Τουρκοκύπριοι

Η συμπεριφορά των Τουρκοκυπρίων

Image

Η ελληνική - χριστιανική καταγωγή των λεγομένων Τουρκοκυπρίων είχε αφήσει έντονα ίχνη στον χαρακτήρα τους, όπως εκδηλωνόταν ακόμη και μέχρι εντελώς πρόσφατα, πριν από την επικράτηση της σοβινιστικής ηγεσίας τους που καθοδηγείτο από την Άγκυρα, κατά τα μέσα του αιώνα μας και ύστερα.

 

Η συμπεριφορά των Τουρκοκυπρίων, ιδίως των μη αστικοποιημένων, ήταν αξιοπρόσεκτη:

 

* Σε πολλά τουρκοκυπριακά ή και μεικτά χωριά οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι τους δεν γνώριζαν ούτε καν την τουρκική και με τους Έλληνες και οι ίδιοι μεταξύ τους μιλούσαν την ελληνική. Τελικά, με τη βοήθεια της Τουρκίας, ιδρύθηκαν τουρκικά σχολεία στα οποία οι (επιλεγμένοι και φανατικοί) δάσκαλοι απαγόρευαν αυστηρά στα παιδιά να ομιλούν την ελληνική. Μετά τον διαχωρισμό που επήλθε βίαια το 1974-75 και τη μεταφορά όλων των Τουρκοκυπρίων στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου, η ελληνική γλώσσα παραμερίστηκε εντελώς (ωστόσο ο συγγραφέας του άρθρου αυτού, όταν επεσκέφθη την κατεχόμενη περιοχή της Κύπρου τον Νοέμβριο του 1989, συνομίλησε με αρκετούς Τουρκοκυπρίους - αλλά όχι της νέας γενιάς - στην ελληνική που την μιλούσαν πολύ καλά۠ σε μια περίπτωση μάλιστα, Τουρκοκύπριος ζήτησε να του στείλει λουκάνικα, «που τα είχε επιθυμήσει πολύ», παρά το ότι είναι χοιρινά).

 

* Πολλοί Τουρκοκύπριοι δεν τηρούσαν τις διατάξεις της θρησκείας τους (όπως λ.χ. την αποφυγή χοιρινού κρέατος). Αντίθετα, μεγάλος αριθμός απ' αυτούς επισκέπτονταν τακτικά χριστιανικές εκκλησίες και μοναστήρια όπου έκαναν τάματα και αφιερώσεις. Ένας τέτοιος χριστιανικός χώρος είναι το κατεχόμενο σήμερα μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα, για το οποίο ακόμη και σήμερα (σε «επίσημους» οδηγούς του «κράτους» τους) οι Τουρκοκύπριοι αναγκάζονται να παραδεχθούν ότι αποτελεί «ιερό χώρο τόσο για τους Τούρκους όσο και για τους Έλληνες της Κύπρου».

 

* Πολλοί Τουρκοκύπριοι συναναστρέφονταν περισσότερο τους Ελληνοκυπρίους παρά άλλους ομόθρησκους τους. Τούτο ήταν ιδιαίτερα έντονο μέχρι και πριν από την έναρξη του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα του 1955. Συναφώς αναφέρεται ότι μερικοί Τουρκοκύπριοι είχαν προσυπογράψει ακόμη και το ενωτικό δημοψήφισμα του 1950.

 

* Πολλά αμιγή τουρκοκυπριακά χωριά, ή χωριά όπου πλειοψηφούσε σημαντικά το τουρκοκυπριακό στοιχείο, συνεχίζουν να φέρουν όχι μόνο ελληνικά ονόματα, αλλ' ακόμη και ονόματα αγίων της Ορθόδοξης Εκκλησίας (λ.χ. τα χωριά Άγιος Ιωάννης, Άγιος Νικόλαος, Άγιος Ισίδωρος, Άγιος Γεώργιος στην επαρχία Πάφου, Άγιος Θωμάς στην επαρχία Λεμεσού, Άγιοι Ηλιόφωτοι, Άγιος Σωζόμενος, Άγιος Θεόδωρος στην επαρχία Λευκωσίας, Αγία Ειρήνη στην επαρχία Κερύνειας, Άγιος Ευστάθιος, Άγιος Συμεών στην επαρχία Αμμοχώστου).

 

* Μεταξύ των καθαρά ελληνικών ονομασιών πολλών αμιγών τουρκοκυπριακών χωριών αναφέρουμε ενδεικτικά: Γαληνόπωρνη, Πλατανισσός, Γαλάτεια, Λειβάδια, Κρίδια, Πέτρα του Διγενή, Κουκλιά, Αγυιά, Ορνίθι, Κελλιά, Κρηνί, Δκυό Ποταμοί, Λιμνίτης, Αυδήμου, Πλατανίσκια, Φοίνικας, Μαντριά, Κόκκινα, Αντρολίκου, Ζαχαρκά, Λαπηθιού, Σταυροκόννου, Πραστειόν κλπ.

 

Το ζήτημα των ονομασιών των τουρκοκυπριακών χωριών είναι πολύ ενδιαφέρον. Των περισσοτέρων από τα χωριά αυτά η ονομασία μαρτυρείται και πριν από το 1570, δηλαδή πριν από την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου και την εγκατάσταση Τούρκων στο νησί. Η ελληνικότητα, συνεπώς, των χωριών αυτών είναι δεδομένη, πέραν από τη μαρτυρία του ονόματος τους. Πως, λοιπόν, τέτοια χωριά κατέληξαν να είναι αργότερα αμιγώς τουρκοκυπριακά;

 

Μια πρόχειρη ερμηνεία θα ήταν ότι σ' αυτά εγκαταστάθηκαν Τούρκοι, μετά το 1570, που σταδιακά εκτόπισαν τους Έλληνες. Ωστόσο δεν μαρτυρείται τόσο μαζική εγκατάσταση Τούρκων στην Κύπρο, που μάλιστα να καταλάβουν τόσα πολλά χωριά. Θα πρέπει να δεχθούμε ότι ένας σχετικά μικρός αριθμός Τούρκων πράγματι εγκαταστάθηκε σε μερικά χωριά. Όμως αυτοί επέλεξαν πλούσια ή και προνομιούχα χωριά που κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας τα πιο πολλά ανήκαν στη βασιλική οικογένεια της Κύπρου ή στη Λατινική Εκκλησία. Τα περισσότερα τέτοια χωριά (βάσει των μεσαιωνικών καταλόγων και χαρτών) αργότερα απαντώνται ως μεικτά, με κατοίκους  Έλληνες και Τούρκους. Αντίθετα, τα περισσότερα από τα αμιγή τουρκοκυπριακά χωριά είναι ασήμαντα και φτωχά, κι από την άποψη ποιότητας γης και γεωγραφικής θέσης δεν μπορούν να θεωρηθούν προνομιούχα. Είναι, συνεπώς, πολύ απίθανο να είχαν εγκατασταθεί Τούρκοι σ' αυτά, γιατί ασφαλώς οι κυρίαρχοι θα διάλεγαν τα καλύτερα κι όχι τα χειρότερα, εάν όχι αυτές τις ίδιες τις πόλεις.   Έτσι, η τουρκοποίηση τέτοιων χωριών θα πρέπει ασφαλώς να αποδοθεί σε εξισλαμισμό των κατοίκων τους. Μάλιστα οι κάτοικοι των φτωχότερων χωριών ήταν περισσότερο ευάλωτοι και πιο εύκολα ήταν δυνατό να εξισλαμισθούν. Τούτο μαρτυρεί κι ο Βασίλειος Μπάρσκυ (Α. Στυλ., ό.π.π.,σ. 111) όπου ομιλεί για τον κεφαλικό φόρο ο οποίος ανάγκαζε πολλούς σε εξισλαμισμό, προσθέτοντας:

 

... Εἰς πολλά μέρη, ἐπί παραδείγματι εἰς τάς πόλεις, οἱ πλούσιοι βοηθοῦν τούς πτωχούς νά πληρώνουν τούς φόρους, ἀλλά εἰς τά χωρία καί ἀλλαχοῦ, ὅπου ἡ πλειονότης εἶναι πτωχοί, δέν δύναται νά βοηθήσῃ  ὁ εἱς τόν ἄλλον καί ἐπομένως οἱ Χριστιανοί ὑποφέρουν ἐκ τῶν Μουσουλμάνων...

 

* Στο ζήτημα της συμπεριφοράς των Τουρκοκυπρίων θα πρέπει να λάβουμε επίσης σοβαρά υπόψιν και τις διάφορες εξεγέρσεις τους κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, δηλαδή την αντίθεση τους σε τελευταία ανάλυση, προς την (τουρκική) κρατούσα δύναμη. Για το ζήτημα αυτό όπως και για την όλη σχέση τους με τους Ελληνοκυπρίους γίνεται ειδική αναφορά στο τρίτο κεφάλαιο του παρόντος λήμματος.

 

Συμπερασματικά, σ' ό,τι αφορά το θέμα της καταγωγής και προέλευσης των Τουρκοκυπρίων, θα πρέπει ν' αναφερθεί σαφώς ότι αυτοί στην πλειοψηφία τους υπήρξαν εξισλαμισθέντες Χριστιανοί. Τούτο διαφαίνεται και από την εξέλιξη της αριθμητικής τους δύναμης, που εξετάζεται στο αμέσως πιο κάτω κεφάλαιο.

 

Η τουρκική κοινότητα και η αριθμητική της δύναμη σι διάφορες εποχές. Κατανομή και εξέλιξη.

 

Όπως φάνηκε πιο πάνω, αρχικά είχαν εγκατασταθεί στην Κύπρο, μετά την τουρκική κατάκτηση του νησιού, σώματα γενιτσάρων και σπαχήδων ως φρουρά, που δεν ξεπερνούσαν τις 4.000 άνδρες. Μεταφέρθηκαν επίσης στην Κύπρο και κάποιοι έποικοι/ εξόριστοι Χριστιανοί της Μικρός Ασίας, αλλά ίσως κι Εβραίοι και Σύροι, σε άγνωστους αλλ' οπωσδήποτε πολύ μικρούς αριθμούς (επί του προκειμένου αναφέρουμε ότι τα δυο σχετικά με το θέμα Εινάν σουλτανικά έγγραφα του 1573-1574 είναι διαταγές ακυρωτικές περί μεταφοράς κι όχι επιβεβαιωτικές, άρα με τέτοιες ακυρώσεις διαταγών ο αριθμός των εποίκων που ενδεχομένως επρόκειτο να μεταφερθεί, σίγουρα γινόταν όλο και πιο μικρός).

 

Είναι, ωστόσο, ορθό να θεωρήσουμε ότι και μερικοί Τούρκοι από όσους μετείχαν στον πόλεμο κατά των Βενετών του 1570-71 παρέμειναν στην Κύπρο. Αυτοί, μαζί με τις φρουρές και τους διοικητικούς υπαλλήλους, εγκαταστάθηκαν στις κυριότερες πόλεις. Η Λευκωσία, κατά τον Dandini, είχε πληθυσμό πέραν των 30.000 κατά το 1596, εκ των οποίων, όπως γράφει, οι Τούρκοι ήταν 4.000 έως 5.000. Σ' ολόκληρη την Κύπρο, όπως ο ίδιος προσθέτει, οι Τούρκοι ήταν το 1596 γύρω στις 12.000 έως 13.000, εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν εξισλαμισθέντες Χριστιανοί.

 

Αν δεχθούμε τους αριθμούς που δίνει ο Dandini, και που φαίνεται ότι δεν απείχαν πολύ από την πραγματικότητα, οι ευρισκόμενοι στη Λευκωσία Τούρκοι κατά τα τέλη του 16ου αιώνα ήταν περίπου το ένα έβδομο έως ένα όγδοο του συνολικού αριθμού των κατοίκων της. Δεδομένου δε ότι η Λευκωσία, ως πρωτεύουσα του νησιού, συγκέντρωσε ασφαλώς τον μεγαλύτερο αριθμό Τούρκων, θα πρέπει να υπολογίσουμε ότι στις λοιπές περιοχές του νησιού οι «Τούρκοι» ήταν ακόμη λιγότεροι. Εφόσον από τον συνολικό αριθμό των 12.000-13.000 οι 4.000-5.000 βρίσκονταν στη Λευκωσία, σε όλη την υπόλοιπη Κύπρο υπήρχαν γύρω στις 8.000 «Τούρκοι», εκ των οποίων οι περισσότεροι ήταν εξισλαμισθέντες Χριστιανοί.

 

Γνωρίζουμε από βενετικές πηγές ότι κατά το 1562 ο συνολικός πληθυσμός της Κύπρου ήταν γύρω στις 180.000 (έκθεση του Βενετού Savorgnano), ενώ το 1570 ήταν περίπου 200.000 (έκθεση του Βενετού Graziani). Αν λάβουμε υπόψιν τη σημαντική μείωση του πληθυσμού αμέσως μετά τον πόλεμο (λόγω του πολέμου, της αποδημίας και των μαζικών θανάτων από επιδημίες), μπορούμε να υπολογίσουμε τον συνολικό αριθμό του πληθυσμού της Κύπρου κατά τα τέλη του 16ου αιώνα γύρω στις 130.000 περίπου. Συνεπώς οι εμφανιζόμενοι, κατά την ίδια εποχή, ως «Τούρκοι» ήταν λιγότεροι από το 10% ολόκληρου του πληθυσμού. Αν τώρα λάβουμε υπόψιν ότι οι περισσότεροι απ' αυτούς ήταν εξισλαμισθέντες Χριστιανοί, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι εκείνοι που πράγματι μπορούσαν να θεωρηθούν Τούρκοι δεν υπερέβαιναν το 4% του συνολικού πληθυσμού.

 

Στην εξέλιξη των πραγμάτων ο συνολικός πληθυσμός της Κύπρου μειωνόταν ακόμη περισσότερο αλλά αυξανόταν σταθερά η αναλογία των «Τούρκων» έναντι των Ελλήνων κατοίκων της. Ο Ρίτσαρντ Πόκοκ, που γνώρισε την Κύπρο το 1738, γράφει ότι τα δύο τρίτα των κατοίκων του νησιού ήταν Χριστιανοί (συνεπώς οι «Τούρκοι» ήταν το υπόλοιπο ένα τρίτο). Προσθέτει επίσης ότι υπήρχαν λίγοι Μαρωνίτες κι ακόμη λιγότεροι Αρμένιοι, «πολύ φτωχοί» (βλέπε Excerpta Cypria, 1908, p. 269). Ο ίδιος δίνει και την πληροφορία ότι τον κεφαλικό φόρο (χαράτσι) τον πλήρωναν 12.000 άτομα. Δεδομένου ότι τον φόρο αυτό κατέβαλλαν μόνο οι άνδρες (εξαιρούνταν οι γυναίκες και τα ανήλικα παιδιά), μπορούμε περίπου να τριπλασιάσουμε τον αριθμό των 12.000, που μπορούν να χαρακτηριστούν ως ραγιάδες. Πολύ μικρός αριθμός κατοίκων. Εξάλλου ο Αλ. Ντράμμοντ (1745), λέγει ότι οι Χριστιανοί της Κύπρου ήταν 50.000, αριθμός που περίπου ταιριάζει με τον υπολογισμό που μπορεί να γίνει με βάση τα στοιχεία του Πόκοκ. Ο Ντράμμοντ δίνει, επίσης, τον εντελώς απίθανο αριθμό των 150.000 Τούρκων (τουλάχιστον όπως παρατίθεται στο Excerpta Cypria, p. 277).

 

Είναι επίσης άξια προσοχής η πληροφορία που δίνει ο Πόκοκ, ότι οι Μωαμεθανοί άνδρες πολύ συχνά νυμφεύονται Χριστιανές και τηρούν τις νηστείες μαζί με τις συζύγους τους... (Excerpta Cypria, p. 269).

 

Τούτο είναι άλλο ένα σημαντικό στοιχείο που θα πρέπει ασφαλώς να ληφθεί υπόψιν σχετικά προς την καταγωγή αρκετών Τουρκοκυπρίων. Γιατί ένας (ακαθόριστος) αριθμός απ' αυτούς ήταν παιδιά Τούρκων (ή και λινοβαμβάκων) πατέρων, αλλά Ελληνίδων μητέρων.

 

Σχετικά με την αναλογία Ελλήνων και Τούρκων στην Κύπρο κατά τον 16ο και 17ο αιώνα ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι συγκριτικοί αριθμοί, κατά διάφορες εποχές, των «Χριστιανών μαχητών» και των «Τούρκων μαχητών» που παραθέτει ο Κ. Κύρρης με βάση διάφορες πηγές από την αρχή της Τουρκοκρατίας μέχρι και το 1670, δηλαδή της περιόδου κατά την οποία οι υπόδουλοι Κύπριοι ζητούσαν συνεχώς βοήθεια από τη χριστιανική Ευρώπη γι' αποτίναξη του τουρκικού ζυγού κι υπολόγιζαν τόσο τις δικές τους δυνάμεις (δηλαδή εκείνους τους άρρενες που ήταν σε θέση και σε διάθεση να πάρουν όπλα) και τις αντίστοιχες εχθρικές που βρίσκονταν στο νησί. Ο Κ. Κύρρης παραθέτει τον ακόλουθο πίνακα («Ἀνατομία τοῦ   Ὀθωμανικοῦ καθεστώτος στήν Κύπρο, 1570-1878», στο βιβλίο Ἡ ζωή στήν Κύπρο τόν ΙΗ' και ΙΘ' αἰῶνα, έκδοση Δήμου Λευκωσίας, 1984, σ. 74):

 

 

 

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΜΑΧΗΤΕΣ

ΤΟΥΡΚΟΙ ΜΑΧΗΤΕΣ

1587

65.000

3-4.000

6-7.000 στα 1600-1601

1600

30-35.000

8.000 στα 1608-1609

1613

28.000

2.500 στα 1606-1613

1609-1626

10.000 και 10.000 έφεδροι (σύνολο 20.000)

10.000 στα 1628

1628 και (ή έως) 1632

10.000

11.000 στα 1632

1641

15.000 – 18.000

;

17/4/1664

60.000

5.000

9/12/1664

40.000

5.000

1/12/1668 (P. Senni)

;

4.058

Αύγ. 1668 – Ιούλ. 1670 (de Barrie)

40.000 – 60.000

;

 

 

Ο Κ. Κύρρης, αναλύοντας τον πιο πάνω πίνακα, γράφει και τα εξής:

 

«Παρατηρούμε σταθερή αύξηση των «Τουρκικών» στρατιωτικών ομάδων, που μάλλον πρόκειται για τους άρρενες που μπορούν να φέρουν όπλα, από το 1587 έως το 1641 μ' εξαίρεση την περίοδο 1606-1613, και σταθερή μείωση του αριθμού των Χριστιανών «μαχητών» - πάλι των ικανών να φέρουν όπλα - στην ίδια εποχή (1587-1641). Από το 1641 όμως και πέρα, ως το 1664 οι Χριστιανοί μαχητές πάλι αυξάνονται. Γιατί; Σίγουρα η μείωση των Χριστιανών μαχητών στα 1587-1641 οφειλόταν στον επιφανειακό εξισλαμισμό πολλών ηττημένων στις εξεγέρσεις. Η αντιστροφή του ρεύματος μετά το 1641 οφείλεται πιθανότατα στο γεγονός που ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός σημειώνει στην Ἱστορία του, ότι κατά το 1640 ή το 1660 ή αργότερα στα 1669, οι Κύπριοι Αρχιεπίσκοπος και Επίσκοποι έλαβαν αυξημένα προνόμια από τους Τούρκους. Απέκτησαν περισσότερα δικαιώματα εθναρχικά, δικαιώματα αμέσου προσβάσεως στην Πύλη και υποβολής παραπόνων και αμέσου εκπροσωπήσεως των ραγιάδων, πέραν του ρόλου του φοροσυλλεκτικού και φοροδιανεμητικού. Δεν είναι βέβαιος για την ακριβή χρονολογία της αλλαγής αυτής ο Κυπριανός. Οι πηγές του δεν είναι πολύ καθαρές. Γι' αυτό αμφιβάλλει. Όμως σ' αυτό το διάστημα 1640-1660 ή 1669 φαίνεται ότι έγινε μία αύξηση των δικαιωμάτων των Ελλήνων Κυπρίων αρχόντων, εκκλησιαστικών και λαϊκών, προπάντων των πρώτων. Και αυτή ακριβώς η αύξηση επιτρέπει σ' αυτούς μεγαλύτερο έλεγχο επί των στρατιωτικών ομάδων. Γι' αυτό παίρνουν θάρρος αρκετοί «μαχητές» και επιστρέφουν στον Χριστιανισμό.   Έτσι εξηγώ, εγώ τουλάχιστον, αυτή την αριθμητική αύξηση των χριστιανικών στρατιωτικών σε σύγκριση προς την σταθερή πτώση τους μεταξύ 1570 και 1640. Μεταξύ 1664 και 1668-1670 οι 20.000 που κυμαίνονται φαίνεται ότι είναι επαμφοτερίζοντες ημιχριστιανοί - ημιμουσουλμάνοι, που λόγω των τότε ταραχών και αναστατώσεων παίζουν διπλό παιχνίδι ανοικτά. Από το 1669 όμως αρχίζει πάλιν η πτώση, κι από κει και πέρα χάνονται οι μαρτυρίες για τους αριθμούς...».

 

Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός δίνει τους ακόλουθους αριθμούς: Ο συνολικός πληθυσμός της Κύπρου μέχρι την κατάκτηση του νησιού από τους Τούρκους ήταν 196.986. Συμφωνεί, δηλαδή, με τον Βενετό Graziani που δίνει τον συνολικό αριθμό των 200.000 κατοίκων. Κατά το 1777 ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός δίνει συνολικό αριθμό Χριστιανών 37.000 (εκ των οποίων οι 10.487 πλήρωναν το χαράτσι), δηλαδή συμφωνεί περίπου με τις εκτιμήσεις του Πό-κοκ 40 περίπου χρόνια ενωρίτερα. Ωστόσο ο αριθμός του Κυπριανού είναι μειωμένος κατά 13.000 από εκείνον του Ντράμμοντ (που ανέβαζε τους Χριστιανούς της Κύπρου σε 50.000 κατά το 1745). Ο Κυπριανός ανεβάζει επίσης τους Τούρκους της Κύπρου σε 47.000 και δίνει ένα συνολικό αριθμό κατοίκων (Ελλήνων και Τούρκων) 84.000.

 

Αναλυτικότερα, ο Κυπριανός δίνει τους ακόλουθους αριθμούς:

 

ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ:  Άρρενες                      12.000

                         Θήλεις και παιδιά    25.000           

                         Σύνολο                        37.000

 

ΤΟΥΡΚΟΙ:      Άρρενες                      15.000

                         Θήλεις και παιδιά   32.000           

                         Σύνολο                      47.000

                                                             ----------

                         Γενικό σύνολο          84.000

 

Συνεπώς βλέπουμε ότι κατά το 1777 (δυο ακριβώς αιώνες μετά την τουρκική κατάκτηση της Κύπρου) ο ελληνικός πληθυσμός του νησιού μειώθηκε περίπου κατά τέσσερις φορές και κατήλθε στο επικίνδυνα χαμηλό επίπεδο των 37.000 κατοίκων. Αντίθετα, οι χαρακτηριζόμενοι ως «Τούρκοι», από ανύπαρκτοι στην Κύπρο πριν δυο αιώνες, τώρα πλειοψηφούσαν κι ανέρχονταν στις 47.000. Οι πιο πολλοί απ' αυτούς ήταν, ασφαλώς, εξισλαμισθέντες Χριστιανοί.

 

Ωστόσο τα πράγματα διαφοροποιούνται εντελώς ένα περίπου αιώνα αργότερα, οπότε έχουμε (κατά το 1881) την πρώτη επίσημη κι έγκυρη απογραφή της περιόδου της Αγγλοκρατίας. Σύμφωνα προς την απογραφή αυτή, ο πληθυσμός της Κύπρου είχε ως εξής:

 

Έλληνες Χριστιανοί                                       137.631 (73,9%)

Μωαμεθανοί                                                  45.458   (24,4%)

Αρμένιοι και Κόττες                                       179        (0,1%)

Καθολικοί (περιλ. Μαρωνιτών)                    2.115     (1,1%)

Προτεστάντες κ.ά.                                          715        (0,4%)

Εβραίοι (68), Γύφτοι κ.λ.π.                           85          (0.05%)

                                                                         -----------------------

Σύνολο                                                            186.173 κάτοικοι

 

Βλέπουμε, συνεπώς, ότι μέσα σε ένα μόλις αιώνα, τον τελευταίο από τους τρεις αιώνες της Τουρκοκρατίας, ο ελληνικός πληθυσμός του νησιού αυξήθηκε από 37.000 περίπου σε 137.631. Δηλαδή σχεδόν τετραπλασιάστηκε, κι έφθασε στο επίπεδο της περιόδου ακριβώς πριν από την τουρκική κατάκτηση. Αντίθετα, ο αριθμός των «Τούρκων», που ήταν γύρω στις 47.000 το 1777, μειώθηκε μετά ένα αιώνα στις 45.458.

 

Η θεαματική αύξηση του ελληνικού στοιχείου κατά την τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας και τα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας, καθώς και η μείωση του τουρκικού, θα πρέπει ν' αποδοθεί:

 

α) στις καλύτερες συνθήκες για τους Κυπρίους ραγιάδες κατά τον 19ο αιώνα, ιδίως μετά τις μεταρρυθμίσεις που αναγκάστηκε να εισαγάγει η Οθωμανική αυτοκρατορία ύστερα από πιέσεις των χριστιανικών δυνάμεων και λόγω του βοηθητικού (για τους   Έλληνες της Κύπρου) ρόλου που διαδραμάτισαν στο νησί τα προξενεία διαφόρων χωρών,

 

β) στον περιορισμό των εξισλαμισμών κατά τα τέλη της Τουρκοκρατίας, ακριβώς λόγω των καλυτέρων συνθηκών που είχαν δημιουργηθεί (και οι οποίες, πάντως, πολύ απείχαν ακόμη από του να χαρακτηρισθούν κάπως ικανοποιητικές),

 

γ) σε πιθανή επάνοδο ενός αριθμού λινοβαμβάκων και εξισλαμισθέντων ραγιάδων στη χριστιανική πίστη, μετά την καλυτέρευση των συνθηκών και ιδίως μετά την αγγλική κατοχή της Κύπρου το 1878, και

 

δ) στη φυγή μικρού αριθμού Τούρκων από την Κύπρο μετά την αγγλική κατοχή του νησιού.

 

Σχετικά με το ζήτημα των λινοβαμβάκων θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το 1860 αυτοί υπολογίστηκαν σε 10-15.000, από τον συνολικό αριθμό των 45.000 Μουσουλμάνων της Κύπρου τότε (εκτιμήσεις του τότε   Έλληνα προξένου στη Λάρνακα Γ. Σ. Μενάρδου. Βλέπε Π. Σαμαράς, ό.π.π., ο. 21). Κατά το 1879, σύμφωνα προς εκτιμήσεις του  Έλληνα προξένου Η. Βασιλειάδη, οι λινοβάμβακοι ήταν 20.000 από σύνολο 45.000 Μουσουλμάνων (Π. Σαμαράς, ό.π.π., σσ. 21,25). Οι λινοβάμβακοι ανέρχονταν, δηλαδή, γύρω στο 44% περίπου του συνολικού μουσουλμανικού πληθυσμού της Κύπρου! Κι αυτοί ήταν ελληνικής καταγωγής, που δεν είχαν ακόμη αφομοιωθεί πλήρως ως «Τούρκοι». Από τις υπόλοιπες 25.000 των Μουσουλμάνων ασφαλώς πολλοί προέρχονταν και πάλι από   Έλληνες εξισλαμισθέντες προγόνους που οριστικό είχαν καταλήξει να είναι «Τούρκοι» (αν και αρκετοί δεν αισθάνονταν ακόμη ως τέτοιοι. Βλέπε σχετικά και στο λήμμα λινοβάμβακοι).

 

Κατά τα χρόνια που ακολούθησαν (και σύμφωνα προς τις έγκυρες και τακτικές απογραφές πληθυσμού της περιόδου της Αγγλοκρατίας), ο συνολικός πληθυσμός της Κύπρου αυξανόταν σταθερά. Αυξήθηκε επίσης η διαφορά στην αναλογία Ελλήνων και Τούρκων της Κύπρου. Οι επίσημες αγγλικές απογραφές δίνουν τους ακόλουθους αριθμούς:

 

 

Χρόνος Έλληνες Ορθόδοξοι Μουσουλμάνοι Άλλοι Σύνολο
1881 137.631 45.458 3.084 186.173
1891 158.585 47.926 2.775 209.286
1901 182.739 51.309 2.974 237.022
1911 214.480 56.428 3.200 274.108
1921 244.887 61.339 4.489 310.715
1931 276.573 64.238 7.148 347.959
1946 361.199 80.548 8.367 450.114

 

ΣΗΜ: Η στήλη «Άλλοι» περιλαμβάνει Αρμένιους, Λατίνους, Μαρωνίτες κλπ., που είναι επίσης Χριστιανοί. Αν οι αριθμοί τους προστεθούν στους αντίστοιχους αριθμούς των Ελλήνων Ορθοδόξων, διαφοροποιείται υπέρ των Χριστιανών ακόμη περισσότερο η αναλογία Χριστιανών - Μουσουλμάνων.

 

Σ' ό,τι αφορά τα ποσοστά Ελλήνων - Τούρκων (ή και «Τούρκων») της Κύπρου, χωρίς να λαμβάνονται υπόψιν οι άλλοι Χριστιανοί (Αρμένιοι, Λατίνοι, Μαρωνίτες κλπ.), έχουμε σημαντικές διαφοροποιήσεις κατά εποχές.   Έτσι, ενώ το 1777 έχουμε 37.000 Χριστιανούς (ποσοστό 44% του συνολικού πληθυσμού), οι «Τούρκοι» αριθμούν 47.000 (ποσοστό 56% του συνολικού πληθυσμού). Το 1891 οι Μουσουλμάνοι είναι μόνο 22,9% του συνολικού πληθυσμού, ενώ οι Έλληνες Ορθόδοξοι είναι το 75,8% (και 1,3% οι άλλοι). Σύμφωνα δε προς την τελευταία απογραφή πληθυσμού που κάλυψε ολόκληρη την Κύπρο, εκείνη του 1973, το ποσοστό των Ελλήνων ανερχόταν στο 78,9% του συνόλου του πληθυσμού, το ποσοστό των Τούρκων στο 18,4% και των λοιπών στο 2,7%.

 

Συγκεκριμένα το 1973 ο πληθυσμός της Κύπρου ήταν ως εξής:

 

Έλληνες                                 498.511 (78,9%)

Τούρκοι                                  116.000 (18,4%)

Άλλοι                                      17.267   (2,7%)

                                                 ----------------------

Σύνολο                                   631.778

 

Σ' ό,τι αφορά την κατανομή του τουρκικού πληθυσμού της Κύπρου θα πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Από την αρχή της Τουρκοκρατίας Τούρκοι ή και «Τούρκοι» εγκαθίστανται βασικά στις πόλεις Λευκωσία, Αμμόχωστο, Λεμεσό, Λάρνακα και Πάφο, αλλ' όχι στην Κερύνεια εκτός από μικρή στρατιωτική φρουρά στο κάστρο της. Προφανώς έχουμε και κάποια εγκατάσταση τους στα κυριότερα και πλουσιότερα φέουδα που υφίσταντο ως τότε, σε διάφορα μέρη της Κύπρου. Μερικά τέτοια φέουδα θα γίνουν, στη συνέχεια, αμιγή τουρκοκυπριακά χωριά και θα περιέλθουν σε μαρασμό και δυστυχία μέχρι που τελικά θα εγκαταλειφθούν. Τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το χωριό Φοίνικας* στην επαρχία Πάφου, έδρα της Κομμανταρίας του Φοίνικος κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας και διοικητικό κέντρο της περιοχής του, εντελώς άσημο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας κι εγκαταλειμμένο πλήρως σήμερα, μισοχωμένο στα νερά του φράγματος του Ασπρόκρεμμου.

 

Στην εξέλιξη των πραγμάτων θα δούμε ότι θα ενισχυθεί το τουρκικό στοιχείο σε όλες τις πόλεις (πλην της Κερύνειας) καθώς και σε μεγάλα χωριά όπου θα παραμείνουν εκεί και θα συνεχίζουν να εργάζονται και ν' αποδίδουν οι   Έλληνες κάτοικοι τους ή και εκείνοι των γύρω περιοχών (όπως λ.χ. η Λεύκα και η περιοχή της). Τούτο φανερώνει ότι οι κατακτητές (στα αστικά κέντρα και στα μεγάλα αγροτικά κέντρα) ζούσαν σχετικά καλά εις βάρος των υπόδουλων Ελλήνων ραγιάδων.

 

Ταυτόχρονα όμως έχουμε τη μετατροπή μικρών ή και φτωχών ελληνικών χωριών σε μεικτά ή και αμιγή τουρκικά, πράγμα που οφείλεται κυρίως στον εξισλαμισμό των κατοίκων τους. Τέτοια χωριά (μεικτά ή και αμιγή τουρκικά) εμφανίζονται κυρίως στις πιο απομονωμένες (και κατ' επέκταση και πιο φτωχές αλλά και πιο ευάλωτες) περιοχές της Κύπρου: Τηλλυρία, περιοχή Χρυσοχούς, ορεινή περιοχή βορειοανατολικά της πόλης της Πάφου, Καρπασία. Ομάδες αμιγών τουρκικών χωριών εμφανίζονται επίσης στην πεδιάδα της Μεσαορίας, στην περιοχή μεταξύ Λευκωσίας και Κερύνειας και στην επαρχία Λάρνακας. Οι τελευταίες αυτές περιοχές, αν και όχι απομονωμένες, ήταν το ίδιο ευάλωτες αφού ήταν κατ' εξοχήν γεωργικές, οι δε κάτοικοι τους εξαρτούσαν τη ζήση τους από τη διάθεση του καιρού, την εμφάνιση ή όχι των ακρίδων κλπ.   Έτσι, μερικές αναποδιές (μια παρατεταμένη ανομβρία για παράδειγμα) ήταν αρκετές να τους πλήξουν καίρια και να τους οδηγήσουν σε απελπισία και, τελικά, σε εξισλαμισμό.

 

Έχουμε, συνεπώς, μια κατανομή μουσουλμανικού πληθυσμού, στα τέλη της Τουρκοκρατίας, με ισχυρή παρουσία στις 5 πόλεις του νησιού και σε αγροτικά κέντρα (λ.χ. Λεύκα, Πόλη Χρυσοχούς, Καντού, Αυδήμου). Ταυτόχρονα δε, έχουμε κυρίως εξισλαμισθέντες σε ομάδες χωριών στην κεντρική πεδιάδα και σε απομονωμένες περιοχές της Καρπασίας, της Πάφου, της Τηλλυρίας. Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε μέχρι το 1963.

 

Το 1973 (κατά την τελευταία δηλαδή απογραφή πληθυσμού πριν από τη βίαιη μετακίνηση του το 1974-75) η εικόνα της κατανομής του πληθυσμού είχε ως εξής:

 

ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΩΝ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΚΑΤΑ ΕΠΑΡΧΙΑ, 1973

 

ΕΠΑΡΧΙΑ

ΟΛΙΚΟΣ ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ

ΕΛΛΗΝΟ-ΚΥΠΡΙΟΙ

%

ΤΟΥΡΚΟ-ΚΥΠΡΙΟΙ

%

ΑΛΛΟΙ

%

ΛΕΥΚΩΣΙΑ

232.702

184.007

79,1

47.000

20,2

1.695

0,7

ΛΕΜΕΣΟΣ

124.855

97.392

78,0

15.000

12,0

12.463

10,0

ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ

123.856

102.005

82,4

20.000

16,1

1.851

1,5

ΛΑΡΝΑΚΑ

60.714

46.020

75,8

14.000

23,1

694

1,1

ΠΑΦΟΣ

57.065

42.003

73,6

15.000

26,3

62

0,1

ΚΕΡΥΝΕΙΑ

32.586

27.084

83,1

   5.000

15,4

502

1,5

ΣΥΝΟΛΟ

631.778

498.511

78,9

116.000

18,4

17.267

2,7

 

 

Μετά την ανταρσία των Τουρκοκυπρίων και την ένοπλη σύγκρουση τους με τους   Έλληνες της Κύπρου (τέλος του 1963 κ.ε.), η κατάσταση αρχίζει να διαφοροποιείται. Ένας μικρός αριθμός Ελλήνων προσφυγοποιείται, διωγμένος από περιοχές όπου πλειοψηφεί το τουρκικό στοιχείο. Οι Τουρκοκύπριοι, με οδηγίες από την Τουρκία και καθοδήγηση από εκεί, μετατρέπουν τις συνοικίες τους στις πόλεις σε κλειστούς θυλάκους όπου οι   Έλληνες κινδυνεύουν αν εισέλθουν. Παρατηρείται επίσης εξαναγκασμός Τουρκοκυπρίων (κατοίκων μικρών ή και απομονωμένων χωριών ή και χωριών μεικτών όπου πλειοψηφεί σημαντικά το ελληνικό στοιχείο) σε εγκατάλειψη των χωριών και περιουσιών τους και εγκατάσταση τους στις πόλεις ή σε αγροτικές περιοχές με ισχυρή την παρουσία του τουρκοκυπριακού στοιχείου, προς περαιτέρω ενίσχυση των τουρκοκυπριακών θυλάκων.

 

Ριζική διαφοροποίηση της κατάστασης συμβαίνει μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο (Ιούλιος - Αύγουστος του 1974) και την κατάληψη ολόκληρου του βόρειου τμήματος της Κύπρου. Γύρω στις 200.000 Ελληνοκύπριοι (από ένα σύνολο 498.000 περίπου) ξεριζώνονται από τις πόλεις και τα χωριά τους και προσφυγοποιούνται στο ελεύθερο νότιο τμήμα της Κύπρου. Ταυτόχρονα, μέσα στο 1974 και 1975, η Τουρκία αξιώνει κι επιτυγχάνει τη μεταφορά στο κατεχόμενο βόρειο τμήμα της Κύπρου όλων των Τουρκοκυπρίων κατοίκων των ελεύθερων περιοχών. Γύρω στις 80.000 Τουρκοκυπρίων (από ένα σύνολο 116.000) αναγκάζονται από την ηγεσία τους να εγκαταλείψουν τις πόλεις, τα χωριά, τα σπίτια, τις περιουσίες τους, και να μετοικήσουν στις βόρειες κατεχόμενες περιοχές του νησιού, όπου κι εγκαταστάθηκαν στα εγκαταλειμμένα σπίτια των διωγμένων και προσφυγοποιημένων Ελληνοκυπρίων.

 

Επρόκειτο για μια μεθοδευμένη ενέργεια της   Άγκυρας, που δεν ήταν παρά ωμή ανταλλαγή πληθυσμών και πλήρης διαχωρισμός των Τουρκοκυπρίων από τους Ελληνοκυπρίους.

 

Εξαιτίας των συγκλονιστικών αυτών γεγονότων αρκετοί μετανάστευσαν σε άλλες χώρες, τόσο   Έλληνες όσο και Τούρκοι της Κύπρου. Στα χρόνια που ακολούθησαν, κι αφού η ανάκαμψη επετεύχθη από τους Ελληνοκυπρίους στο ελεύθερο τμήμα της Κύπρου, η τάση τους για μετανάστευση σε ξένες χώρες ανεκόπη. Αντίθετα, συνεχίστηκε η μετανάστευση των Τουρκοκυπρίων, των οποίων η αριθμητική δύναμη σήμερα (1990) δεν είναι ακριβώς γνωστή αλλά υπολογίζεται γύρω στις 90-100.000.

 

Η επόμενη ιδιαίτερα σοβαρή δημογραφική μεταβολή στην πληθυσμιακή σύνθεση της Κύπρου μεθοδεύτηκε κι εφαρμόστηκε και πάλι από την Άγκυρα κατά τα χρόνια που ακολούθησαν τη στρατιωτική εισβολή της στην Κύπρο. Επρόκειτο για μεταφορά κι εγκατάσταση στην Κύπρο εποίκων από την Τουρκία, κι ανάμειξη τους με τους Τουρκοκυπρίους στις κατεχόμενες περιοχές του νησιού. Η ενέργεια αυτή αποσκοπούσε στην εδραίωση αφενός της τουρκικής παρουσίας στην κατεχόμενη Κύπρο, και αφετέρου στην πλήρη δι' επηρεασμού τουρκοποίηση των ιδίων των Τουρκοκυπρίων, εκ των οποίων αρκετοί είχαν ακόμη συναίσθηση της ελληνικής καταγωγής τους. Οι πιο πρόσφατες πληροφορίες ομιλούν για μεταφορά πέραν των 65.000 Τούρκων εποίκων στη βόρεια Κύπρο, ενώ μερικές ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες ανεβάζουν τον αριθμό τους μέχρι και τις 80.000. Είναι προφανές ότι στόχος της Τουρκίας ήταν περίπου να εξισώσει τους Τούρκους εποίκους με τους Τουρκοκυπρίους, εκ των οποίων, όπως ελέχθη και πιο πάνω, πολλοί μετανάστευσαν σε τρίτες χώρες.