Βουνί

Image

Τοποθεσία, που δεσπόζει πάνω στον πιο ψηλό και επιβλητικό λόφο της παραλιακής περιοχής, γύρω στα 7 χμ. δυτικά των Σόλων. Το προνομιούχο αυτό μέρος, από το οποίο η πανοραμική θέα προς τις βόρειες βραχώδεις ακρογιαλιές και τις νότιες πευκόφυτες οροσειρές χαρίζει στον επισκέπτη αφάνταστη απόλαυση φαντασμαγορικού κάλλους, κατατάσσεται αναμφίβολα ανάμεσα στα ωραιότερα κυπριακά τοπία. (Βλέπε τρισδιάστατη απεικόνιση

 

Τα πρώτα αρχαιολογικά κατάλοιπα στο Βουνί, που αποκαλύφθηκαν ερασιτεχνικά από τον Cesnola το 1876, ταυτίστηκαν από τον ίδιο, και αργότερα από τον Oberhummer και από άλλους μεταγενέστερους συγγραφείς, με τον οικιστικό χώρο της μυκηναϊκής πόλης Αίπειας, η οποία, σύμφωνα με τη μυθολογική μαρτυρία που διασώθηκε από τον Πλούταρχο στο έργο του Σόλων, κτίστηκε από τον Δημοφώντα, το γιο του Θησέως. Οι μεθοδικές, όμως, ανασκαφικές έρευνες και η εξονυχιστική αρχαιολογική επισκόπηση στο λόφο και την ευρύτερη περιοχή του Βουνιού, που άρχισαν το 1928 και περατώθηκαν το φθινόπωρο του 1929 από τη σουηδική αρχαιολογική αποστολή, υπό τη διεύθυνση του Einar Gjerstad μαρτυρούν ότι η θεωρία αυτή ήταν ανυπόστατη και ατεκμηρίωτη.

 

Αντί της Αίπειας του Δημοφώντος, στην κορφή του λόφου του Βουνιού αποκαλύφθηκαν τα κατάλοιπα μεγάλου ανακτορικού συμπλέγματος καθώς και ναού της Αθηνάς στη νότια άκρη του λόφου. Από τα γενικά ανασκαφικά συμπεράσματα της σουηδικής αποστολής συμπεραίνεται ότι η κτίση του ανακτόρου του Βουνιού και του γειτονικού ναού της Αθηνάς ανάγονται στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. Το γεγονός αυτό συμπίπτει χρονολογικά με την εξέγερση των κυπριακών πόλεων εναντίον των Περσών το 498 π.Χ., που έγινε με την υποκίνηση του Ονήσιλου, και με την υποδούλωσή τους, που ακολούθησε, εκτός από την πόλη των Σόλων, που υπέκυψε ύστερα από πεντάμηνη πολιορκία. Το όλο ανακτορικό σύμπλεγμα χαρακτηρίζεται από τέσσερις συνολικά αρχιτεκτονικές φάσεις, που εντάσσονται σε δυο περιόδους των Κυπρο- Κλασικών χρόνων. Η πρώτη περίοδος χρονολογείται από τις αρχές μέχρι τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. και η δεύτερη από το 450 περίπου μέχρι το 380 π.Χ. Στην πρώτη του περίοδο το ανάκτορο κτίστηκε κατά τα ανατολικά πρότυπα και στη δεύτερη ανακαινίστηκε και διαρρυθμίστηκε σε μέγαρο κατά τα μυκηναϊκά πρότυπα. (Σχετική περιγραφή του ανακτόρου και του ναού της Αθηνάς βλέπε λήμμα αρχιτεκτονική).

 

Ανάμεσα στα πολυάριθμα κινητά ευρήματα, που προέρχονται από τους χώρους του ανακτόρου της πρώτης περιόδου, περιλαμβάνεται και ο περίφημος βασιλικός θησαυρός του Βουνιού, που εκλάπη από το Κυπριακό Μουσείο λίγα χρόνια μετά την έκθεσή του στο κοινό. Ο ανεκτίμητος αυτός θησαυρός απετελείτο από επίχρυσα και αργυρά βραχιόλια από τα οποία μερικά κατέληγαν σε κεφαλές κριών και άλλα σε κεφαλές φιδιών, από διάφορα αργυρά νομίσματα και από άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Ένα άλλο σημαντικό εύρημα, που ανήκει στα αρχιτεκτονικά μέλη και που επιβεβαιώνει τον ανατολικό αρχιτεκτονικό τύπο του πρώτου ανακτόρου, είναι ένα ασβεστολιθικό επίκρανο κίονος με ανάγλυφη παράσταση της κεφαλής της ανατολικής θεάς Άθωρ. Από τα πολυποίκιλα ευρήματα, που απέδωσαν οι χώροι της δεύτερης περιόδου του ανακτόρου, τα σημαντικότερα είναι η περίτεχνη μικρή χάλκινη αγελάδα, που θεωρείται πιθανό αντίγραφο της αγελάδας του Μύρωνος και το ορειχάλκινο σύμπλεγμα δυο λιονταριών που κατασπαράσσουν ταύρο. Τα δυο αυτά εκλεκτά αντικείμενα κοσμούν σήμερα την αίθουσα μικροτεχνικών έργων του Κυπριακού Μουσείου.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image