Δάλι

Image

Μεγάλο μεικτό χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, που έχει ανακηρυχθεί σε δήμο το 1996. Βρίσκεταο σε υψόμετρο 220 μ., περί τα 20 χμ. νότια της πρωτεύουσας Λευκωσίας, στα αριστερά του παλαιού δρόμου Λευκωσίας- Λεμεσού και επί του δρόμου που ενώνει τη Λευκωσία με τη Λάρνακα, ο οποίος χρησιμοποιείται μετά την τουρκική εισβολή του 1974. Είναι το μεγαλύτερο από μια ομάδα χωριών της περιοχής που περιλαμβάνει την Ποταμιά (μεικτό) στα βορειοανατολικά του Δαλιού, τη Λουρουτζίνα (τουρκοκυπριακό) στα ανατολικά, τα Λύμπια (ελληνοκυπριακό) στα νοτιοανατολικά, την Αλάμπρα και την Αγία Βαρβάρα (ελληνοκυπριακά) στα νότια, το Πέρα Χωριό και τη Νήσου (ελληνοκυπριακό και μεικτό αντιστοίχως) στα δυτικά. Τα χωριά αυτά συνδέονται με το Δάλι με ακτινωτό οδικό δίκτυο. Κυρίαρχο στοιχείο της περιοχής των χωριών αυτών, είναι ο ποταμός Γιαλιάς, από τον οποίο κυρίως εξαρτιόνταν σε μεγάλο βαθμό σε παλαιότερες εποχές.

 

Το Δάλι είναι κτισμένο λίγα μόνο μέτρα στα νότια της κοίτης του ποταμού Γιαλιά. Βορειότερα το τοπίο του χωριού είναι διαμελισμένο από τον Αλυκό, παραπόταμο του Γιαλιά. Το υψόμετρο στην περιοχή του κυμαίνεται μεταξύ 200 και 330 μέτρων.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι αποθέσεις του σχηματισμού Αθαλάσσας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες και άμμοι), οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκωσίας (ασβεστολιθικοί ψαμμίτες, κροκάλες και ψαμμιτικές μάργες), το σύναγμα (αποθέσεις άμμων και χαλικιών της Πλειστόκαινης περιόδου), οι αποθέσεις του σχηματισμού Πάχνας (εναλλασσόμενες στρώσεις κρητίδων, μαργών και ψαμμιτών), οι αποθέσεις του σχηματισμού Λευκάρων (κρητίδες, μάργες και κερατόλιθοι) και οι πρόσφατες αλλουβιακές αποθέσεις της Ολόκαινης γεωλογικής περιόδου. Πάνω στα πετρώματα αυτά αναπτύχθηκαν ερυθρογαίες, ξερορεντζίνες, ασβεστούχα και προσχωσιγενή εδάφη.

 

Το Δάλι δέχεται μια χαμηλή μέση ετήσια βροχόπτωση, που κυμαίνεται περί τα 350 χιλιοστόμετρα.

 

Παρά τη χαμηλή βροχόπτωση, η ανόρυξη διατρήσεων στην περιοχή του  χωριού και η χρησιμοποίηση του νερού του ποταμού Γιαλιά συνέβαλαν στη άρδευση σημαντικής έκτασης γης. Στις αρδευόμενες εκτάσεις καλλιεργούνται κυρίως τα εσπεριδοειδή, τα λαχανικά, οι ελιές, τα νομευτικά φυτά καθώς και λίγες πιστακιές, συκιές και ροδιές, ενώ στις ξηρικές εκτάσεις κυριαρχεί η καλλιέργεια των σιτηρών και των ξηρικών νομευτικών φυτών και ελιών.

 

Το Δάλι συγκαταλέγεται ανάμεσα στα κυριότερα κτηνοτροφικά χωριά της Κύπρου.

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού του Δαλιού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 867 
1891 955 
1901 1109 
1911 1345 
1921 1413 
1931 1486 (1.355 Ελληνοκύπριοι και 131 Τουρκοκύπριοι)
1946 1965 (1.814 Ελληνοκύπριοι και 151 Τουρκοκύπριοι)
1960 2609 (2.403 Ελληνοκύπριοι και 206 Τουρκοκύπριοι)
1973 3056 (2.978 Ελληνοκύπριοι, 74 Τουρκοκύπριοι   και 4 άλλων εθνικοτήτων)
1976 3501 (Ελληνοκύπριοι)
1982 3877 
1992 4757 
2001 5834 

Οι αριθμοί καταδεικνύουν σημαντική σταδιακή αύξηση των κατοίκων.

 

Ο Άγγλος περιηγητής Γουίλιαμ Τέρνερ, που επισκέφτηκε το Δάλι τον Μάρτιο του 1815, το είχε βρει, όπως έγραψε, ένα μικρό χωριό με 100 περίπου σπίτια, κτισμένο σε εύφορη πεδιάδα που παράγει δημητριακά, σταφύλια, από τα οποία παράγουν κόκκινο κρασί που το πουλούν προς 8 παράδες την οκά, φασόλια και βαμβάκι. Οι Τουρκοκύπριοι κάτοικοι του χωριού το εγκατέλειψαν μετά την τουρκική εισβολή του 1974 και μετέβησαν στις κατεχόμενες από τα τουρκικά στρατεύματα περιοχές του νησιού. Στο Δάλι εφαρμόστηκε το 1976 οικιστικό σχέδιο στέγασης Ελληνοκυπρίων προσφύγων.

 

Στην περιοχή του χωριού δημιουργήθηκαν συνοικισμοί αυτοστέγασης εκτοπισμένων.

 

Εκτός από τη γεωργία και τη κτηνοτροφία, ένα μεγάλο μέρος του οικονομικά ενεργού πληθυσμού του Δαλιού εργοδοτείται και σ’ άλλους τομείς απασχολήσεως. Σύμφωνα με την απογραφή επιχειρήσεων, ο βιομηχανικός τομέας έρχεται πρώτος σε εργοδότηση ενώ ο τομέας των υπηρεσιών έρχεται δεύτερος και ακολουθεί ο τομέας του εμπορίου και των εστιατορίων με , ο τομέας των κατασκευών, ο τομέας των μεταφορών και επικοινωνιών, και ο τομέας των ασφαλειών, χρηματοδότησης, εμπορικών και κτηματομεσιτικών υπηρεσιών. Εξάλλου πολλοί άλλοι κάτοικοι του Δαλιού εργοδοτούνται στη Λευκωσία όπου και διακινούνται καθημερινά.

 

Το όνομα του χωριού αποτελεί νεώτερο τύπο του αρχαίου ελληνικού ονόματος Ιδάλιον, ονόματος ενός από τα αρχαία κυπριακά βασίλεια το οποίο, σύμφωνα προς την παράδοση, είχε κτιστεί από τον Χαλκάνορα ή Χαλκήνορα. Κατά πάσαν πιθανότητα το Ιδάλιον κτίστηκε από κατοίκους της Αλασίας -  Έγκωμης μετά την καταστροφή της δικής τους πόλης , περί το 1200 π.Χ., και άνθησε μέχρι και το 400 μ.Χ. περίπου (βλέπε χωριστό λήμμα Ιδάλιον). Όπως αναφέρει και ο Στέφανος Βυζάντιος, το όνομα Ἰδάλιον είναι σύνθετο των λέξεων ἲδον και ἃλιον, που σημαίνουν: είδα τον ήλιο.

 

Το σημερινό Δάλι είναι κτισμένο στη σκιά δυο λόφων, της Αμπελερής (που ονομάζεται έτσι επειδή κάποτε ήταν κατάφυτη από αμπέλια) και της Μούττης τ’ Αρβίλη (του Γαβρίλη - Γαβριήλ). Και οι δυο αυτοί λόφοι, στα νότια και νοτιοανατολικά του σημερινού χωριού, είχαν αποτελέσει το κέντρο της αρχαίας πολιτείας του Ιδαλίου, επειδή πρόσφεραν δυνατότητες για επαρκή αμυντική προστασία αλλά και επειδή δέσποζαν της εύφορης πεδιάδας που την διέτρεχε ο ποταμός Ἰδαλιεύς, ο σημερινός Γιαλιάς. Η αρχαία πολιτεία απλωνόταν, ωστόσο, και κάτω από τους δυο λόφους, στην πεδιάδα, και κάλυπτε και την τοποθεσία του σημερινού χωριού που λέγεται Πετρερά (τα), εξαιτίας της ύπαρξης σ’ αυτήν αρχαίων ερειπίων από πολλές πέτρες. Η τοποθεσία αυτή ονομάζεται και Δαλόχωρα (= πολιτεία του Ιδαλίου).

 

Η αρχαία πολιτεία καταστράφηκε από διάφορες αιτίες (σεισμοί, επιδρομές) και αργότερα κτίστηκε, κάπως βορειότερα στην πεδιάδα και τη δεξιά όχθη του ποταμού Γιαλιά, ο νεώτερος οικισμός, το σημερινό Δάλι. Στα μεσαιωνικά χρόνια το χωριό ήταν γνωστό για τις πλούσιες καλλιέργειές του. Επισκέπτες του νησιού κατά τον Μεσαίωνα, αναφέρουν ότι στο χωριό καλλιεργούνταν δημητριακά, βαμβάκι, αραβόσιτος κ.ά. Κατά την εποχή της Φραγκοκρατίας το Δάλι αποτελούσε φέουδο. Ο Γεώργιος Βουστρώνιος αναφέρει στο Χρονικόν του ότι το χωριό, μαζί με άλλα χωριά, είχε παραχωρηθεί από τη βασίλισσα της Κύπρου Αικατερίνη Κορνάρο στον ευγενή Γεώργιο Κονταρίνι, στα 1474: ...καί τῇ κζ' [27η] Ἰανουαρίου ἐποῖκαν τόν μισέρ Τζόρτζου Κονταρῆν κούντη τέ Τζάφ [κόμητα της Γιάφφας] εἰς τήν Ἀμμόχουστον καί ἐδῶκάν του καί ρένταις τήν Βαβατζινίαν μέ τήν ἀπαρθενάσαν της και τό Δάλην καί τήν Πλατανιστάσαν καί τήν Καλοψίδαν...

 

Κοντά στο Δάλι, εξάλλου, στην περιοχή του σημερινού χωριού Ποταμιά (που κατά το Λεόντιο Μαχαιρά είχε κτιστεί από τον βασιλιά της Κύπρου Πέτρο Β'), υπήρχαν μεγάλα και ωραία βασιλικά κτήματα καθώς και θερινή βασιλική κατοικία. Ο Μαχαιράς δεν αναφέρει το Δάλι, αλλά ομιλεί για κατάληψη  και  καταστροφή της περιοχής, και ιδιαίτερα του παραπλήσιου προς το Δάλι βασιλικού καταλύματος, από τους Σαρακηνούς κατά την εισβολή τους στην Κύπρο στα 1426.

 

Ο ιστορικός Φλώριος Βουστρώνιος (16ος αιώνας) δίνει την ακόλουθη πληροφορία: Ο βασιλιάς της Κύπρου Ιάκωβος Β΄ όταν, μετά την άνοδό του στο θρόνο το 1460, προέβη σε ανακατανομή των φέουδων μεταξύ των ευγενών και αξιωματούχων του, παραχώρησε στον ευγενή Λουδοβίκο Μεριέ τόσο το Δάλι όσο και άλλα χωριά.

 

Από το Δάλι περνούσε, σύμφωνα προς πηγές του 1600, ο καμηλόδρομος που ένωνε τη Λευκωσία με τη Λάρνακα.

 

Ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός παραθέτει στην Ιστορία του (1788), την αρχαία παράδοση για την οικοδόμηση και την ονομασία του Ιδαλίου από το Χαλκάνορα: Ἰδάλιον. Αὐτή ἦτον χώρα παλαιοτάτη, κτισθεῖσα πρίν νά κατοικήσουν οἱ θεοί εἰς τήν Νῆσον ὑπό Χαλκάνωρος βασιλέως αὐτῆς. Συμβουλευόμενος οὗτος τόν χρησμόν, ἐδιωρίσθη νά κτίσῃ χώραν ἐν τῷ  ἃμα, ὁποῦ  ἢθελεν ἰδῇ τόν ἣλιον ἀνατέλλοντα. Ἓνας ἀπό τούς μετ’ αὐτοῦ βλέπων τόν ἣλιον προτήτερα ἀπό ἂλλους εἰς αὐτόν τόν τόπον, εἶπεν ἲδα ἲδα ἣλιον, καί εὐθύς ἐκεῖ ὁ Χαλκάνωρ ἐπρόσταξε καί ἒβαλαν τά θεμέλια, τήν ὁποίαν μετά τήν τελείωσιν ὠνόμασεν Ἰδάλιον. Αὐτή ἦτον μία ἀπό τάς τέσσαρας χώρας, ὁποῦ  ἦτον ἀφιερωμένοι εἰς τήν θεάν Ἀφροδίτην, ὡς λέγουσιν οἱ ποιηταί, καί μάλιστα Βιργίλιος...

 

Επίσης, ο αρχιμανδρίτης Κυπριανός παραθέτει τις πληροφορίες ότι, στην εποχή του, το Δάλι ήταν πλούσιον ἀπό νερά καί περιβόλια, προβάλλει βαμπάκια ἀρκετά, μετάξιν, σιτάρι καί κριθήν καί ἔλαιον...

 

Το 1866, ο Αμερικανός πρόξενος Τσεσνόλα* έκτισε την κατοικία του στο Δάλι. Ο περιβόητος αυτός αρχαιοκάπηλος κατόρθωσε, σε διάστημα τριών χρόνων, να ανασκάψει και να συλήσει 10.000 αρχαίους τάφους και άλλους αρχαιολογικούς χώρους και τα πλούσια κτερίσματά τους φόρτωσε σε τρία πλοία που τα έστειλε στην Ευρώπη και στην Αμερική. Από τον θησαυρό αυτό του Τσεσνόλα πολλά τεμάχια βρίσκονται στα Μουσεία του Λούβρου και της Νέας Υόρκης, καθώς και στο Βρετανικό Μουσείο, μεταξύ δε αυτών και ευρήματα από το Δάλι.

 

Σύμφωνα προς τα υπάρχοντα στοιχεία στα αρχεία της Αρχιεπισκοπής, οι κάτοικοι του Δαλιού υπέβαλαν αίτημα στον αρχιεπίσκοπο, το 1858, ζητώντας τη δημιουργία σχολείου στο χωριό τους. Καθήκοντα δασκάλου στο Δάλι εκτελούσε από το 1859 ή το 1860 ο οικονόμος Χρύσανθος. Σε έκθεσή του προς τον αρχιεπίσκοπο Κύπρου Μακάριο Α', ημερομηνίας 23.1.1860, ο οικονόμος Χρύσανθος τον πληροφορούσε ότι στο Δάλι λειτουργούσε σχολείο με 40 μαθητές, σε κτίριο που ο ίδιος ο Χρύσανθος είχε δωρίσει στην εκκλησία του χωριού, τον Άγιο Ανδρόνικο. Δίδασκε τα γράμματα ο ίδιος ο Χρύσανθος, που έπαιρνε ως αντιμισθία 150 γρόσια από κάθε μαθητή ο οποίος πλήρωνε μετά τη συμπλήρωση της φοίτησής του. Ο οικονόμος Χρύσανθος, που εκτός από ιερωμένος ήταν και ποιητάρης και ζωγράφος, ήταν θείος του εθνικού ποιητή της Κύπρου Βασίλη Μιχαηλίδη*, αδελφός της μητέρας του. Όταν ο Μιχαηλίδης έμεινε από νωρίς ορφανός από μάνα, ο θείος του τον πήρε κοντά του, από το Λευκόνοικο στο Δάλι, όπου και τον δίδαξε τα πρώτα γράμματα.

 

Η κύρια εκκλησία του χωριού είναι αφιερωμένη στον άγιο Ανδρόνικο και κτίστηκε το 1841. Νεότερη είναι η εκκλησία της Παναγίας Ευαγγελιστρίας. Περισσότερο όμως ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι άλλες εκκλησίες του Δαλιού: εκείνη του Αγίου Μάμαντος, πιθανώς λατινικό παρεκκλήσι του 16ου αιώνα που αργότερα χρησιμοποιήθηκε ως παρεκκλήσι του νεκροταφείου του χωριού, ιδίως όμως η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, στ’ ανατολικά του Δαλιού, με κατάλοιπα τοιχογραφιών, που χρονολογείται στο 15ο αιώνα και είναι πανομοιότυπη με άλλη εκκλησία, εκείνη του Αγίου Δημητριανού, που βρίσκεται στα βορειοανατολικά του χωριού, στην τοποθεσία Αγρίδια, δίπλα στο δρόμο προς την Ποταμιά (για τις δυο αυτές εκκλησίες βλέπε χωριστά λήμματα Γεωργίου Αγίου εκκλησίες και Δημητριανού Αγίου εκκλησία).

 

Το Δάλι είναι σήμερα ένα κεφαλοχώρι, μια πλούσια και ανθούσα κωμόπολη. Η εύφορη γη του καλλιεργείται με δημητριακά, πατάτες, φρούτα και λαχανικά, καθώς και με φυτείες εσπεριδοειδών και με ελιές. Πολύ ανεπτυγμένη είναι και η κτηνοτροφία και πτηνοτροφία στο χωριό. Υφίσταται ακόμη στο Δάλι βιομηχανική ζώνη με αρκετές ελαφρές βιομηχανικές μονάδες αλλαντικών, ζυθοποιίας, εμφιάλωσης μεταλλικού νερού, ραπτικής, ξυλουργείων και επίπλων, τούβλων και κεραμικών, τσιμεντόλιθων και τσιμεντοσωλήνων, χρυσοχοΐας και αργυροχοΐας, παστερίωσης και εμφιάλωσης γάλακτος κ.ά. Επίσης, πολλοί κάτοικοι του χωριού πηγαινοέρχονται καθημερινά στην κοντινή Λευκωσία, για εργασία στην πρωτεύουσα.

 

Στο Δάλι υπάρχουν πέντε κυβερνητικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Το Α΄ Δημοτικό Σχολείο Ιδαλίου (πρωτολειτούργησε το 1858), το Β΄ Δημοτικό Σχολείο Ιδαλίου (λειτούργησε το 1962), το Α΄ Περιφερειακό Γυμνάσιο Λευκωσίας (λειτούργησε το 1979), το Λύκειο Ιδαλίου (λειτούργησε κανονικά τη σχολική περίοδο 2003-04) και το κρατικό νηπιαγωγείο (καθώς και ιδιωτικά). Γνωστά είναι τα εστιατόρια και κέντρα αναψυχής του χωριού, τα οποία επισκέπτονται θαμώνες και από την γύρω περιοχή και από τη Λευκωσία. Υφίστανται στο χωριό σωματεία και αθλητικοί σύλλογοι, έχουν δε ανεγερθεί πολλές σύγχρονες κατοικίες που συνυπάρχουν με τις παλαιές και παραδοσιακές.

 

Το Δάλι διδυμοποιήθηκε το 1978 με τη γαλλική κωμόπολη Κομ Λα Βιλ. Αναμνηστική στήλη έχει στηθεί στην είσοδο του Δαλιού.

 

Ο νεοσύστατος Δήμος Ιδαλίου που συνεστήθη το 1996, περιλήφθηκε στον κατάλογο των δημοτικών εκλογώς της 15ης Δεκεμβρίου 1996. 

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image