Άγιος Ανδρόνικος Γιαλούσας

Image

Το χωριό αυτό υφίστατο και κατά τα Μεσαιωνικά χρόνια. Μεικτό, κατεχόμενο χωριό της επαρχίας Αμμοχώστου στη γεωγραφική περιφέρεια της Καρπασίας. Το χωριό, σε ύψος 115 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, είναι τοποθετημένο στο βόρειο τμήμα της ασύμμετρης πτύχωσης της Καρπασίας, που θεωρείται προέκταση της οροσειράς του Πενταδάκτυλου. Απέχει περίπου 3 χμ. από τη θάλασσα και κάπου 4 χμ. από τη Γιαλούσα. Στα ανατολικά του Αγίου Ανδρόνικου και μέσα στα διοικητικά του όρια βρίσκεται ο μικρός οικισμός  Έλισις, που εγκαταλείφθηκε μετά το 1931.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι προσχώσεις των αναβαθμίδων, οι αποθέσεις του σχηματισμού Αθαλάσσας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες και άμμοι), οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκωσίας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, κροκάλες και ψαμμιτικές μάργες) και ο φλύσχης της Κυθρέας. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν εδάφη τέρρα ρόζα, καφκάλλες και ξερορεντζίνες. Η μέση ετήσια βροχόπτωση που δέχεται το χωριό κυμαίνεται περί τα 490 χιλιοστόμετρα.

 

Το 1973 ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, αρκετοί που εξέτρεφαν κάπου 2.250 αιγοπρόβατα και 159 βόδια. Επίσης το 1973 εκτρέφονταν 29 αγελάδες και 3250 πουλερικά. Εκτός από την κτηνοτροφία, οι κάτοικοι επιδίδονταν και σε ποικίλες άλλες γεωργικές δραστηριότητες. Αξίζει να τονιστεί πως ο Άγιος Ανδρόνικος ήταν ένα από τα λίγα χωριά της Κύπρου (το τέταρτο στην επαρχία Αμμοχώστου) στα οποία εκτρέφονταν, πριν από την εισβολή, μεγάλος αριθμός βοδιών.  Όμως στον Άγιο Ανδρόνικο καλλιεργούνταν σε μικρό βαθμό τα εσπεριδοειδή, τα σιτηρά, τα κτηνοτροφικά φυτά, οι ελιές, τα λαχανικά, το κολοκάσι, το σησάμι και λίγα φυλλοβόλα. Ιδιαίτερα στο χωριό συγκαλλιεργούνταν τα σιτηρά και οι ελιές.  Μια μεγάλη έκταση του χωριού είναι ακαλλιέργητη και καταλαμβάνεται από φυσική βλάστηση. Μέρος των κρατικών δασών Περιστέρια, Κοπριστά και Καβάλλης εμπίπτουν στα διοικητικά του όρια.

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 620 
1891 657 
1901 772 
1911 858 
1921 920 
1931 1.012 (687 Ελληνοκύπριοι και 325 Τουρκοκύπριοι)
1946 1.380 (960 Ελληνοκύπριοι και 420 Τουρκοκύπριοι)
1960 1.238 (771 Ελληνοκύπριοι, 434 Τουρκοκύπριοι και 33 τσιγγάνοι)
1973 1.123 (712 Ελληνοκύπριοι και 411 Τουρκοκύπριοι)

 

Αρκετοί κάτοικοι του Αγίου Ανδρονίκου παρέμειναν εγκλωβισμένοι στο χωριό μετά την εισβολή του 1974. Σταδιακά, όμως, οι περισσότεροι εκδιώχθηκαν. Μέχρι το τέλος του 1983 είχαν παραμείνει στον Άγιο Ανδρόνικο 9 Ελληνοκύπριοι εγκλωβισμένοι. Την ίδια τύχη είχε και το δημοτικό σχολείο του χωριού, που λειτούργησε   μέχρι   τη   σχολική   χρονιά 1976-77.  Ένα ενδιαφέρον στοιχείο είναι πως, παρά την απομόνωση στην ακριτική αυτή περιφέρεια της Καρπασίας και παρά την απουσία μεγάλου αστικού κέντρου για εργοδότηση, το χωριό γνώρισε μια σταθερή αύξηση του πληθυσμού από το 1881 μέχρι και την τουρκική εισβολή.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως ο Άγιος Ανδρόνικος βρίσκεται δίπλα στον κύριο δρόμο Αμμοχώστου - Γιαλούσας. Μέσω του δρόμου αυτού συνδέεται στα βορειοανατολικά με το χωριό Γιαλούσα (περί τα 4 χμ.) και στα νοτιοδυτικά με το χωριό Λεονάρισσο (περί τα 5 χμ.) και μέσω του με την πόλη της Αμμοχώστου. Συνδέεται επίσης με ασφαλτόστρωτο δρόμο στα νοτιοδυτικά με το χωριό Κοιλάνεμος (περί τα 2,5 χμ.) και με σκυρόστρωτους δρόμους στα νοτιοανατολικά με τα χωριά Άγιος Συμεών (περί τα 6 χμ.) και Βαθύλακας (περί τα 4 χμ.).

 

Σ' αυτό το ιδιόρρυθμο τοπίο του Αγίου Ανδρονίκου με τους ήπιους λόφους, τις πλαγιές, τις μικρές κοιλάδες και τα μικρά οροπέδια, υπάρχουν κατάσπαρτα αρκετά πηγάδια που σ' ένα μεγάλο βαθμό επηρέασαν και το χαρακτήρα του οικισμού. Το 1890 ο Γ.Σ. Φραγκούδης γράφει: «διάφοροι πηγαί ὑπάρχουσι τῆδε κακεῖσε καί πλεῖστα πτηνά καταφεύγουσιν ἐνταῦθα.» Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει πως οι κάτοικοι τον 19ο αιώνα ασχολούνταν με τη σηροτροφία. Τα ίδια περίπου αναφέρει και ο Α. Σακελλαρίου, τονίζοντας ιδιαίτερα πως ο Άγιος Ανδρόνικος ήταν «κατάφυτος ἐξ ὀπωροφόρων δένδρων καί παράγει πολλήν μέταξαν.»  Αλλά και ο Ε. Ν. Φραγκούδης, το 1885, αναφέρει στο «Ἐγχειρίδιον Χωρογραφίας καί Γενικῆς Ἱστορίας τῆς Κύπρου» πως «μετά τοῦ ἐγγύς ἁγίου Ἀνδρόνικου ἡ Ὑαλούσα παράγει τήν πλείστην τῆς μετάξης τῆς συλλεγομένης ἐν τῷ διαμερίσματι.»  Το σησάμι και το κολοκάσι καλλιεργούνταν για πολλές δεκαετίες στο χωριό μέχρι και την εισβολή. Όπως τονίζει ο Κ. Μυριανθέας, το 1945, «ἒχει κήπους εἰς τούς ὃποίους καλλιεργοῦν κολοκάσι καί σήσαμον.» Η κύρια εκκλησία του χωριού, που είναι κτίσμα του 18ου αιώνα, είναι αφιερωμένη στην αγία Φωτεινή. Λίγο έξω από το κέντρο του χωριού υπάρχει μεσαιωνικό παρεκκλήσι αφιερωμένο στην Παναγία, με κατάλοιπα τοιχογραφιών.

 

Η παλαιά εκκλησία του χωριού, αφιερωμένη στον άγιο Ανδρόνικο, είχε μετατραπεί από δεκαετίες σε τουρκικό σχολείο. Μετά την τουρκική εισβολή του 1974 παρέμειναν στο χωριό πολλοί Ελληνοκύπριοι εγκλωβισμένοι κάτοικοι του, που όμως σταδιακά εκδιώχθηκαν. Ήταν 560 τον Οκτώβριο του 1975 αλλά μόλις 28 τον Ιούλιο του επόμενου χρόνου, και μόνο 10 τον Μάιο του 1980. Σήμερα στο χωριό κατοικούν κυρίως Τούρκοι έποικοι που μεταφέρθηκαν από τη Μικρά Ασία. Οι Τουρκοκύπριοι ονόμαζαν από παλαιότερα το χωριό Yesilkoy, και την ίδια ονομασία χρησιμοποιούν και σήμερα. Σημαίνει πράσινο χωριό.

 

Σε παλιούς χάρτες   το χωριό είναι σημειωμένο ως S. Andronico.

 

Το χωριό Άγιος Ανδρόνικος Γιαλούσας παρουσιάζει ενδιαφέρον από ιστορικής σκοπιάς. Κατά τον Κύπριο γεωγράφο Περικλή Μιχαηλίδη («Στοιχειώδης Τοπογραφία ἢ Πολιτική Γεωγραφία τῆς Νήσου Κύπρου», Ἐν Τούλτσῃ [Ρουμανίας], 1887, σ. 81) ο Άγιος Ανδρόνικος είχε, στα 1887, 679 κατοίκους και «ἀρχαῖα ἐρείπια, παράγει δέ τό χωρίον τοῦτο καί πλείστην μέταξαν». Η επικράτηση του τουρκικού στοιχείου στο χωριό ανάγεται κυρίως στην περίοδο 1669-1670 κ. ε. όταν ο σκληρός (φραγκικής ή ιταλικής καταγωγής) δραγομάνος Μαρκουλλής* επέβαλε αβάσταχτη φορολογία στα χωριά της Κύπρου, περιλαμβανομένης της Καρπασίας. Τότε πολλοί Καρπασίτες εξορίστηκαν ή τούρκεψαν ή αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν προσωρινά ή και μόνιμα στα νότια παράλια της Μικράς Ασίας, στην Κιλικία κ.α. Τότε Τούρκοι ή/ και εξισλαμισμένοι χριστιανοί κατέλαβαν τα πλουσιότερα κτήματα και σπίτια του Αγίου Ανδρονίκου, γύρω στην εκκλησία του πολιούχου αγίου. Στα 1718 ανακαλύφθηκε το σπήλαιο της Ριζοκαρπασίτισσας αγίας Φωτεινής* κοντά στον Άγιο Ανδρόνικο, από τον οικονόμο Νικόδημο, επιστάτη της εκεί μονής (δεύτερη ανεύρεση μετά την επί Λεοντίου Μαχαιρά τον 15ο αιώνα). Το σπήλαιο χρησιμοποιήθηκε σαν ναός. Η αγία Φωτεινή ανακηρύχτηκε προστάτιδα του χωριού και οι Έλληνες χωριανοί της έκτισαν νέα εκκλησία, εγκαταλείποντας τον κατάγραφο βυζαντινό ναό του Αγίου Ανδρονίκου που σταδιακά γκρεμίστηκε. Δίπλα στα ερείπιά του οι μουσουλμάνοι Αγιοανδρονικιώτες έχτισαν τζαμί που ήταν γνωστό σαν τζαμί του Άι Ανδρόνικου! Στη θέση του γκρεμισμένου ναού έχτισαν αργότερα τουρκικό σχολείο.

 

Το χωριό είναι γνωστό και ως Άγιος Ανδρόνικος Κανακαρίας, επειδή βρίσκεται κοντά στη γνωστή μονή. Οι Τούρκοι ονόμαζαν το χωριό και Γιεσίλ Κιογιού (=Πράσινο Χωριό). Ο διαχωρισμός των κατοίκων του σε χριστιανούς -Έλληνες και μουσουλμάνους Τούρκους, με σύνορο μεταξύ τους την κοίτη ποταμού, μαρτυρείται από τις αρχές του 18ου αιώνα. Στα 1820 οι φορολογητέοι κάτοικοι του χωριού ήσαν 47 και πλήρωναν 2450.20 γρόσια (Κατάστιχο V της αρχιεπισκοπής, σ. 159). Στα 1825 ήσαν 28 και πλήρωναν 1540 γρόσια (Κατάστιχο VI, σ. 273). Στα 1826 οι μοναχοί της Αγίας Φωτεινής (Φωτούς) στον Άγιο Ανδρόνικο ήσαν 2.

 

Η γνωστή τουρκοκυπριακή οικογένεια Μανιέρα κατάγεται από τον Άγιο Ανδρόνικο Γιαλούσας και τα μέλη της είχαν, μέχρι πρόσφατα, συνείδηση της καταγωγής τους.

 

Ένας ξένος επισκέπτης που περιόδευσε την Κύπρο το 1738, ο Άγγλος Ρίτσαρντ Πόκοκ, πέρασε τότε και από τον Άγιο Ανδρόνικο, καθ’ οδόν πρός τη Γιαλούσα. Γράφει σχετικά: «Ταξιδέψαμε διά μέσου μίας πολύ ωραίας περιοχής κατάφυτης από δάση και περάσαμε μέσα από τον Άγιο Ανδρόνικο (Ai-Androniko), όπου υπάρχει ένα μικρό ρυάκι του οποίου οι πηγές δεν στερεύουν ποτέ. Στο χωριό αυτό κατοικούν Τούρκοι στο νότιο τμήμα του και Χριστιανοί στο βόρειο. Όλη αυτή η γύρω περιοχή δέχεται πολλές επιδρομές από τους Μαλτέζους κουρσάρους».

 

« Μαλτέζοι κουρσάροι» ήταν οι ιππότες του Τάγματος των Ιωαννιτών που αφότου εκδιώχθηκαν από την Κύπρο και κατόπιν και από τη Ρόδο (όταν και τα δύο νησιά κατελήφθησαν από τους Οθωμανούς), εγκαταστάθηκαν στη Μάλτα. Από εκεί συχνά επέδραμαν εναντίον όσων μεσογειακών περιοχών κατείχαν τότε οι Τούρκοι.