Τουρκοκύπριοι

Πνευματική ζωή, αθλητισμός, Εκπαίδευση  

Image

Στον πολιτιστικό τομέα υπήρξε, για τους Τουρκοκυπρίους και, κατ' επέκταση και για τον ελληνικό πληθυσμό της Κύπρου, σοβαρή επίδραση σε πολλούς τομείς από την κοντινή Μικρά Ασία, με την οποία η Κύπρος είχε τις περισσότερες επαφές και ποικίλες σχέσεις κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Κατά την περίοδο αυτή και αργότερα, όχι μόνο γνώριζαν και χρησιμοποιούσαν την ελληνική γλώσσα οι Μουσουλμάνοι της Κύπρου, αλλά και πολλοί Έλληνες γνώριζαν καλά την τουρκική. Οι γλωσσικές επιδράσεις, και προς τις δυο πλευρές, είναι πολύ εμφανείς ακόμη και σήμερα: στην ελληνική καθιερώθηκαν και χρησιμοποιούνται πολλές τουρκικές λέξεις, ενώ οι Τουρκοκύπριοι κατά τον ίδιο τρόπο χρησιμοποιούν στη δική τους γλώσσα ελληνικές λέξεις. Και στις δυο περιπτώσεις τέτοιες λέξεις δεν είναι μόνο εκείνες της καθημερινής επαφής αλλά και ουσιαστικά, ρήματα, επιρρήματα, επίθετα κλπ. Η τουρκική επίδραση φαίνεται και αλλού, όπως για παράδειγμα στο τραγούδι, στις παροιμίες που ακόμη και σήμερα λέγονται από τους Έλληνες της Κύπρου (όπως λ.χ. πές’ ταμπούρα τόρτ οκκά = πέντε πεπόνια, τέσσερις οκάδες). Είναι χαρακτηριστικό ότι στη λαϊκή (ερωτική κυρίως) ποίηση και στο λαϊκό τραγούδι απαντώνται στην Κύπρο, όχι σπάνια, σχετικά κατασκευάσματα με στίχους ανάμεικτους στην ελληνική και στην τουρκική γλώσσα. Ένα παράδειγμα:

 

Μπέν μπιλίριμ που τζ’οιμάσαι

μμά κορκάριμ να το πω

πίρ τα σ’εφταλί βερέσιν

πας στον άσπρον σου λαιμόν

 

Δηλαδή, σε κάπως ελεύθερη απόδοση:

 

Ξέρω πού κοιμάσαι μα φοβάμαι να το πω

ένα ερωτικό σημάδι

εις τον άσπρο σου λαιμό

 

Ή ακόμη:

 

Έθελα νά ‘ρτω έσσω σου

μμά πουπαρτάν κορκάριμ

τζ’ επήα που το σπίτιμ' μου

ττά τουβαρτάν πακκάρτιμ

 

Δηλαδή: 

 

Ήθελα νά 'ρθω σπίτι σου

μα τον πατέρα σου φοβάμαι

και πήγα απ' το σπίτι μου

κι από τον τοίχο εκοίταζα.

 

Αλλά και μουσικά όργανα ανατολίτικης προέλευσης βρίσκονταν σε χρήση στην Κύπρο κατά τις περιόδους της Τουρκοκρατίας και της Αγγλοκρατίας. Κατά τον ίδιο τρόπο, εισήχθησαν στην Κύπρο κι ανατολίτικα είδη φαγητών, φορήματα (όπως το φέσι) που φορούσαν και οι  Έλληνες του νησιού, και διάφορα έθιμα.

 

Σε πολλές γιορτές, όπως τα Καρναβάλια ή ο Κατακλυσμός, έπαιρναν μέρος και πολλοί Τουρκοκύπριοι, που μάλιστα διαγωνίζονταν με τους Ελληνοκυπρίους σε διάφορους τομείς (λ.χ. σε διαγωνισμούς αυλού).

 

Η εκπαίδευση διαδραμάτισε, ωστόσο, πολύ σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα των Τουρκοκυπρίων (και στην τελική τουρκοποίησή τους κατά τον 20ό αιώνα). Στον τομέα αυτό καθοριστικός ήταν ο ρόλος του Εβκάφ (Evcaf), θρησκευτικού ιδρύματος που λειτουργούσε με βακούφια (απ' όπου και η ονομασία του), δηλαδή αφιερώσεις περιουσιών στο Ισλάμ από πιστούς ( για την όλη δραστηριότητα του θεσμού στην Κύπρο βλέπε λήμμα Εβκάφ).

 

Δεν βρισκόταν σε ικανοποιητικά επίπεδα η τουρκική εκπαίδευση στην Κύπρο (όπως ούτε και η ελληνική) κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα λειτουργούσαν στο νησί πολύ λίγα τουρκικά σχολεία που προσέφεραν κάποιες στοιχειώδεις γνώσεις. Το 1878, όταν οι Άγγλοι κατέλαβαν την Κύπρο, λειτουργούσαν συνολικά 41 τουρκικά σχολεία, που ήταν:

 

29 sibyan (στοιχειώδους εκπαίδευσης) με δασκάλους χότζες που δίδασκαν το Κοράνι, το αραβικό αλφάβητο, ανάγνωση και γραφή και επίσης αριθμητική. Λειτουργούσαν στις πόλεις και σε μερικά μεγάλα χωριά.

 

1 rushdié (ανώτερου επιπέδου στοιχειώδους εκπαίδευσης) που δίδασκε επί πλέον κι άλλα μαθήματα, όπως φυσική, άλγεβρα, ηθική. Ιδρύθηκε το 1862 στη Λευκωσία.

 

11 medreses (μέσου ή χαμηλού επιπέδου θρησκευτικά σχολεία) που δίδασκαν γραμματική, γεωμετρία, φιλοσοφία, λογική κλπ. Στη Λευκωσία βρίσκονταν τα 5 απ' αυτά, ενώ τα υπόλοιπα σε άλλες πόλεις και σε δυο μεγάλα χωριά.  Όλα ιδρύθηκαν από βακουφικά αφιερώματα ( 4 ιδρύθηκαν τον 17ο αιώνα, 2 τον 18ο και 5 στις αρχές του 19ου). Βλέπε Κ. Κύρρης, «Η Τουρκοκυπριακή  Ἐκπαίδευση (1850 - 1905) με αναφορά στην Ἐκπαίδευση τῆς Ἑλληνικῆς Κοινότητας τῆς Κύπρου», Ἐπετηρίδα Κέντρου Μελετῶν ‘Ι. Μ. Κύκκου, 1, 1990,  σ.  239  κ.ε.

 

Το 1880 το σύνολο των μουσουλμανικών σχολείων στην Κύπρο ανερχόταν σε 64, έναντι 76 χριστιανικών. Το 1881 ιδρύθηκε το Μουσουλμανικό Εκπαιδευτικό Συμβούλιο (παράλληλα προς την ίδρυση Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συμβουλίου), με συμβουλευτικό, περισσότερο, χαρακτήρα και υπό την προεδρία του (Άγγλου) αρχιγραμματέα.* Ιδρύθηκαν, επίσης, επαρχιακές σχολικές επιτροπές με διοριζόμενα μέλη, ενώ οι τοπικές σχολικές επιτροπές εξελέγοντο από τους κατοίκους. Οι Βρετανοί, όπως προσπάθησαν και για την ελληνική εκπαίδευση, κατέβαλαν προσπάθειες ελέγχου της τουρκικής εκπαίδευσης στην Κύπρο.

 

Σημαντική εξέλιξη μετά την αγγλική κατοχή της Κύπρου (1878), ήταν η ίδρυση αρκετών τουρκικών σχολείων σε χωριά λινοβάμβακων ή κρυπτοχριστιανών, που ήταν ελληνόφωνα (όπως τα χωριά Κόκκινα και Άγιος Θεόδωρος στην Τηλλυρία, Λουρουτζίνα, Πλατάνι, Κορνόκηπος, Καμπύλη, Βρέτσια, Άγιος Συμεών, Γαληνόπωρνη, Άγιος Ιωάννης κ.α.) όπως και σε μεικτά χωριά (Λεύκαρα, Κοιλάνι κ.α.). Τα σχολεία αυτά ιδρύθηκαν με πρωτοβουλία του Εβκάφ και με βοήθεια της αγγλικής αποικιακής διοίκησης του νησιού ύστερα από προτάσεις του Μουσουλμανικού Εκπαιδευτικού Συμβουλίου. Η ίδρυση τέτοιων σχολείων αποτελούσε και μέτρο (μαζί με άλλα μέτρα) συγκράτησης των ελληνόφωνων Μουσουλμάνων κρυπτοχριστιανών από του να επανέλθουν στον Χριστιανισμό. Αυτή η τάση επιστροφής, μετά το 1878, είχε ανησυχήσει και την αγγλική διοίκηση και την τουρκοκυπριακή ηγετική τάξη.

 

Μέσα στον 20ό αιώνα, και ιδίως όταν άρχισε να τίθεται όλο και πιο επιτακτικά το αίτημα των Ελλήνων της Κύπρου για ένωση του νησιού με την Ελλάδα, άρχισε να κερδίζει έδαφος και ο τουρκικός εθνικισμός, που μεταξύ άλλων εκδηλώθηκε και μέσω της εκπαίδευσης. Ιδρύθηκαν βέβαια και γυμνάσια, ενώ όλο και περισσότεροι Τουρκοκύπριοι άρχισαν να σπουδάζουν και σε τουρκικά πανεπιστήμια. Στην Κύπρο εστάλησαν Τούρκοι δάσκαλοι ή και διορίστηκαν Τουρκοκύπριοι φανατικοί δάσκαλοι, που κατηύθυναν ανάλογα και την εκπαίδευση, όχι όμως χωρίς προβλήματα.

 

Η τουρκοκυπριακή λογοτεχνία μόλις κατά τα νεότερα χρόνια άρχισε ν' αναπτύσσεται, από διάφορους δε τουρκικούς κύκλους θεωρείται ως τμήμα της τουρκικής λογοτεχνίας. Υπάρχουν όμως και οι Τουρκοκύπριοι διανοούμενοι που διαφωνούν, μιλώντας για κυπριακή συνείδηση και ιδιοτυπίες που διαχωρίζουν την τουρκοκυπριακή λογοτεχνική παραγωγή από την τουρκική. Σημειώθηκε πιο πριν ότι οι περισσότεροι Τουρκοκύπριοι μιλούσαν μέχρι πρόσφατα την ελληνική γλώσσα. Σήμερα μιλούν και γράφουν στην τουρκική, χωρίς ωστόσο να υπάρχει γλωσσική παράδοση. Οι εμπειρίες των Τουρκοκυπρίων αντλούνται κυρίως από την τουρκική λογοτεχνία, αφού για πολλά χρόνια οι Τουρκοκύπριοι ήταν αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο και τα διεθνή ρεύματα, με πολύ περιορισμένους ορίζοντες σ' ό,τι αφορούσε την επικοινωνία και γνωριμία με τις παγκόσμιες εξελίξεις. Εξάλλου κι ο ίδιος ο χαρακτήρας της τουρκοκυπριακής κοινότητας, ως κλειστής κοινωνίας, δεν παρείχε προϋποθέσεις για ευρύτερη έρευνα και μελέτη, όπως εξηγήθηκε κι από την τουρκοκυπριακή οργάνωση νεολαίας D.G.D. σε εισήγηση της για την τουρκοκυπριακή λογοτεχνία σε συμπόσιο που έγινε πρόσφατα.

 

Μέσα σ' αυτές τις συνθήκες, και υπό τα δεδομένα, περισσότερες δυνατότητες είχε η ποίηση παρά η πεζογραφία. Από την σύγχρονη τουρκοκυπριακή λογοτεχνία δεν απουσιάζει ο έντονος εθνικισμός, ακόμη κι ο σοβινισμός, σ' αντίθεση προς τα έργα προοδευτικών Τουρκοκυπρίων λογοτεχνών, οι οποίοι όμως αντιμετωπίζουν αρκετές δυσκολίες στην έκδοση των έργων τους.

 

Μεταξύ των γνωστότερων Τουρκοκυπρίων λογοτεχνών είναι ο ποιητής Οσμάν Τουρκάι* (που έζησε όμως εκτός Κύπρου). Αναφέρουμε επίσης τον Φικρέτ Ντεμιράγ, τον Μεχμέτ Γιασίν, την Νεσιέ Γιασίν, τον Νισέ Ντενίσογλου, τον Ορπάϊ Ντελιτζερμάκ, την Φελίζ Ναλντόβεν, τον Ασίκ Μενέ, τον Μεχμέτ Αχμούτ, την Φερίχα Αλτίοκ, τον Μουσταφά Κιοκτσέογλου, τον Γιουτζιέλ Χακκί, τον Μ. Τζ. Αζίζογλου κ.α.

 

Μέσα στο ίδιο κλίμα και με παρόμοια προβλήματα κινείται και η σύγχρονη τουρκοκυπριακή ζωγραφική. Κατά τα τελευταία χρόνια, πάντως, έχουν ιδρυθεί διάφορες λογοτεχνικές και καλλιτεχνικές οργανώσεις και εκδίδονται και ανάλογα έντυπα.

 

Μερικοί αξιόλογοι νέοι Τουρκοκύπριοι ζωγράφοι ζουν, μετά το 1974, εκτός Κύπρου. Σπούδασαν σε ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Αγγλία και η Ιταλία, όπου εξακολουθούν να ζουν και να εργάζονται. Μάλιστα πρόσφατα (1989-1990) παρουσιάστηκε και το φαινόμενο μερικοί Τουρκοκύπριοι ζωγράφοι να έρχονται από την Ευρώπη για έκθεση έργων τους στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου.

 

Ο αθλητισμός ήταν, επίσης, ένας τομέας όπου υπήρξε επαφή και συνεργασία Τουρκοκυπρίων με Ελληνοκυπρίους πριν από την αντιπαράθεση και σύγκρουση τους. Στα μεικτά χωριά, οι ποδοσφαιρικές ομάδες είχαν και Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους ποδοσφαιριστές. Επίσης, ελληνοκυπριακές και τουρκοκυπριακές ομάδες συμμετείχαν στα ίδια ποδοσφαιρικά πρωταθλήματα. Μια από τις πρώτες τέτοιες τουρκοκυπριακές ομάδες (των αρχών του αιώνα αυτού) ήταν εκείνη της Τουρκικής Λέσχης. Στη διοίκηση της Κυπριακής Ομοσπονδίας Ποδοσφαίρου (ΚΟΠ), που ιδρύθηκε το 1934, μετείχαν και εκπρόσωποι Τουρκοκυπρίων, ενώ στη δύναμη της ήταν ενταγμένες και τουρκοκυπριακές ποδοσφαιρικές ομάδες (βλέπε λήμμα ποδόσφαιρο). Η ομάδα της Τουρκικής Λέσχης, που ονομαζόταν Γιλινίζ Σπορ, ήταν ιδρυτικό μέλος της ΚΟΠ κι έπαιρνε μέρος στα πρωταθλήματα μέχρι και μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο, όπως και η επίσης τουρκοκυπριακή ομάδα Χάλκ- Εβί. Στα ίδια πρωταθλήματα έπαιρνε μέρος και η αρμενική ομάδα ΑΫΜΑ. Επίσης, ελληνοκυπριακές ομάδες αγωνίζονταν κατά τουρκοκυπριακών και σε αγώνες κυπέλλου οργανωμένους από Τουρκοκυπρίους, όπως το κύπελλο της τουρκοκυπριακής εφημερίδας «Χαλκίν Σεσί». Γνωστότερη από τις τουρκοκυπριακές ομάδες (που υφίσταται και σήμερα) είναι η Τσετίν Καγιά που κέρδισε το παγκύπριο ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα το 1950/51 και το παγκύπριο κύπελλο το 1951/52 και το 1953/54. Η ομάδα αυτή εδρεύει στη Λευκωσία. Κατά την εποχή αυτή η ΚΟΠ είχε στη δύναμη της συνολικά 6 τουρκοκυπριακές ποδοσφαιρικές ομάδες, έναντι 15 ελληνοκυπριακών. Μερικές από τις ομάδες αυτές είχαν ποδοσφαιριστές και των δυο κοινοτήτων.

 

Τουρκοκύπριοι αθλητές στίβου διακρίθηκαν, επίσης, συμμετέχοντας σε παγκύπριους αγώνες με τα χρώματα ελληνοκυπριακών συλλόγων (όπως λ.χ. οι παγκυπριονίκες Φαΐκ Κεμάλ, Χουσεΐν Ιρφάν, Αλή Ριζά, Τουρχάν Οζτούρκ κ.α.).

 

Αξιοπρόσεκτο είναι επίσης το γεγονός ότι σε μερικές περιπτώσεις (πριν από το 1950) λαϊκοί ποιητές και των δυο κοινοτήτων εξέδιδαν ποιητικές φυλλάδες και στις δυο γλώσσες ή τύπωναν έργα τους με χαρακτήρες των αλφαβήτων και των δυο κοινοτήτων, ώστε αυτά να γίνονται κατανοητά κι από τις δυο πλευρές. Ταυτόχρονα, κοινή ψυχαγωγία και για Τουρκοκυπρίους και για Ελληνοκυπρίους ήταν κι ο Καραγκιόζης*, δηλαδή το θέατρο σκιών, υπήρχαν δε καραγκιοζοπαίχτες Ελληνοκύπριοι όσο και Τουρκοκύπριοι, που έδιναν παραστάσεις τις οποίες παρακολουθούσαν όλοι.

 

Οι τουρκοκυπριακές εφημερίδες άρχισαν να εκδίδονται από την αρχή της Αγγλοκρατίας, όπως και οι ελληνοκυπριακές. Αναφέρουμε την εφημερίδα Saded, της Λευκωσίας, που εξεδόθη το 1889, την Qibris, που κυκλοφόρησε επίσης στη Λευκωσία το 1893-98, την Rayah, που κυκλοφόρησε το 1898-99, την Yeni Zaman, που κυκλοφόρησε το 1892-93, την Mirat i-Zeman, που κυκλοφόρησε το 1901-8, την Islam, που κυκλοφόρησε το 1907. Αυτές ήταν από τις πρώτες. Στη συνέχεια, και μέχρι σήμερα, εξεδόθησαν πάρα πολλές τουρκοκυπριακές εφημερίδες κατά καιρούς, άλλες βραχύβιες κι άλλες περισσότερο μακρόβιες. Ο τουρκοκυπριακός τύπος έχει την δική του πλούσια (αν και σχετικά σύντομη) ιστορία. Οι εφημερίδες των Τουρκοκυπρίων εξέφραζαν τις κατά καιρούς πολιτικές τους θέσεις, άλλες απ' αυτές με φανατισμό, ενώ άλλες υπήρξαν μετριοπαθείς. Μεταξύ των κυριοτέρων τουρκοκυπριακών εφημερίδων, που κυκλοφορούν σήμερα, αναφέρουμε τις Χαλκίν Σεσί, Γενί Γκιούν, Μποζκούρτ, Μπιρλίκ, Γενί Ντουζέν, Ορτάμ, Κίμπρις.

 

Οι Τουρκοκύπριοι έχουν και τα δικά τους θεατρικά συγκροτήματα, που παρουσιάζουν τόσο τουρκικά όσο και έργα του διεθνούς ρεπερτορίου, περιλαμβανομένων κι αρχαίων ελληνικών. Όμως η θεατρική γραφή υστερεί ακόμη.

 

Όσο για το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, διαθέτουν ένα παράνομο σταθμό, τον «Μπαϋράκ». Μεταδίδονται όμως επί καθημερινής τακτικής βάσεως και μέσω της κεραίας του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου που παρέμεινε στο κατεχόμενο από το 1974 τμήμα της Κύπρου (στην κορφή της Καντάρας) τα προγράμματα της τουρκικής τηλεόρασης. Στην Κύπρο ακούγεται επίσης και το τουρκικό ραδιόφωνο. Οι τουρκοκυπριακές και τουρκικές παραγωγές περιέχουν έντονο το στοιχείο του εθνικισμού και της φθηνής προπαγάνδας.

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image