Δημήτρης βοσκός

Θύμα της τουρκικής θηριωδίας και των εκτεταμένων σφαγών που έγιναν στην Κύπρο από τους Τούρκους τον Ιούλιο του 1821. Ο κυβερνήτης της Κύπρου Κουτσιούκ Μεχμέτ, προκειμένου να παρουσιάσει «αποδείξεις» σε βάρος του αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού και άλλων ηγετών των Ελλήνων Κυπρίων, ώστε να δικαιολογείται η εκτέλεσή τους, επικαλέστηκε τη «μαρτυρία» κάποιου Δημήτρη, βοσκού από το χωριό Μαλούντα της επαρχίας Λευκωσίας, ή τον Άγιο Ιωάννη Μαλούντας.

 

Ο Δημήτρης, αφού συνελήφθη, μεταφέρθηκε στη Λευκωσία όπου ομολόγησε, ύστερα από απειλές, ότι ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός είχε στείλει στα χωριά επιστολές με τις οποίες καλούσε τους Χριστιανούς να εξεγερθούν, ακολουθώντας την ελληνική επανάσταση. Ακόμη, ότι ο αρχιεπίσκοπος παρότρυνε με τις επιστολές του τους Έλληνες της Κύπρου να είναι έτοιμοι να σφάξουν τους Τούρκους του νησιού μόλις θα δινόταν το σύνθημα από τη Λευκωσία.

 

Η «μαρτυρία» του βοσκού Δημήτρη θεωρήθηκε αρκετή ώστε στις 9 Ιουλίου του 1821 να εκτελεστούν από τις τουρκικές αρχές ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός, οι λοιποί ιεράρχες, και άλλοι. Το όργιο των σφαγών επεκτάθηκε και στα άλλα μέρη της Κύπρου, όπου κατά τις επόμενες μέρες εκτελέστηκαν πολλοί Έλληνες Κύπριοι, προύχοντες, ιερωμένοι και παράγοντες του τόπου. Μεταξύ των πολλών που εκτελέστηκαν, ήταν και ο Δημήτρης ο βοσκός, ο οποίος καρατομήθηκε στη Λευκωσία στις 9 Ιουλίου.

 

Το ρόλο του Δημήτρη στην τραγωδία αυτή σκιαγραφεί και ο εθνικός ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης στο ποίημά του Τό τραούδιν τοῦ Κυπριανοῦ ή Ἡ 9η Ἰουλίου 1821 ἐν Λευκωσίᾳ (Κύπρου).