Αυξεντίου Γρηγόρης

Image

Ένας από τους πιο σημαντικούς ήρωες του απελευθερωτικού αγώνα του 1955-59. Γεννήθηκε στο χωριό Λύση στις 22 Φεβρουαρίου του 1928 και έπεσε μαχόμενος στο κρησφύγετό του στα βουνά του Μαχαιρά, κοντά στο ομώνυμο μοναστήρι, στις 3 Μαρτίου του 1957.

(Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος -Αρχείο ΡΙΚ)

 

Η ζωή του:

Γονείς του ήταν ο Πιερής και η Αντωνού Αυξεντίου, εύποροι αγρότες. Τα πρώτα γράμματα διδάχτηκε στο χωριό του, σε μια τεταμένη ατμόσφαιρα κατά την οποία βρισκόταν σε έξαρση το ενωτικό αίτημα των Ελλήνων της Κύπρου, που είχε εκδηλωθεί εντονότερα από κάθε άλλη φορά με την εξέγερση του Οκτωβρίου του 1931 και είχε φαινομενικά καταπνιγεί με τα σκληρά δικτατορικά μέτρα των Άγγλων που ακολούθησαν.

 

Στη συνέχεια ο Γρηγόρης Αυξεντίου φοίτησε στο Ελληνικό Γυμνάσιο της Αμμοχώστου, σε μια επίσης τεταμένη περίοδο, κατά την οποία η Ελλάδα είχε γνωρίσει την φασιστική και ναζιστική κατοχή. Στο γυμνάσιο δεν ήταν ιδιαίτερα καλός μαθητής. Το 1947, όταν τέλειωσε τις γυμνασιακές του σπουδές, αποφάσισε να πάει στην Ελλάδα και ν' ακολουθήσει το στρατιωτικό επάγγελμα ως αξιωματικός του ελληνικού στρατού, πράγμα βέβαια που σήμαινε και την υιοθέτηση της ελληνικής υπηκοότητας και την αντίστοιχη απάρνηση της κυπριακής, ουσιαστικά της αγγλικής. Στο νησί του θα μπορούσε πια να έλθει ως απλός επισκέπτης ή τουρίστας. Στην Ελλάδα πήγε δυο χρόνια αργότερα, τέλη του 1949, έδωσε εισαγωγικές εξετάσεις για τη Σχολή Ευελπίδων και απέτυχε. Επιθυμώντας ωστόσο να υπηρετήσει στον ελληνικό στρατό, άρχισε διάφορες ενέργειες μαζί με ένα άλλο Κύπριο που είχε επίσης αποτύχει, κάποιο Ζηνωνή. Είδαν τον υπουργό των Στρατιωτικών, ακόμη και τη βασίλισσα Φρειδερίκη, και τελικά ο Γρηγόρης μπόρεσε να γραφτεί στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών, εξ ανάγκης εγκαταλείποντας το όνειρό του να φοιτήσει στη Σχολή Ευελπίδων. Παράλληλα άρχισε να παρακολουθεί και μαθήματα φιλολογίας. Ήταν, και πάλι, εποχές σημαντικών γεγονότων για την Ελλάδα, όπου την απελευθέρωση ακολούθησε ο εμφύλιος πόλεμος, και για την Κύπρο, όπου το ενωτικό αίτημα αναθερμαινόταν και κορυφωνόταν με το ενωτικό δημοψήφισμα της 15 Ιανουαρίου 1950.

 

Στις 28 Δεκεμβρίου 1949 κατατάχθηκε εθελοντής στον ελληνικό στρατό και απόκτησε την ελληνική ιθαγένεια. Φοίτησε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών στην Κόρινθο και στη Σύρο. Σε σχετικό έγγραφο του Αρχηγείου Στρατού αναφέρεται ότι ο Γρηγόρης Πιερή Αυξεντίου «ἀπέκτησε τήν ἑλληνικήν ἰθαγένειαν, ἐγγραφείς εἰς τά μητρῶα ἀρρένων Δήμου Ἀθηναίων... Ὑποστάς ἐπιτυχῶς τήν ἐκπαίδευσιν καί ἀποφοιτήσας, ὠνομάσθη διά τοῦ ὑπ' ἀριθμόν 7616/1952 Βασιλικοῦ Διατάγματος ἒφεδρος ἀνθυπολοχαγός Πεζικοῦ». Στο ατομικό του βιβλιάριο υπάρχει καταχωρημένη μια μόνο τιμωρία: «Διήμερος φυλάκισις ἐπί τῷ ὃτι ἒτρεφε μύστακα υπερβολικῶν διαστάσεων».

 

Μετά την αποφοίτησή του, υπηρέτησε στον 1ο λόχο του 613 τάγματος πεζικού, στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα, και σε άλλες μονάδες. Εκεί συναντήθηκε για πρώτη φορά με έναν άλλο Κύπριο, σημαντικό επίσης ήρωα της ΕΟΚΑ αργότερα, τον Κυριάκο Μάτση, ο οποίος σπούδαζε στη Θεσσαλονίκη, αλλά ταυτόχρονα επισκεπτόταν στρατιωτικές μονάδες για να κάνει ομιλίες.

 

Αφού συμπλήρωσε τη θητεία του ως έφεδρος αξιωματικός, απελύθη από τον στρατό στις 15  Νοεμβρίου 1952. Τον Μάρτιο του 1953 επέστρεψε στην Κύπρο. Εγκαταστάθηκε στο χωριό του, όπου άρχισε να εργάζεται στα κτήματα του πατέρα του, αλλά και ως οδηγός αυτοκινήτου, κάνοντας τη διαδρομή Λύσης - Αμμοχώστου, ή άλλοτε μεταφέροντας εργάτες και υλικά στην υπό ανέγερση αγγλική στρατιωτική βάση της Δεκέλειας. Την εποχή αυτή γνώρισε κι ερωτεύτηκε τη συγχωριανή του Βασιλική Παναγή, που θα τη νυμφευθεί αργότερα κρυφά, αν και επίσημα την αρραβωνιάστηκε στις 21 Νοεμβρίου 1953.

 

Στο μεταξύ, στην Κύπρο βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο προετοιμασίας ο αγώνας που θ' ακολουθούσε σύντομα. Ήδη ο συνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας εργαζόταν για δυο χρόνια στην προετοιμασία του ένοπλου αγώνα, σε συνεργασία με τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, είχαν δε δημιουργηθεί οι πρώτοι πυρήνες κι είχε αρχίσει, με κάθε μυστικότητα, η στρατολόγηση αγωνιστών. Ο ίδιος ο Γρίβας, που είχε κάνει ταξίδια αναγνωριστικά στην Κύπρο, έφθασε μυστικά στο νησί στις 10 Νοεμβρίου 1954.

 

Ένταξη στην ΕΟΚΑ:

Ο Αυξεντίου έμαθε για τον προετοιμαζόμενο αγώνα από τον ξάδελφό του Γρηγόρη Γρηγορά, και μυήθηκε στην οργάνωση από τον Ανδρέα Αζίνα τον Ιανόυάριο του 1955, ενώ ταυτόχρονα είχε και την πρώτη του συνάντηση με τον Γρίβα, στις 20 Ιανουαρίου 1955. Ακολούθησε μια συνεχής και στενή συνεργασία με τον Γρίβα, ο οποίος τον διόρισε τομεάρχη επαρχίας Αμμοχώστου. Ανάμεσα στη σκληρή δουλειά που άρχισε ο Γρηγόρης για λογαριασμό της ΕΟΚΑ ήταν και η στρατολόγηση και ταχεία εκπαίδευση μελών. Ο Αυξεντίου είχε τώρα πάρει το ψευδώνυμο «Ζήδρος». Στις 29 Μαρτίου ο Γρίβας είχε επικοινωνία με τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο (ψευδώνυμο «Γενικός»), που την σημείωσε ως εξής στο ημερολόγιο του: «20ήν ὣραν εἶδον Γεν. ΝΑ ΑΡΧΙΣΩΜΕΝ. Μοῦ ἒδωσε τήν εὐχήν του. Ὁ Θεός μαζί μας». Το βράδυ της επομένης, ο Γρίβας συγκέντρωσε τους τομεάρχες, μεταξύ των οποίων και τον «Ζήδρο», σε σπίτι στον Στρόβολο, και τους έδωσε τις τελευταίες οδηγίες. Και τη νύχτα της 31ης Μαρτίου προς την 1η Απριλίου, εκκωφαντικές εκρήξεις βομβών συγκλόνισαν τις πόλεις Λευκωσία, Λάρνακα, Λεμεσό, ενώ έγιναν απόπειρες και στην Αμμόχωστο. Ο αγώνας είχε αρχίσει. Το βράδυ αυτό ο ίδιος ο Αυξεντίου, μαζί με ομάδα ανδρών του, επετέθη κατά της στρατιωτικής βάσης της Δεκέλειας, ενώ από τον τομέα του ήταν και ο πρώτος νεκρός του αγώνα, ο Μόδεστος Παντελή, που πέθανε εκείνο το βράδυ από ηλεκτροπληξία ενώ προσπαθούσε να πετύχει βραχυκύκλωμα σε ηλεκτρικά καλώδια.

 

Ο Αυξεντίου ήταν ίσως ο πρώτος αγωνιστής της ΕΟΚΑ που αναζητήθηκε αμέσως από τους Άγγλους κι αφού δεν βρέθηκε, επικηρύχθηκε με το ποσόν των 250 λιρών. Μέχρι τον Νοέμβριο του 1955, η αμοιβή θα ανερχόταν στο τεράστιο, για την εποχή εκείνη, ποσό των 5.000 λιρών.

 

Η δράση του:

Μετά την αναζήτησή του, ο Αυξεντίου κρύφτηκε σε διάφορα μέρη, και κυρίως στην περιοχή του χωριού Καραβάς, όπου εστάλη από τον Γρίβα να οργανώσει ομάδες δράσης, και στην περιοχή του Αγίου Αμβροσίου, ανατολικά της Κερύνειας. Στο εγκαταλειμμένο μοναστήρι της Αχειροποιήτου, έγινε το βράδυ της 10.6.1955, με κάθε μυστικότητα, ο γάμος του καταζητούμενου αντάρτη Γρηγόρη Αυξεντίου με την Βασιλική.

 

Τον Ιούλιο του 1955, ύστερα από εντολή του Γρίβα -Διγενή, ο Αυξεντίου μετακινήθηκε στα βουνά του Πενταδάκτυλου όπου υπηρέτησε για 4 περίπου μήνες, και τον Νοέμβριο του 1955 ανέλαβε αρχηγός των αντάρτικων ομάδων της περιοχής Πιτσιλιάς, αξίωμα που διατήρησε μέχρι τον θάνατό του στις 3 Μαρτίου 1957. Σ' όλο το διάστημα της αντάρτικης δράσης του, ο Αυξεντίου απεδείχθη πρότυπο αντάρτη - στρατιωτικού: Ενθουσιώδης, γενναίος, παράτολμος μερικές φορές, ακούραστος, με μεγάλη θέληση και αντοχή στις στερήσεις και στη σκληρή ζωή του αντάρτη, άψογα πειθαρχικός στις διαταγές του αρχηγού του, ακόμη κι όταν ο Διγενής τον καθαίρεσε και τον υποβίβασε σε απλό στρατιώτη τον Οκτώβριο του 1955, εξαιτίας μιας προδοσίας που ξεκίνησε από μέλος των ομάδων του Αυξεντίου και που ο ίδιος δεν πρόλαβε να σταματήσει, με αποτέλεσμα να δεχθεί η οργάνωση ισχυρά πλήγματα. Συγκεκριμένα, ο αρχηγός της ΕΟΚΑ είχε διατάξει την εκτέλεση ενός μέλους της οργάνωσης, κάποιου Πέτρου Χατζημιτσή, όμως ο Αυξεντίου καθυστέρησε να εφαρμόσει την εντολή, προσπαθώντας να βεβαιωθεί απόλυτα ότι το μέλος αυτό της ΕΟΚΑ ήταν πράγματι προδότης. Στο μεταξύ ο προδότης το έσκασε, παραδόθηκε στους Άγγλους και είπε όλα όσα γνώριζε. Την 1 Δεκεμβρίου 1955 ο Αυξεντίου συναντήθηκε με τον αρχηγό του στο κρησφύγετο του Διγενή πάνω από το ορεινό χωριό Σπήλια, και οι σχέσεις τους αποκαταστάθηκαν.

 

Από τις πολλές επιχειρήσεις που έγιναν την περίοδο αυτή και μέχρι τον θάνατό του, μνημονεύεται ιδιαίτερα η παλικαριά του στη μεγάλη μάχη στα Σπήλια (11 Δεκεμβρίου 1955) όπου κινδύνευσε να συλληφθεί και ο ίδιος ο Γρίβας.

 

Μετά τα Σπήλια ο Αυξεντίου πήγε στο χωριό Καννάβια και σε άλλα ορεινά χωριά, όπου έφθανε ύστερα από κοπιαστικές νυχτερινές πορείες για στρατολόγηση νέων μελών, για εκπαίδευση ανδρών, για οργανωτικά θέματα και για πολλές άλλες δουλειές. Για ένα σύντομο διάστημα παρέμεινε σε κρησφύγετο στην κορφή Παπούτσα. Τον Φεβρουάριο του 1956 φιλοξενήθηκε στο μοναστήρι της Παναγίας του Μαχαιρά. Στις 16 Μαρτίου 1956 ήταν ο επικεφαλής μεγάλης ενέδρας, κοντά στα Χανδριά, στην οποία συμμετείχαν μεταξύ άλλων και οι Πολύκαρπος Γιωρκάτζης, Νίκος Σπανός και Χρίστος Τσιάρτας, που σκοτώθηκε στην μάχη. Την εποχή αυτή ο Αυξεντίου ήταν γνωστός στην οργάνωση και με άλλα ψευδώνυμα, όπως «Άρης» και «Ρήγας». Τον Απρίλιο του 1956 ο Αυξεντίου, μεταμφιεσμένος σε αρχιμανδρίτη, πήγε στη Λεμεσό και υπεβλήθη σε εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας στην κλινική του Νίκου Αναστασιάδη, και ύστερα επέστρεψε στο μοναστήρι του Μαχαιρά, όπου μάλιστα κέρασε Άγγλους στρατιώτες που τον έψαχναν, γλυκό, μεταμφιεσμένος σε καλόγερο Χρύσανθο, και με κρυμμένο πιστόλι κάτω από το ράσο του.

 

Τον Ιούλιο του 1956 μετακινήθηκε στο χωριό Αγρός, όπου εγκατέστησε το αρχηγείο του, κι απ' όπου εξορμούσε σε αρκετά χωριά της περιοχής του. Στις 30 Δεκεμβρίου 1956 βρισκόταν στο χωριό Ζωοπηγή μαζί με μερικούς άντρες του, όπου κυκλώθηκε ύστερα από προδοσία. Πυροβολώντας κατόρθωσε να διαφύγει, ένας όμως από τους άντρες του, ο Μιχαήλ Γιωργάλλας, σκοτώθηκε. Τραυματισμένος στο πόδι, κατόρθωσε μαζί με τους άντρες του ν' αποσυρθεί στην κορφή Παπούτσα, κι απ' εκεί στο Παλαιχώρι. Το διάστημα αυτό η προδοσία τον ακολουθούσε σε κάθε του βήμα, και τον πρόλαβε τελικά δυο μήνες αργότερα. Στο Παλαιχώρι τον κύκλωσαν πάλι οι Βρεττανοί στρατιώτες, που όμως δεν ανακάλυψαν τον χώρο όπου κρυβόταν. Καταδιωκόμενος ο Γρηγόρης, κατέβηκε στο χωριό Φτερικούδι, απ' εκεί στον Μαχαιρά, στους Καπέδες, στον Αναλιόντα, και πάλι πίσω στον Μαχαιρά, στις 5 Φεβρουαρίου 1957, όπου έμεινε προσπαθώντας ν' αναδιοργανώσει τον τομέα του που είχε δεχθεί ισχυρά πλήγματα.

 

Ο θάνατος του:

Οι Άγγλοι στρατιώτες απέκλεισαν το μοναστήρι στις 28 Φεβρουαρίου 1957, κι ο Αυξεντίου είχε αποσυρθεί μαζί με 4 άνδρες του σε κρησφύγετο κοντά στο μοναστήρι. Οι εκτεταμένες έρευνες των Άγγλων, στις οποίες χρησιμοποίησαν και ελικόπτερα, είχαν σαν αποτέλεσμα την εντόπιση του κρησφύγετου.

 

Ο Αυξεντίου διέταξε τότε τους άντρες του να βγουν και να παραδοθούν, πράγμα που έγινε. Ήταν οι: Αντώνης Παπαδόπουλος, Αυγουστής Ευσταθίου, Φειδίας Συμεωνίδης και Ανδρέας Στυλιανού. Ο αρχηγός τους παρέμεινε, για να δώσει μόνος την τελευταία του μάχη. Ύστερα από την πρώτη σύγκρουση, οι Άγγλοι έστειλαν τον Ευσταθίου μέσα στο κρησφύγετο, να δει αν ο Αυξεντίου είχε πεθάνει. Ήταν μόνο πληγωμένος στο πόδι και στο λαιμό. Και οι δυο τώρα, αντιμετώπισαν με επιτυχία επανειλημμένες επιθέσεις των στρατιωτών, ενώ μια δική τους απόπειρα για έξοδο απέτυχε. Τελικά οι Άγγλοι έριξαν βενζίνη στο κρησφύγετο κι έβαλαν φωτιά, στις 13.00 της 3 Μαρτίου 1957. Ο Ευσταθίου όρμησε έξω, κι αργότερα συνελήφθη. Ο Αυξεντίου έμεινε, και κάηκε. Το απανθρακωμένο του σώμα ετάφη στις Κεντρικές Φυλακές, προκειμένου ν' αποφευχθεί η κηδεία και η συμμετοχή του λαού σ' αυτήν.

(Βίντεο Συνέντευξη με τη Μητέρα του ήρωα

 

Ύμνοι:

Ο ηρωικός θάνατος του Γρηγόρη Αυξεντίου τον ανέβασε σ' επίπεδα θρύλου, είχε δε παγκόσμια απήχηση. Ύμνησαν τον ήρωα πάρα πολλοί ποιητές και πεζογράφοι, Κύπριοι, Ελλαδίτες, ξένοι, ακόμη και Άγγλοι. Μεταξύ αυτών κι ο Γιάννης Ρίτσος, που αφιέρωσε στον Αυξεντίου ένα από τα ωραιότερα ποιήματά του, το μακροσκελές ποίημα «Αποχαιρετισμός»:

 

...Ο πατέρας

θα με γνωρίσει στό νεκροτομείο απ' τις χοντρές

ελληνικές κοκκάλες μου, όμοιες με τις δικές του,

κι' απ’ το σταυρό της πατρίδας που’ χα φυλαχτάρι

μες στις τρίχες του κόρφου μου.

Μιλάω για μένα, σα νά’ ναι η Ρωμιοσύνη

ερωτευμένη με τα μένα. Συχωράτε με.

Εσείς μου δώσατε τούτο το δικαίωμα. Ευχαριστώ.

Εσείς, κι η αγάπη σας, κι ο θάνατός μου.

Το ξέρω, ως και κείνος που πήρε τα 5.000 αργύρια

θα πιει κάποιο βραδάκι ένα ποτήρι στην υγειά μου

σε μια ταβέρνα της Πάφος και θ' απογείρει

να κλάψει μέσα στο ποτήρι του,

γιατί ήμουνα φίλος καλός

κι ίσως να γίνει φίλος μας κι αυτός μια μέρα...

 

Α. ΠΑΥΛΙΔΗΣ

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image