Τουρκοκρατία

Σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων της Κύπρου κατά την Τουρκοκρατία και Αγγλοκρατία.  

Image

Μετά την κατάληξη στο συμπέρασμα (με όσα ελέχθησαν πιο πάνω) ότι πολλοί - αν όχι οι περισσότεροι – από τους Τούρκους της Κύπρου ήταν ελληνικής καταγωγής, ενδιαφέρον παρουσιάζει το ζήτημα των σχέσεων τους με τους  Έλληνες της Κύπρου.

 

Από ξένους επισκέπτες, που είχαν περάσει από την Κύπρο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας κι είχαν γράψει τις εντυπώσεις τους, αντλούμε και πάλι αρκετά ενδιαφέροντα στοιχεία.

 

Αναφέρθηκε ήδη πιο πάνω η μαρτυρία του Πόκοκ, που γνώρισε την Κύπρο το 1738, ότι «πολλοί Μουσουλμάνοι συχνά νυμφεύονταν Χριστιανές και τηρούσαν τις νηστείες μαζί με τις συζύγους τους», τηρούσαν δηλαδή τις νηστείες που καθορίζει η Ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία. Ο Πόκοκ προσθέτει ακόμη ότι «πολλοί απ' αυτούς [τους Μουσουλμάνους] δεν φαίνεται ν' αντιπαθούν τον Χριστιανισμό». Τούτο είναι αρκετά ενδιαφέρον στοιχείο, λαμβανομένων υπόψιν των τότε συνθηκών και του θρησκευτικού φανατισμού, ο οποίος μάλιστα εκφραζόταν κι επίσημα από τις οθωμανικές αρχές που, ως γνωστόν, διαχώριζαν τους υπηκόους της αυτοκρατορίας σε πιστούς (= Μουσουλμάνους) και σε απίστους (= μη Μουσουλμάνους, ραγιάδες).

 

Μια άλλη ενδιαφέρουσα μαρτυρία μας δίνει ο περιηγητής Πιέτρο ντέλλα Βάλλε (Pietro della Valle), που επεσκέφθη την Κύπρο το 1625. Στις 9 Σεπτεμβρίου του χρόνου αυτού, γράφει ότι βρέθηκε στο μοναστήρι της Αγίας Νάπας, που το βρήκε πλήρες από κόσμο κι όπου γινόταν πανηγύρι. Στο πανηγύρι μετείχαν άντρες και γυναίκες, Έλληνες Χριστιανοί αλλά και λίγοι Τούρκοι ανάμεσά τους, που έπαιζαν, τραγουδούσαν, χόρευαν, έπιναν και διασκέδαζαν (βλέπε Excerpta Cypria, 1908, p. 213).

 

Η παρουσία αυτών των Τούρκων (ή «Τούρκων») στο πανηγύρι της Αγίας Νάπας δεν φαίνεται να ήταν ασυνήθιστο φαινόμενο. Αντίθετα, τακτικά Τούρκοι μετείχαν σε μεγάλα αλλά και σε μικρότερα πανηγύρια μαζί με τους Έλληνες, κι όλοι μαζί «έπαιζαν, τραγουδούσαν, χόρευαν, έπιναν και διασκέδαζαν». Και στον Κύκκο γινόταν αυτό, και στην Τροοδίτισσα και σε άλλα μοναστήρια, ιδίως δε στο μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα στο ομώνυμο άκρο της Κύπρου (κατεχόμενο σήμερα από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής). Η σχέση των Τούρκων της Κύπρου ιδιαίτερα με το μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα ήταν συνεχής και στενή. Αρκετοί Τούρκοι «τάσσονταν» σ' αυτό κι εκπλήρωναν τα τάματά τους προς τον άγιο. Είναι ένα ζήτημα (η σχέση των Τούρκων της Κύπρου με το μοναστήρι αυτό) που θα άξιζε τον κόπο αν κάποτε ετύγχανε ειδικής διερεύνησης. Είναι δε χαρακτηριστικό το γεγονός ότι και σήμερα ακόμη (μετά τον βίαιο διαχωρισμό και τον υποδαυλισμένο φανατισμό τους) οι Τούρκοι παραδέχονται ότι το μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα είναι ιερός χώρος τόσο για τους Τούρκους όσο και για τους Έλληνες.

 

Η θέση αυτή είναι κι «επίσημα» διατυπωμένη. Για παράδειγμα στο βιβλιάριο στην αγγλική, με τίτλο Historical and Archaeological Places of Famagusta Area, εκδομένο τον Ιούλιο του 1982 από το λεγόμενο Turkish Federated State of Kibris (Ministry of Education, Culture and Youth, Department of Antiquities and Museums), στην αναφορά για το μοναστήρι του Αποστόλου Ανδρέα (σ. 33) σημειώνεται και τούτο:... the Monastery of Apostolus Andreas is a holy place both for Turks and Greeks...

 

Μια άλλη πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία είναι εκείνη του Niebuhr (Ιούλιος, 1766), που αναφέρει προσπάθεια επιβολής φορολογίας του είδους του χαρατσιού και επί των Μωαμεθανών της Κύπρου, γράφοντας ότι μεταξύ αυτών [των Μωαμεθανών] υπάρχουν πολλοί που ντύνονται όπως οι Κύπριοι, κι ενώ είναι Μουσουλμάνοι, όταν βρίσκονται ενώπιον Τούρκων φοβούνται τόσο πολύ όσο και οι Έλληνες, κι από την τουρκική και αραβική γλώσσα δεν καταλαβαίνουν περισσότερα απ' όσο οι Γερμανοί χωρικοί από τη λατινική- αλλά αλλιώτικα από τους γεννημένους Μουσουλμάνους, είναι άνθρωποι πεισματώδους αποφασιστικότητας και δεν θέλουν να τους συμπεριφέρονται όπως σε Χριστιανούς... Αυτοί αντιστάθηκαν στις καταπιέσεις των τυράννων των με όλα τα μέσα. Διέθεταν οπαδούς μεταξύ των συμπατριωτών των κι άρχιζαν, όχι σπάνια, αναταραχές στο νησί... (Παρασκ. Σαμαράς, Ἡ  Ἑλληνική Καταγωγή τῶν Τουρκοκυπρίων, Αθήνα, 1987, σ. 23. Πρβλ. Κ. Π. Κύρρης, «Περί τοῦ ἐξισλαμισμοῦ μέρους τῶν ἐν Κύπρῳ ἡγετικῶν τάξεων κατά τό 1570-71 καί περί τῆς ἐθνικῆς προελεύσεως τῆς Μουσουλμανικῆς κοινότητος τῆς νήσου», περ. Μόρφωσις, κδ'-κε', 1969, σ. 19).

 

Υπήρχαν, λοιπόν, και ηγετικά στοιχεία που ήταν άνθρωποι «πεισματώδους αποφασιστικότητας», που δεν ήθελαν να τους συμπεριφέρονται όπως σε Χριστιανούς, που ήταν Μουσουλμάνοι αλλά όχι γεννημένοι Μουσουλμάνοι, και που φοβούνταν όσο και οι Έλληνες όταν βρίσκονταν απέναντι σε Τούρκους!

 

Είναι φανερό πως επρόκειτο περί εξισλαμισθέντων ανθρώπων, που διέθεταν πάντως οπαδούς και που συχνά προκαλούσαν αναταραχές. Την όλη συμπεριφορά τους (φόβος έναντι των Τούρκων, αντίδραση στο να τους συμπεριφέρονται ως σε Χριστιανούς κλπ.) είναι εύκολο να την κατανοήσουμε. Γιατί εφόσον εξισλαμίσθηκαν (τουλάχιστον εικονικό αρχικά) ακριβώς για να αποφύγουν την τυραννική συμπεριφορά των Τούρκων προς τους Χριστιανούς, δεν είχαν εν τούτοις αποβάλει και το αίσθημα φόβου (ή ακόμη κι αποστροφής) προς τους πραγματικούς Μουσουλμάνους και δεν αισθάνονταν ίσοι ή όμοιοι μ' αυτούς. Είναι δε χαρακτηριστικό και το ότι εξακολουθούσαν να ντύνονται όπως οι Κύπριοι κι όχι όπως οι ξένοι κατακτητές. Πρέπει να σημειωθεί ότι ήταν μεγάλης σημασίας το ζήτημα του ντυσίματος κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, γιατί το είδος των φορημάτων υποδήλωνε και την κοινωνική τάξη και τη θέση του καθενός. Με φανταχτερά, πολύχρωμα και κεντητά ή άλλως πως διακοσμημένα φορήματα ντύνονταν οι Μουσουλμάνοι. Οι υπόδουλοι, οι ραγιάδες, ήταν υποχρεωμένοι να ντύνονται εντελώς απλά κι οπωσδήποτε χωρίς στολίδια. Γι' αυτό και η παραδοσιακή κυπριακή βράκα* και τα λοιπά φορήματα δεν ήταν έγχρωμα αλλά ασπρόμαυρα. Πολύ χαρακτηριστική, επί του προκειμένου, είναι σωζόμενη εγκύκλιος του εθνομάρτυρα αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού*, εκδομένη στις 16.5.1821 (λιγότερο από δυο μήνες πριν από την εκτέλεση του), με την οποία συμβουλεύει εναγώνια τους Κυπρίους να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί και να μη προκαλούν, προσθέτοντας και τα εξής: ... Προσέτι, τέκνα, τά φορέματά σας νά εἶναι σεμνά καί ραγιάτικα, τά σαρίκια σας, τά ζωνάρια σας, τά γεμενιά σας μαῦρα ۠ διότι τοιαύτη εἶναι ἡ προσταγή τοῦ  ἀγᾶ  ἐφένδη μας, καί ὅποιος εὐρεθῇ μέ ἐξωτερικόν φόρεμα θέλει παιδευθῇ σκληρῶς...

 

Αξιόλογη μαρτυρία μας άφησε και ο Γουτλλιαμ Τέρνερ (William Turner), που γνώρισε την Κύπρο στα 1815. Γράφει μεταξύ άλλων ότι οι Τούρκοι της Κύπρου είναι οι πιο ήμεροι της Ανατολής. Πολλοί δεδηλωμένοι Μουσουλμάνοι είναι Έλληνες στα κρυφά και τηρούν όλες τις πολυάριθμες νηστείες της Εκκλησίας τους. Όλοι πίνουν ελεύθερα κρασί και πολλοί απ' αυτούς τρώνε στα κρυφά χοιρινό κρέας χωρίς τύψεις, κάτι ανήκουστο για τους Τούρκους. Νυμφεύονται ελεύθερα τις Ελληνίδες του νησιού, αφού η θρησκεία επιτρέπει σε Τούρκο άντρα να νυμφεύεται άπιστη γυναίκα... αλλ' απαγορεύει σε Τούρκισσα να παντρεύεται άπιστο... (Excerpta Cypria, 1908, p. 449).

 

Μια σημαντική, συνεπώς, σχέση εξισλαμισθέντων με Έλληνες Κυπρίους ήταν η σύναψη γάμων μεταξύ τους, αλλά μόνο μεταξύ εξισλαμισθέντος ή Τούρκου άντρα κι Ελληνίδας ή «άπιστης» γυναίκας κι όχι αντίστροφα. Όπως είδαμε και πιο πριν, τέτοιοι γάμοι μαρτυρούνται κι από άλλους και φαίνεται ότι αποτελούσαν σχετικά συχνό φαινόμενο. Βέβαια όταν ο άντρας ήταν Μουσουλμάνος, εθεωρείτο ότι εξασφαλιζόταν η μουσουλμανική θρησκεία, αφού αυτός επιβαλλόταν της συζύγου και βέβαια τα παιδιά τους θα ακολουθούσαν τη θρησκεία του πατέρα κι όχι της μητέρας.

 

Ένα ακόμη σημείο της μαρτυρίας του Niebuhr αξίζει ιδιαίτερης προσοχής: ότι εκείνοι οι μη γεννημένοι Μουσουλμάνοι (δηλαδή οι εξισλαμισθέντες Κύπριοι) είχαν οπαδούς κι αντιστέκονταν στην τυραννία και στην καταπίεση, κι ότι συχνά δημιουργούσαν αναταραχές. Τα συμπεράσματα που βγαίνουν απ' αυτή τη μαρτυρία είναι πολλά: ότι κι αρκετοί εξισλαμισθέντες, παρά το ότι (τουλάχιστον στα φανερά) έγιναν Μουσουλμάνοι, ωστόσο εξακολουθούσαν κι αυτοί να βρίσκονται υπό καταπίεση۠ ότι είχαν οπαδούς, δικούς τους ανθρώπους που τους ακολουθούσαν, και μεταξύ των οποίων θα πρέπει να υπήρχαν και   Έλληνες Χριστιανοί και λινοβάμβακοί, ότι, συνεπώς, διέθεταν κάποια δύναμη, κι ότι αυτή τη δύναμη τους συχνά τη χρησιμοποιούσαν για ν' αντισταθούν και βέβαια η αντίστασή τους αυτή έπαιρνε, μερικές φορές, τη μορφή και τις διαστάσεις εξέγερσης.

 

Από τέτοιες κι από άλλες μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι αρκετά από τα πολλά κινήματα, που έγιναν κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, έγιναν με συμμετοχή και Χριστιανών και Τούρκων και λινοβαμβάκων. Το κίνημα, για παράδειγμα, του Γκιαούρ Ιμάμη στην επαρχία Πάφου το 1833, ήταν βασικά κίνημα λινοβαμβάκων και Χριστιανών, ίσως και με συμμετοχή και τοπικών Τούρκων. Η ονομασία, εξ άλλου, που δόθηκε στον αρχηγό του κινήματος (Γκιαούρ Ιμάμης) είναι πολύ δηλωτική και της υπόστασης του και του χαρακτήρα του κινήματος του: ιμάμης, άρα θρησκευτικός ηγέτης των Μουσουλμάνων, ταυτόχρονα δε γκιαούρης, δηλαδή άπιστος! Αυτό δεν ήταν, βέβαια, το πραγματικό του όνομα, που δεν το γνωρίζουμε, αλλά μ' αυτούς τους χαρακτηρισμούς έμεινε γνωστός.

 

Μια άλλη χαρακτηριστική περίπτωση κοινής αντίδρασης Χριστιανών και Μουσουλμάνων ήταν η επίθεση τους κατά του σεραγίου της Λευκωσίας το 1764, όταν πληροφορήθηκαν την απόπειρα του τότε Τούρκου κυβερνήτη Τζήλ* Οσμάν να δολοφονήσει τον αρχιεπίσκοπο Παΐσιο*, τους λοιπούς αρχιερείς και άλλους ηγέτες, περιλαμβανομένων και τοπικών αγάδων, προκειμένου να συγκαλύψει τις αυθαιρεσίες του. Ο λαός της Λευκωσίας, Έλληνες και Μουσουλμάνοι, αντέδρασε άμεσα, ξεχύθηκε στους δρόμους, όρμησε στο σεράγιο, που το λεηλάτησε, σκότωσε δε τον ίδιο τον κυβερνήτη και 18 άνδρες της φρουράς του. Ήταν μια ενστικτώδης αντίδραση που αμέσως συνένωσε Χριστιανούς και Μουσουλμάνους (ασφαλώς και εξισλαμισθέντες).

 

Λίγο αργότερα, το 1765, και με αφορμή τις αυστηρές κυρώσεις (χρηματικές) που είχαν επιβληθεί για τη δολοφονία του Τζήλ Οσμάν, εξερράγη η υπό τον Χαλήλ* αγά επανάσταση, στην οποία μετείχαν και Χριστιανοί και Τούρκοι και λινοβάμβακοί. Ωστόσο θα πρέπει να σημειωθεί ότι αντιδράσεις, ακόμη και βίαιες, που σε μερικές περιπτώσεις ήταν και πάλι κοινές (Χριστιανών και Μουσουλμάνων) σημειώθηκαν και κατά της αυθαιρεσίας και καταπίεσης Χριστιανών ηγετών (αρχιεπισκόπων, δραγομάνων). Διότι δυστυχώς, όχι τόσο σπάνια, η καταπίεση του δυστυχισμένου λαού προερχόταν κι από μέρους Χριστιανών Ελλήνων ηγετών και κοτζαμπάσηδων, που κι αυτοί χρησιμοποίησαν τα αξιώματα και τη δύναμη τους, σε μερικές περιπτώσεις, για προσωπικά οφέλη και πλουτισμό.

 

Με συμμετοχή Ελλήνων, λινοβάμβακων και Τούρκων συνέβη και το υπό τον Νικόλαο Θησέα* κίνημα του 1833, με επίκεντρο την περιοχή Λάρνακας - Σταυροβουνιού, που ξέσπασε με αφορμή και πάλι την επιβολή υψηλών και δυσβάστακτων φορολογιών.

 

Γενικότερα, μπορούμε να πούμε ότι πολλά από τα συχνά κινήματα της περιόδου της Τουρκοκρατίας ήταν κοινωνικού χαρακτήρα και σ' αυτά μετείχαν, αδιακρίτως, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι. Όχι απλώς επειδή δεν επρόκειτο για εθνικιστικά - απελευθερωτικά κινήματα, αλλά επειδή ακριβώς επρόκειτο περί ανθρωπίνων αντιδράσεων κατά της αυθαιρεσίας, της καταπίεσης και της αδικίας. Τέτοιες καταστάσεις επηρέαζαν το σύνολο του λαού κι η πείνα και δυστυχία δεν ξεχώριζε Χριστιανούς, Μουσουλμάνους, λινοβάμβακους. Κατ' ακολουθίαν, κοινές ήταν και οι αντιδράσεις.

 

Είναι, εξάλλου, πολύ χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στην Κύπρο δεν διαδραμάτισε ποτέ σοβαρό ρόλο ο θρησκευτικός φανατισμός, αφού δεν υπήρχε ούτε σαφής φυλετικός διαχωρισμός (μια και πολλοί Μουσουλμάνοι ήταν είτε εξισλαμισθέντες πρώην Χριστιανοί κι   Έλληνες, είτε λινοβάμβακοι, με συναίσθηση της ελληνικής καταγωγής τους). Δεν υπήρξαν στην Κύπρο ποτέ συγκρούσεις λόγω διαφορετικής θρησκείας. Φυλετικός διαχωρισμός επιχειρήθηκε (κι ευρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη) μόνο κατά τα εντελώς πρόσφατα χρόνια, και μάλιστα αυτός ο διαχωρισμός δεν συνέβη εκ των ένδον αλλά επεβλήθη βίαια από έξω, αρχικά από τους Βρετανούς μετά το 1925 και πιο έντονα κατά τη δεκαετία του 1950. Οι συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, που και πάλι επεβλήθησαν στον κυπριακό λαό το 1959-1960, επισημοποίησαν τον διαχωρισμό, ακόμη και με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (που καταρτίσθηκε με βάση τις συμφωνίες).  Έκτοτε δε τα πράγματα εξελίχθηκαν «φυσιολογικά» (δηλαδή όπως είχαν τροχοδρομηθεί), με αποτέλεσμα τον πλήρη διαχωρισμό μετά το 1974.

 

Ελέχθη πιο πάνω ότι δεν υπήρξε θρησκευτική αντιπαράθεση μεταξύ Χριστιανών και Μουσουλμάνων στην Κύπρο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, αντίθετα, απαντώνται στο νησί διάφορα θρησκευτικά έθιμα που είναι κοινά μεταξύ του χριστιανικού (ελληνικού) και του μουσουλμανικού (τουρκικού) πληθυσμού. Το χριστιανικό έθιμο του καπνίσματος, για παράδειγμα, απαντάται ακόμη και σήμερα, αν και σπάνια, μεταξύ των Τουρκοκυπρίων (μαρτυρία Ελληνοκυπρίων που είχαν επισκεφθεί τις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου τον Απρίλιο του 1990). Μουσουλμάνοι, εξάλλου, (δηλαδή εξισλαμισθέντες, λινοβάμβακοι και Τούρκοι) όχι μόνο έπαιρναν μέρος σε χριστιανικά πανηγύρια (όπως ανεφέρθη πιο πάνω) κι έκαναν τάματα σε αγίους, αλλά έπαιρναν ενεργό μέρος και σε άλλες χριστιανικές εκδηλώσεις, όπως για παράδειγμα σε λιτανείες κατά τις περιόδους ανομβρίας, τηρούσαν παραδοσιακά ελληνικά έθιμα του γάμου και άλλα, ενώ υπάρχει και μαρτυρία ότι «Τούρκοι» πήγαιναν κρυφά τα βράδια στο Σταυροβούνι όπου παρακολουθούσαν νυχτερινές λειτουργίες που γίνονταν ειδικά γι’ αυτούς, εξομολογούν-το και κοινωνούσαν (Π. Σαμαράς, ο.π.π., σ. 34).

 

Πολλά χριστιανικά έθιμα που τηρούνταν κι από τους Τουρκοκυπρίους, τελικά εγκαταλείφθηκαν κατά τα τελευταία μόλις χρόνια (ιδίως μετά το 1963), όταν η σοβινιστική ηγεσία τους (Ραούφ Ντενκτάς) απαγόρευσε την τέλεσή τους. Μάλιστα πολλές είναι οι περιπτώσεις κατά τις οποίες άνθρωποι του Ραούφ Ντενκτάς «τιμώρησαν» και ξυλοκόπησαν Τουρκοκυπρίους χωρικούς, προσπαθώντας να τους εξαναγκάσουν βίαια να μη μιλούν την ελληνική, να μάθουν την τουρκική και να εγκαταλείψουν διάφορα έθιμα και συνήθειες τους.

 

Οι λινοβάμβακοι αντιμετώπιζαν σωρεία προβλημάτων κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Γιατί εάν με τον (επιφανειακό) εξισλαμισμό τους είχαν αποφύγει μια κατηγορία προβλημάτων, ακριβώς από την πράξη τους αυτή δημιουργήθηκαν άλλα προβλήματα για τους ιδίους. Σίγουρα πολλοί θα πρέπει ν' αντιμετώπιζαν πρόβλημα συνειδήσεως αλλά να αισθάνονταν και ντροπή ή κι άλλες ενοχές. Υπήρχαν όμως και πιο πρακτικά προβλήματα, όπως εκείνο της στράτευσης τους. Διότι ως Οθωμανοί, πλέον, ήταν υπόχρεοι να στρατεύονται στον οθωμανικό στρατό. Προκειμένου ν' αποφεύγουν αυτό το καθήκον, αναγκάζονταν κι αυτοί να πληρώνουν τον ειδικό φόρο απαλλαγής τους από τη στρατιωτική υπηρεσία, που λεγόταν ασκεριές (τον οποίο πλήρωναν οι Χριστιανοί). Ωστόσο συχνά οι τουρκικές αρχές δεν δέχονταν αυτή τη διευθέτηση και βίαια στράτευαν Κυπρίους λινοβάμβακους, παρά τις απελπισμένες εκκλήσεις τους (σχετικό άρθρο δημοσίευσε η ιταλική εφημερίδα Gazzetta d’ Italia της 6.1.1878, σε ανταπόκριση της από τη Λάρνακα).

 

Μερικοί από τους εξισλαμισθέντες Κυπρίους ανήκαν πράγματι στην ηγέτιδα τάξη των Κυπρίων, μάλιστα δε συνέχισαν να συνεργάζονται στενά και με τους Έλληνες εκκλησιαστικούς κι άλλους ηγέτες.   Ένα τέτοιο παράδειγμα αποτελούν ο Ανδρέας Σολομωνίδης (Χουρσίτ αγάς) κι ο αδελφός του Μάρκος Σολομωνίδης (Αχμέτ αγάς), μάλιστα γιοι και οι δυο ενός ιερέα, του παπά Σολωμού από το χωριό  Έμπα της επαρχίας Πάφου.   Άλλα τρία παιδιά της ίδιας οικογένειας, μια κόρη και δυο γιοι, ο Χριστόδουλος και ο Νικόλαος (γνωστός κι ως λογιότατος λόγω της πλατιάς μόρφωσης του), δεν είχαν εξισλαμισθεί. Ο Ανδρέας Σολομωνίδης, όπως κι ο Μάρκος Σολομωνίδης, εξισλαμίσθηκαν το 1821. Ο πρώτος μάλιστα, παρά τον εξισλαμισμό του, γράφει αργότερα ή και προσυπογράφει εθνικού περιεχομένου επιστολές προς τον   Έλληνα κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Σε σωζόμενη επιστολή του (ημερ. 19 Αυγούστου1828) ο Σολομωνίδης (Χουρσίτ αγάς) υπογράφει με το χριστιανικό του όνομα κι εξηγεί ότι υποκρίνεται μπροστά στους Τούρκους, προκειμένου να είναι σε θέση να βοηθεί τους δυστυχούντες συμπατριώτες του. Προσθέτει μάλιστα πως αν και δεινές περιστάσεις κατόρθωσαν νά ἀλλοιωσουν τά σώματα και τά ονόματα τίνων Κυπρίων, δέν ἠ μπόρεσαν μολοντούτο νά βλάψουν τόν ἐσωτερικόν ἄνθρωπον... (βλέπε πλήρες κείμενο της επιστολής στο λήμμα Σολομωνίδης Ανδρέας).

 

Στη γνωστή περίπτωση των Σολομωνίδων έχουμε πέντε αδέλφια (παιδιά ιερέα) εκ των οποίων τα δύο έγιναν (έστω τυπικά) Μουσουλμάνοι, ενώ τα άλλα τρία παρέμειναν Χριστιανοί. Φυσικά θα πρέπει να υπήρχαν και πολλές άλλες παρόμοιες περιπτώσεις μεταξύ του απλού λαού, περιπτώσεις συγκλονιστικές, που μας επιτρέπουν να φανταστούμε τα προβλήματα των ανθρώπων αυτών και τις μεταξύ τους σχέσεις, αλλά που ταυτόχρονα εξηγούν, ως ένα βαθμό, το γεγονός ότι δεν υφίσταντο ουσιαστικές φυλετικές και θρησκευτικές συγκρούσεις μεταξύ των Χριστιανών και των Μουσουλμάνων της Κύπρου.

 

Το όλο ζήτημα της διακατοχής και χρήσης γης, τόσο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας όσο και κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας, είναι επίσης ένα θέμα που άπτεται του όλου πλέγματος των σχέσεων Ελλήνων και Τούρκων, ή Χριστιανών και Μουσουλμάνων. Οι τότε συνθήκες οι σχετικές με την κατοχή και καλλιέργεια της γης και την παραγωγή κι εμπορία των προϊόντων, όχι μόνο ευνοούσαν αλλά πολλές φορές επέβαλλαν κιόλας τη συνεργασία προς αντιμετώπιση των διαφόρων προβλημάτων. Θεσμοί όπως εκείνος των «πουμουσιάρικων» χωραφιών (= χωραφιών που ανήκαν σε έναν αλλά αυτός συνεργαζόταν στις καλλιέργειες και στην εκμετάλλευσή τους με άλλο ή άλλους κατόπιν συμφωνίας), βρίσκονταν σε συχνή χρήση. Τα εργατικά χέρια για τις διάφορες κοπιαστικές εργασίες (όπως λ.χ. ο θερισμός) ήταν επίσης τομέας συνεργασίας.

 

Η συνεργασία ήταν στενή και σε πολλούς άλλους τομείς, ιδιαίτερα στα χωριά που, λόγω των τότε συνθηκών και προβλημάτων, ήταν υποχρεωμένα να είναι αυτάρκη σε πολλά πράγματα η ανταλλαγή προϊόντων ήταν κάτι το επιβεβλημένο. Σε πολλά χωριά οι μαμμούδες (= εμπειρικές μαίες, που ασκούσαν κι εμπειρική ιατρική σε διάφορους άλλους τομείς) ήταν Τούρκισσες κι αυτές φώναζαν κι όλοι οι   Έλληνες χωριανοί ή ακόμη και οι των γύρω χωριών. Αργότερα, κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας, όταν άρχισε η εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου της Κύπρου, Έλληνες και Τούρκοι εργάζονταν μαζί στη σκληρή εργασία των μεταλλείων, οι δε οικογένειές τους ζούσαν η μια δίπλα στην άλλη στους οικισμούς των μεταλλωρύχων που είχαν σχηματιστεί. Στον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο πήραν μέρος, στις τάξεις του αγγλικού στρατού, Έλληνες και Τούρκοι της Κύπρου που αγωνίστηκαν στις ίδιες επάλξεις, ως στρατιώτες του Κυπριακού Συντάγματος. Μετά τον πόλεμο, όταν έγιναν οι μεγάλοι απεργιακοί αγώνες (βλέπε λήμμα απεργίες), και πάλι αγωνίστηκαν μαζί Έλληνες και Τούρκοι της Κύπρου για βελτίωση των συνθηκών εργασίας και για εξασφάλιση των πρώτων βασικών παροχών προς τους εργαζομένους, πραγματικά δε επικοί ήταν οι κοινοί αγώνες διαφόρων τάξεων εργατών, όπως οι μεταλλωρύχοι και οι οικοδόμοι.

 

Τα πράγματα, ωστόσο, διαφοροποιήθηκαν μετά την έναρξη του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα των Ελληνοκυπρίων κατά των Βρετανών. Το ακραίο σύνθημα των Ελλήνων του νησιού για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα παραγνώριζε τον παράγοντα των Τουρκοκυπρίων. Η αντίδραση των φανατικών Τούρκων στο αίτημα των Ελλήνων είχε σοβαρή απήχηση σ' αυτές τις ίδιες τις μάζες του τουρκοκυπριακού πληθυσμού αλλά και στην Τουρκία. Μάλιστα με αγγλικές προσπάθειες κι ενθάρρυνση, κατόρθωσε σύντομα να επιβληθεί η εξτρεμιστική ομάδα των Τουρκοκυπρίων, που μέχρι σήμερα (1990) αποτελεί ακόμη τη δοτή ηγεσία τους.

 

Μια από τις πιο σημαντικές ενέργειες των Βρετανών προς προώθηση των δικών τους συμφερόντων και εξουδετέρωση του απελευθερωτικού αγώνα των Ελληνοκυπρίων, ήταν η προσπάθεια δημιουργίας διακοινοτικής διαμάχης στην Κύπρο. Η αρχή του «διαίρει και βασίλευε» εφαρμόστηκε για μια ακόμη φορά με επιτυχία. Εκτός από την αφύπνιση της ίδιας της Τουρκίας και την ανάμειξη της ως άμεσα ενδιαφερομένου μέρους στο ζήτημα της Κύπρου, οι Βρετανοί κατόρθωσαν να φέρουν - για πρώτη φορά - αντιμέτωπες και τις δυο κύριες κοινότητες του νησιού: Διάλεξαν ένα ικανό αριθμό Τουρκοκυπρίων εξτρεμιστών που τους έχρισαν ως «ειδικούς αστυνομικούς» (επικουρικοί, ελέγοντο), τους όπλισαν και τους έριξαν κατά των αγωνιζομένων Ελληνοκυπρίων. Στις φυλακές, στα στρατόπεδα συγκεντρώσεων και στους άλλους χώρους κράτησης και βασανισμού, πολλοί φύλακες ή και βασανιστές ήταν Τούρκοι. Στη Λευκωσία, κατά κύριο λόγο, αλλά κι αλλού, οι   Άγγλοι επέβαλλαν στους Ελληνοκυπρίους κατ' οίκον περιορισμό, και τότε επέτρεπαν στους Τουρκοκυπρίους να επιτίθενται και να πυρπολούν, να λεηλατούν και να καταστρέφουν περιουσίες ελληνικές. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις εφαρμογής αυτού του αγγλικού σχεδίου ήταν η γνωστή σφαγή των Κοντεμενιωτών: Οι Άγγλοι, αφού συνέλαβαν αρκετούς κατοίκους του χωριού Κοντεμένος, τους μετέφεραν στο τουρκικό χωριό Κιόνελι, άντρο του τουρκοκυπριακού εξτρεμισμού, κι εκεί τους... απελευθέρωσαν, αφήνοντας τους να επιστρέψουν πεζοί - και άοπλοι φυσικά - από τα χωράφια στο χωριό τους. Οι καραδοκούντες Τούρκοι επιτέθηκαν κατ' αυτών και κατέσφαξαν 8 συνολικά άτομα (12.6.1958۠ βλέπε λεπτομέρειες στο λήμμα Κιόνελι σφαγή).

 

Οι προσχεδιασμένες και υποκινούμενες από τους Βρετανούς τουρκικές ωμότητες κατά των Ελληνοκυπρίων προκάλεσαν, βέβαια, την αντίδραση των τελευταίων. Έτσι, κατά την περίοδο του απελευθερωτικού αγώνα οι  Έλληνες και οι Τούρκοι της Κύπρου βρέθηκαν να είναι, για πρώτη φορά, αντίπαλοι κι εχθροί και μάλιστα με πολύ χυμένο αίμα (κι από τις δύο πλευρές) ανάμεσά τους.