Βουνί

Image

Χωριό της επαρχίας Λεμεσού, στη γεωγραφική περιφέρεια των αμπελοχωριών Λεμεσού - Πάφου, 800 μ. πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Βρίσκεται 3,5 χμ. ΝΔ. του χωριού Κοιλάνι, τοποθετημένο πάνω στις κρητίδες, τις μάργες και τις μαργαϊκές κρητίδες της Μαιστριχτίου - Μέσης Μειόκαινης γεωλογικής περιόδου.

 

Το τοπίο παρουσιάζει μια κλίση προς τα νότια. Το υψόμετρο κάπου 1,5 χμ. στα βόρεια του οικισμού ανεβαίνει στα 950 μ., ενώ βορειότερα (3 περίπου χμ. βόρεια του οικισμού), στη Μούττη του Αφάμη, (Δ. του Κοιλανιού), το υψόμετρο ανεβαίνει στα 1.153 μ. Στα νότια το υψόμετρο μειώνεται στα 750 μ. κοντά στο ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου, ενώ στα νοτιότερα διοικητικά όρια το υψόμετρο βρίσκεται στα 600 μ. Στ' ανατολικά του χωριού κυλά ο Κρυός ποταμός ενώ στα δυτικά ο ποταμός Χάποταμι. Τα δίκτυα των δυο αυτών ποταμών, που έχουν ΒΔ. - ΝΑ. και ΒΑ. - ΝΔ. κατεύθυνση αντιστοίχως, διαμελίζουν αισθητά το τοπίο του χωριού. Αρχικά ο Κρυός ποταμός ήταν ενωμένος με τον ποταμό του Παραμαλιού. Όμως ένας σχετικά ισχυρός παραπόταμος του Κούρη «συνέλαβε» τα νερά του Κρυού ποταμού που τα διοχετεύει στα ανατολικά. Το «κοίλωμα της προσπέλασης» και η «γωνιά σύλληψης» είναι ορατά από τον κύριο δρόμο Αγίου Αμβροσίου - Βουνιού.

 

Εντυπωσιακό μόρφωμα στο τοπίο του χωριού είναι οι άφθονες ξερολιθιές που χρησιμεύουν πότε ως σύνορα στα κτήματα, ιδιαίτερα τ' αμπέλια, και πότε ως τοίχοι αντιστήριξης των αναβαθμίδων.

 

Πάνω στα ασβεστούχα εδάφη των κιμωλιούχων πετρωμάτων που δέχονται μια μέση ετήσια βροχόπτωση γύρω στα 700 χιλιοστόμετρα, φυτρώνουν αμπέλια οινοποιήσιμων ποικιλιών, σιτηρά (κριθάρι, σιτάρι και πολύ λίγη βρώμη), όσπρια, νομευτικά φυτά, λίγα οπωροφόρα, αμυγδαλιές, ελιές και χαρουπιές. Στο χωριό φυτρώνει και μια πλούσια φυσική βλάστηση, ιδιαίτερα το θυμάρι, το ρούδι, η τρεμιθιά, ο ασπάλαθος, ο λάδανος, τα βάτα. Δεν απουσιάζουν οι αιωνόβιοι τρέμιθοι, λίγα πλατάνια και οι μοσφιλιές.

 

Το Βουνί από τα παλαιά χρόνια υπήρξε κατ’ εξοχήν αμπελουργικό χωριό. Κατατάσσεται στην κατηγορία των αμπελοχωριών που η έκταση των αμπελιών τους καλύπτει άνω του 40% της ολικής έκτασης του χωριού. Εξάλλου, είναι πολύ μεγάλος ο αριθμός των μικρών και μεγάλων πιθαριών που συναντά ένας στις αυλές των σπιτιών, δείγμα κι αυτό της μεγάλης ποσότητας κρασιών που παρήγε το χωριό. Όμως πρόσφατα, λόγω της συνεχούς εγκαταλείψεως που παρατηρείται, ένα σημαντικό μέρος της έκτασης του χωριού παραμένει ανεκμετάλλευτο.

 

Το Βουνί παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα πληθυσμιακή ιστορία. Ο πληθυσμός σημείωσε, όπως σε πολλά άλλα αμπελουργικά χωριά, μια σταθερή ανοδική πορεία μέχρι το 1946, με συνεχή μείωση αργότερα. Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 706
1891 816
1901 834
1911 975
1921 1.089
1931 968
1946 1.247
1960 990
1973 705
1976 617
1982 382
1992 189
2001 136

 

Ο οικισμός, που είναι συγκεντρωτικού συμπαγούς τύπου, είναι κτισμένος σε πλαγιά με στενούς γραφικούς δρόμους. Τα κεραμόσκεπα σπίτια του κτισμένα με πελεκητή ασβεστόπετρα διατηρούν ακόμη την πλούσια παραδοσιακή αρχιτεκτονική των αμπελοχωριών της Λεμεσού. Ο επισκέπτης συναντά μερικά αρχοντόσπιτα, καμάρες, ανάγλυφα πλαίσια στις εισόδους των σπιτιών, μπαλκόνια, ανώγια, μικρές και μεγάλες αυλές με πιθάρια. Και στη σημερινή του παρηκμασμένη μορφή μεταδίδει στον επισκέπτη την ατμόσφαιρα της παλιάς δόξας ενός πλούσιου κεφαλοχωριού.

 

Από συγκοινωνιακής απόψεως το Βουνί συνδέεται στα ΒΑ. με το Κοιλάνι, ενώ στα Ν. συνδέεται με τον Άγιο Αμβρόσιο και το δρόμο Λεμεσού – Καντού-Μαλλιάς.

 

Το Βουνί δεν περιλαμβάνεται στους καταλόγους λουζινιανο - βενετικών φέουδων και βασιλικών κτημάτων του ντε Μας Λατρί, αλλά σημειώνεται στους βενετικούς χάρτες με το όνομα Voni, όχι όμως στην πραγματική σημερινή του θέση αλλά βόρεια των Κιβίδων. Ίσως γιατί το χωριό παρέμεινε απομονωμένο, χωρίς ιδιαίτερες οδικές διασυνδέσεις, αφού και σήμερα συνδέεται με το γειτονικό Κοιλάνι μέσω χωματόδρομου. Δεν μνημονεύεται στα κείμενα των επισκεπτών και συγγραφέων του Μεσαίωνα ή ακόμη των ταξιδιωτών του περασμένου αιώνα, ενώ ο Αθ. Σακελλάριος και ο Γ.Σ. Φραγκούδης, που περιγράφουν τόσο το Κοιλάνι όσο και την Αγία Μαύρη, δεν αναφέρουν τίποτε για το Βουνί. Ο Τζέφρυ, που πιθανόν να μη επισκέφθηκε το Βουνί, απλώς το αναφέρει χωρίς ιδιαίτερο σχόλιο. Ωστόσο τα γράμματα καλλιεργήθηκαν στο χωριό από πολύ νωρίς. Σύμφωνα με τον Λοΐζο Φιλίππου «μέχρι τοῦ 1850 ἐδίδασκον οἱ ἱερεῖς. Ἀπό τοῦ 1850 ἢρξατο λειτουργοῦν σχολεῖον. Πρῶτος διδάσκαλος ἀναφέρεται ὁ Μιχαήλ Παιδαγωγός ἐκ Λάρνακος. Τούτου διεσώθη χειρόγραφον ἐκκλ. βιβλίον σωζόμενον καί νῦν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ Βουνιοῦ. Μετά τόν Μιχαήλ Παιδαγωγόν ἐδίδαξαν Χριστόδουλος Χ'' Θεοδούλου ἐξ Ὀμόδους, Θεόδωρος Γενᾶς ἐξ Ὀμόδους, Γεώργιος Ἀργυρίδης ἐκ Βάσης, Σοφοκλῆς Λευκωσιάτης ἐκ Λευκωσίας, Χ'' Νικόλαος Καζαφᾶς ἐκ Κωνσταντινουπόλεως. Πάντες οἱ ἀνωτέρω ἐδίδασκον εἰς ἰδιωτικάς οἰκίας, αἳτινες ἐνοικιάζοντο καί ἐχρησίμευον ὡς σχολεῖα».

 

Το χωριό διατηρεί, ως ένα πολύ μεγάλο βαθμό, στοιχεία της ορεινής λαϊκής αρχιτεκτονικής. Τα διώροφα (συνήθως) σπίτια, κτισμένα με πέτρες της περιοχής ασπριδερού χρώματος και με μικρά ανοίγματα, δίνουν την εντύπωση μικρών «κάστρων». Οι στέγες είναι κεραμιδένιες σήμερα, οι περισσότερες. Τα στοιχεία αυτά δίνουν μια γραφικότητα και μια ιδιαιτερότητα που αξίζει να διατηρηθεί.

 

Σύμφωνα προς τοπική παράδοση, στα παλιά χρόνια υπήρχαν στην περιοχή του σημερινού χωριού τέσσερις συνολικά οικισμοί, όλοι κτισμένοι σε χαμηλά βουνά. Οι τρεις απ' αυτούς, το Πέρα Βουνίν, η Βελόνακα και ο Άης Μάμας, ερημώθηκαν από θανατικό. Το Βουνί όμως τελικά προστατεύθηκε από το θανατικό από τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, στον οποίο είναι αφιερωμένη και η κύρια εκκλησία του χωριού. Η παράδοση αυτή ίσως έχει τις καταβολές της στα Μεσαιωνικά χρόνια, οπότε χιλιάδες πέθαιναν από τρομακτικές επιδημίες.

 

Τοπων: Βουνί, ονομασία που σημαίνει χαμηλό βουνό και που δόθηκε στο χωριό εξαιτίας της τοποθεσίας στην οποία είναι κτισμένο.

Φώτο Γκάλερι

Image