πιο πάνω διάφορα στοιχεία που παραπέμπουν από τη μεσαιωνική ρήγαινα στην αρχαία Αφροδίτη. Και δεν θα ήταν υπερβολικό εάν υποστηρίζαμε ότι οι θρύλοι της ρήγαινας της Κύπρου ξεκινούν από την αρχαία λατρεία της όμορφης θεάς του Έρωτα, της κατ' εξοχήν θεάς της Κύπρου, της Αφροδίτης.

 

Τούτο υποστηρίζει κι ο Σίμος Μενάρδος, γράφοντας:

 

Πιστεύω... ὅτι μόνον τό ὄνομα ἤ μᾶλλον ό τίτλος τῆς ρήγαινας εἶναι μεσαιωνικός. Ἡ βασίλισσα, ἡ δέσποινα εἶν' ἀρχαία. Καί γνωρίζομεν λοιπόν, ἀλήθεια, καμμίαν ἄνασσαν τῆς Κύπρου παλαιάν, ἀσυγκρίτως ὡραίαν καί πράγματι χρυσῆν, πού δέν ἐγήρασε ποτέ κ' ἐχάθη μόνον εἰς ἕνα πύργον ἄφαντον καί ἀγύριστον, εἰς τοῦ καιροῦ τόν πύργον; Ὁ κόσμος ὅλος τήν γνωρίζει. Διότι τήν «εὐώδεα Κύπρον» τῆς ἀπέδοσαν ὡς πατρίδα καί βασίλειον ὅσοι τήν ὕμνησαν ποιηταί...

 

Από τη λατρεία της Αφροδίτης, λοιπόν, κατά την Αρχαιότητα, ξεκινά ο θρύλος της μεσαιωνικής ρήγαινας. Αυτής που, στα Βυζαντινά χρόνια, σμίγει με τον νεότερο θεό του πολέμου, τον αντικαταστάτη του αρχαίου Άρη (εραστή της Αφροδίτης), τον Διγενή Ακρίτα.

 

Τα Βυζαντινά χρόνια, με την έντονη θρησκευτικότητα που τα χαρακτηρίζει, όπως και τη θρησκευτική αυστηρότητά τους, εξαφάνισαν την Αφροδίτη αλλά μόνο κατ' όνομα. Κι όπως σε μερικές περιπτώσεις η Αφροδίτη συνδέεται με την Παναγία (πρβλ. ακόμη κι ονομασία Παναγία Αφροδίτισσα), έτσι και η Παναγία θα συνδεθεί σε μερικές περιπτώσεις αργότερα με τη ρήγαινα. Απ' όλους τους αγίους κι απ' όλες τις αγίες, η Παναγία είναι εκείνη που τιμάται περισσότερο στην Κύπρο, όπου της ανήκουν και τα περισσότερα και τα σημαντικότερα μοναστήρια. Και δεν είναι ίσως τυχαίο το γεγονός ότι στη χρονική συνέχεια των πραγμάτων, γένους θηλυκού είναι τα πρόσωπα που διαφεντεύουν την Κύπρο: Αφροδίτη, Παναγία, Ρήγαινα.

 

Κάπου τα πράγματα συγχέονται. Αλλά δεν είναι, σε τελευταία ανάλυση, έτσι που γεννάται ο θρύλος;

 

Κι ακολουθούν τα χρόνια της Φραγκοκρατίας. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι τώρα γίνεται πλέον χρήση του όρου ρήγαινα, που περιλαμβάνει τις παλαιές βασίλισσες και τις καινούργιες, αν και ο όρος δεν ήταν άγνωστος ως τότε (την Αφροδίτη, για παράδειγμα, την αποκαλεί Venus Regina ο Οράτιος από τα αρχαία χρόνια, το ίδιο κι ο Προπέρτιος).

 

Με την πολυτελή ζωή τους, τη χλιδή και τη μεγαλοπρέπειά τους, τους έρωτες, τα πάθη και τα μίση τους, οι ρήγαινες και οι φεουδάρχισσες της περιόδου της Φραγκοκρατίας προσθέτουν νέους μύθους στους παλαιούς και στους αρχαίους και νέα τροφή στη λαϊκή φαντασία. Κι ύστερα το τέλος της ζωής του βασιλείου, κι ακόμη πιο ύστερα μια νέα εισβολή, ένας νέος πόλεμος, ένας νέος κατακτητής, ο Τούρκος. Και τότε η ρήγαινα χάνεται οριστικά. Τα παλαιά πλούτη χάνονται επίσης, όπως τερματίζεται κι ο «χρυσός αιώνας», όπως μερικοί αποκαλούν την περίοδο της κυπριακής Φραγκοκρατίας. Μένει η φτώχεια, η εξαθλίωση, η ανέχεια. Μένει η αμορφωσιά, μένουν και πολλά νεότερα ερείπια. Μένει όμως κι η ανάμνηση που τροφοδοτεί τον θρύλο. Και κοντά στα πολλά αρχαία χαλάσματα ευρίσκονται τώρα και πάρα πολλά μεσαιωνικά ερείπια. Κι η ρήγαινα αποκτά, έτσι, όλο και περισσότερα σπίτια και κάστρα και πύργους, παντού στην Κύπρο.