Δημοψήφισμα

Image

Σύμφωνα προς το δημόσιο δίκαιο, δημοψήφισμα είναι η λήψη, από ολόκληρο το εκλογικό σώμα μιας χώρας ή μιας περιοχής, τελικής αποφάσεως πάνω σε συνταγματικά, νομοθετικά ή άλλα θέματα εσωτερικής ή εξωτερικής πολιτικής. Στην Ευρώπη η έννοια  του όρου αποδίδεται με τη λατινική λέξη referendum (= αυτό που πρέπει να ανακοινωθεί). Οι όροι και οι διαδικασίες διεξαγωγής του δημοψηφίσματος ρυθμίζονται από το Σύνταγμα και τη νομοθεσία της κάθε χώρας.

 

Στην Κύπρο από το 1960, οπότε συνεστήθη η ανεξάρτητη Κυπριακή Δημοκρατία, έγινε μόνο ένα δημοψήφισμα το έτος 2004, οπότε ετέθη ενώπιον του λαού το Σχέδιο Ανάν για λύση του Κυπριακού ζητήματος. Πιο πριν, ιδίως από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και εξής, εγίνετο λόγος από διάφορες πολιτικές παρατάξεις για διεξαγωγή δημοψηφίσματος είτε επί προτάσεως λύσης του Κυπριακού είτε επί χειρισμών και τακτικής. Στην κυπριακή ιστορία, ωστόσο, παρέμειναν γνωστά δύο δημοψηφίσματα που έγιναν ανεπίσημα, με πρωτοβουλία της Εκκλησίας, κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας.

           

Κατά την περίοδο αυτή αρκετές φορές εξεδόθησαν ή και υπεγράφησαν από οργανωμένα σύνολα σχετικά ψηφίσματα που ζητούσαν την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, όμως σε ευρεία κλίμακα, υπό τη μορφή δημοψηφίσματος, έγιναν δύο εκδηλώσεις, η μία το 1921 και η δεύτερη, και γνωστότερη, το 1950.

 

Το ενωτικό δημοψήφισμα του 1921: Δεν επρόκειτο για ενέργεια στην οποία μετείχε καθολικά ο λαός δια ψηφοφορίας αλλά για εκδήλωση που οργανώθηκε και πραγματοποιήθηκε στις 25 Μαρτίου 1921, στο πλαίσιο των γιορτασμών για την εκατονταετηρίδα από την έναρξη της Ελληνικής επανάστασης του 1821 και, βεβαίως, στο πλαίσιο του κλιμακούμενου αγώνα των Ελλήνων Κυπρίων για ένωση με την Ελλάδα.

           

Εκείνο που έγινε ήταν η υπογραφή ενός τυποποιημένου και πανομοιότυπου εγγράφου από τις δημοτικές και κοινοτικές αρχές των πόλεων και των χωριών της Κύπρου, που θεωρήθηκε ότι η κάθε τέτοια αρχή εκπροσωπούσε την κοινότητα και εξέφραζε τη θέλησή της. Στην κάθε κοινότητα ή ενορία των πόλεων και των χωριών το σχετικό έγγραφο υπέγραφαν ο δήμαρχος ή ο κοινοτάρχης καθώς και τα μέλη της κάθε κοινοτικής αρχής ή χωριτικής επιτροπής, επίσης ο ιερέας ή οι ιερείς, ο δάσκαλος ή οι δάσκαλοι, καθώς και τα μέλη της κάθε σχολικής επιτροπής. Το έγγραφο ανέφερε ότι οι κάτοικοι του χωριού ή της ενορίας (τάδε), αφού συγκεντρώθηκαν στους ναούς, μετά από δοξολογία, ψήφισαν την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Δήλωσαν επίσης ότι ουδεμία παροχή, υπόσχεση ή δύναμη  μπορούσε να αλλάξει τη θέλησή τους για ένωση και επικαλούντο «την μητρικήν αντίληψιν της Ελλάδος και την υποστήριξιν του φιλελευθέρου αγγλικού λαού». Τέλος, ανέθεταν στον αρχιεπίσκοπο και στους Ελληνοκύπριους βουλευτές να διαβίβαζαν το ψήφισμα στις κυβερνήσεις Αγγλίας και Ελλάδας.

           

Το κάθε έγγραφο ήταν τυπωμένο, επ’ αυτού δε προσετίθεντο μόνο το όνομα της κοινότητας ή της ενορίας και οι υπογραφές των τοπικών παραγόντων. Υπεγράφετο δε εις τριπλούν. Το ένα αντίγραφο θα παρέμενε στην Κύπρο και τα άλλα δύο θα εστέλνοντο στις κυβερνήσεις Αγγλίας και Ελλάδας.

           

Όλα τα υπογεγραμμένα έγγραφα των κοινοτήτων και ενοριών, περίπου 500, εξεδόθησαν σε τόμο («Ενωτικόν Δημοψήφισμα 1921», Εκδόσεις Επιφανίου, Λευκωσία, 2003).

 

Το ενωτικό δημοψήφισμα του 1950: Το δημοψήφισμα αυτό, συνέχεια και σημαντικός σταθμός στην όλη πορεία του αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου για ένωση του νησιού με την Ελλάδα, διεξήχθη υπό την ευθύνη της εθναρχούσας Εκκλησίας τον Ιανουαρίο του 1950. Το δημοψήφισμα που στην ουσία ήταν συλλογή υπογραφών πραγματοποιήθηκε σε δύο συνεχόμενες Κυριακές, στις 15 και 22 Ιανουαρίου 1950. Η συλλογή των υπογραφών έγινε έξω από τις εκκλησίες και άρχισε στις 15 Ιανουαρίου μετά την κυριακάτικη δοξολογία.

Εμπνευστής της ιδέας για τη διενέργειά του ήταν ο τότε μητροπολίτης Κιτίου και λίγο αργότερα αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ'. Την εισήγησή του, που ομόφωνα είχε υιοθετηθεί, ανακοίνωσε η εθναρχία την 1 Δεκεμβρίου 1949, και με εθναρχική εγκύκλιο στις 8 Δεκεμβρίου 1949, την οποία υπέγραφαν ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β', οι μητροπολίτες Πάφου Κλεόπας, Κιτίου Μακάριος και Κυρηνείας Κυπριανός, και ο χωρεπίσκοπος Σαλαμίνος Γεννάδιος.

 

Παράλληλα το ΑΚΕΛ, που από τον Ιανουάριο του 1949 είχε αλλάξει τη γραμμή για αυτοκυβέρνηση και ακολουθούσε τη γραμμή της αυτοδιαθέσεως - ενώσεως, οργάνωσε τον Δεκέμβριο του 1949 συγκεντρώσεις σε ολόκληρη την Κύπρο προς διαδήλωση και υπογραφή ψηφισμάτων υπέρ της ενώσεως. Μετά την εξαγγελία του δημοψηφίσματος από την εθναρχία, το ΑΚΕΛ ανακάλεσε τις δικές του εκδηλώσεις και υποστήριξε το δημοψήφισμα.

 

Στις 12 Δεκεμβρίου 1949 ο αρχιεπίσκοπος έστειλε επιστολή στον Άγγλο κυβερνήτη σερ Άντριου Ράιτ, ζητώντας να αναλάβει τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος η αποικιακή κυβέρνηση. Ο κυβερνήτης, με επιστολή του ημερομηνίας 17 Δεκεμβρίου 949, απέρριψε την πρόταση. Η εθναρχία ανέλαβε έτσι τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος, που είχε οριστεί για την εβδομάδα από 15 μέχρι 22 Ιανουαρίου του 1950. Προς υποστήριξή του έγιναν σημαιοστολισμοί, οργανώθηκαν συγκεντρώσεις λαού και ανεπτύχθη η σημασία του από πολλούς ομιλητές. Οργανώσεις, βουλευτές και σύνδεσμοι, καθώς και προσωπικότητες από την Ελλάδα, τηλεγραφούσαν τη συμπαράστασή τους. Γενικά επεκράτησε σ' ολόκληρη την Κύπρο ενθουσιώδης ατμόσφαιρα προ, κατά και μετά το δημοψήφισμα.

 

Το δημοψήφισμα διεξήχθη με φανερή γραπτή ψηφοφορία του λαού σε όλες τις εκκλησίες των πόλεων και των χωριών της Κύπρου, σ' αυτό δε πήραν μέρος άντρες και γυναίκες που είχαν δικαίωμα ψήφου. Την Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 1950, ημέρα έναρξης του δημοψηφίσματος, αναπέμφθηκε σ' όλες τις εκκλησίες μετά τη λειτουργία ειδική δέηση, και στη συνέχεια άρχισε η ψηφοφορία. Δυο διαφορετικά έγγραφα υπήρχαν στη μέση των εκκλησιών. Το πρώτο ανέφερε: Ἀξιοῦμεν τήν ἓνωσιν τῆς Κύπρου μέ τήν Ἑλλάδα. Το δεύτερο έγραφε: Ἐνιστάμεθα εἰς τήν ἓνωσιν τῆς Κύπρου μέ τήν Ἑλλάδα. Το κοινό μπορούσε να υπογράψει το ένα από τα δυο έγγραφα. Στη Λευκωσία, πρώτος υπέγραψε υπέρ της ενώσεως ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος Β', στη Λάρνακα ο μητροπολίτης Μακάριος, στην Κερύνεια ο μητροπολίτης Κυπριανός και στην Πάφο ο μητροπολίτης Κλεόπας. Ο λαός, άντρες και γυναίκες, ακόμη και υπερήλικοι, προσερχόταν και υπέγραφε υπέρ της ενώσεως. Υπολογίζεται ότι το 90% περίπου του λαού προσήλθε και υπέγραψε την πρώτη μέρα του δημοψηφίσματος, που διεκόπη στις 13.00 και επαναλήφθηκε μετά διακοπή μιας ώρας. Έλληνες Κύπριοι που βρίσκονταν στο εξωτερικό, έστειλαν τηλεγραφήματα ζητώντας να προστεθεί το όνομά τους στο υπέρ της ενώσεως έγγραφο. Η αποικιακή κυβέρνηση κατέβαλε προσπάθειες ν' αποθαρρύνει το λαό από του να ψηφίσει και ρητά απαγόρευσε στους δημοσίους υπαλλήλους να πάρουν μέρος στην ψηφοφορία, χωρίς όμως ικανά αποτελέσματα. Το ενωτικό δημοψήφισμα πέτυχε τους στόχους του που ήταν η απόδειξη της θέλησης των Ελλήνων της Κύπρου για ένωση του νησιού τους με την Ελλάδα και η προβολή διεθνώς του ενωτικού τους αιτήματος.

 

Το εντυπωσιακό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ανακοίνωσε η εθναρχία με εγκύκλιό της στις 27 Ιανουαρίου 1950. Σύμφωνα προς την επίσημη ανακοίνωση, από τους 224.747 Έλληνες Κυπρίους που είχαν δικαίωμα ψήφου,  υπέρ ψήφισαν οι 215.108 δηλαδή ποσοστό 95.71%. Εναντίον ψήφισαν 9.369, ποσοστό που αντιστοιχούσε στο 4.29%.  Οι Αρμένιοι, καθώς και μερικοί Τουρκοκύπριοι, ψήφισαν υπέρ.

 

Τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος, με όλες τις υπογραφές σε τρία αντίγραφα, δέθηκαν σε τρεις σειρές από 18 τόμους η κάθε μια, που αποφασίστηκε να δοθούν στην ελληνική κυβέρνηση, στην αγγλική και στον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Προς το σκοπό αυτό σχηματίστηκε πρεσβεία από τους μητροπολίτη Κυρηνείας Κυπριανό, Νικόλαο Λανίτη, Σάββα Λοϊζίδη και Ζήνωνα Ρωσσίδη. Στην Αθήνα, η κυβέρνηση αρνήθηκε να παραλάβει τους τόμους, μη θέλοντας να δυσαρεστήσει την Αγγλία από την οποία σε πολύ μεγάλο βαθμό εξαρτάτο, και αυτοί παρελήφθησαν από τον πρόεδρο της Βουλής Δημήτριο Γόντικα. Η αγγλική κυβέρνηση αρνήθηκε οποιαδήποτε επαφή με την πρεσβεία, ενώ στη Νέα Υόρκη οι τόμοι παρεδόθησαν στη γραμματεία του ΟΗΕ.

 

Ο Βρετανός κυβερνήτης Ράιτ δεν δέχεται καν το δημοψήφισμα και στις 22 Φεβρουαρίου 1950 απαντά πως το θέμα της Κύπρου είναι κλειστό για τη Μεγάλη Βρετανία. Την ίδια απάντηση έδωσε και το Λονδίνο. Η βρετανική κυβέρνηση είπε, πως η Αγγλία δε θα αναγνωρίσει τα αποτελέσματα αυτά, γιατί «το δημοψήφισμα εστερείτο επισημότητας».

 

Παρ’ όλα αυτά, το Μάιο του 1950, η Εθναρχία καταρτίζει επιτροπή από το μητροπολίτη Κυρηνείας Κυπριανό, το Σάββα Λοϊζίδη και το Νικόλαο Λανίτη, η οποία επισκέπτεται την Αθήνα και καταθέτει τον ένα τόμο του δημοψηφίσματος στην ελληνική εθνική αντιπροσωπεία. Τον άλλο τόμο τον πήγε στο Λονδίνο. Η αγγλική κυβέρνηση αρνήθηκε να τον παραλάβει και ούτε καν δέχτηκε την επιτροπή. Ο τόμος κατατέθηκε στην ελληνική εκκλησία του Λονδίνου. Ο τρίτος τόμος παραδόθηκε στον Ο.Η.Ε. στις 26 Σεπτεμβρίου 1950.

 

Όταν η κυπριακή αποστολή, πηγαίνοντας για τη Νέα Υόρκη, πέρασε από την Αθήνα, η ελληνική κυβέρνηση εξέφρασε στους Κύπριους αντιπροσώπους την ελπίδα πως η Αγγλία θα συμπαραστεκόταν «ευμενώς». Υπογράμμισε, όμως, στην αποστολή, πως ήταν προτιμότερο το θέμα αυτό να ανακινιόταν σε άλλο, ευθετότερο χρόνο και μέσα σε ένα πλαίσιο, που να διέπεται και να καθορίζεται από το πνεύμα της παραδοσιακής φιλίας με τη Μεγάλη  Βρετανία. Την ίδια πολιτική καταφανούς υποτέλειας ακολούθησαν, όπως θα δούμε και οι άλλες ελληνικές κυβερνήσεις και κατεξοχήν η κυβέρνηση Παπάγου το 1954.

 Ύστερα από την άρνηση της Αγγλίας να δεχτεί το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, οι Κύπριοι αποφασίζουν να καταφύγουν στα Ηνωμένα Έθνη.

 

Η πρώτη μετά την ανεξαρτησία επέτειος του ενωτικού δημοψηφίσματος συνοδεύτηκε από σοβαρά επεισόδια. Στις 15 Ιανουαρίου 1961, ο Παγκύπριος Σύνδεσμος Αγωνιστών οργάνωσε εκδήλωση στη Λευκωσία, για να τιμήσει το ενωτικό δημοψήφισμα του 1950. Σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση που εκδόθηκε την ίδια μέρα, η αστυνομία ανακοίνωσε ότι μετά από πληροφορίες που είχε, προχώρησε σε έρευνα στο οίκημα του Παγκύπριου Συνδέσμου Αγωνιστών. Κατασχέθηκαν, σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση, πανό με συνθήματα. Οι οργανωτές όμως ετοίμασαν άλλα πανό και πραγματοποίησαν πορεία σε κεντρικούς δρόμους της Λευκωσίας. Στην Πλατεία Μεταξά (τώρα Ελευθερίας) δέχτηκαν επίθεση από νεαρά άτομα, τα οποία έσκισαν τα πανό και κτύπησαν τους διαδηλωτές. Από την πλευρά του Συνδέσμου κατηγορήθηκε η αστυνομία ότι απέτυχε να επέμβει έγκαιρα  και ισχυρίστηκε ότι οι νεαροι ήταν καθοδηγούμενοι. Επίσης, κατάγγειλε ότι ομάδες αστυνομικών ανέκοψαν αυτοκίνητα και υπέβαλλαν στους επιβάτες σε χρονοβόρες έρευνες για να ματαιώσουν την έγκαιρη άφιξη τους στην εκδήλωση.

 

Το δημοψήφισμα του 2004: Είναι το πρώτο επίσημο δημοψήφισμα που έγινε στην Κύπρο, στις 24 Απριλίου 2004, προκειμένου να εγκριθεί ή όχι από το λαό το προτεινόμενο από τα Ηνωμένα Έθνη σχέδιο λύσης του Κυπριακού. Το σχέδιο αυτό, το πλέον λεπτομερές και ολοκληρωμένο από όσα κατά καιρούς είχαν προταθεί, παρέμεινε γνωστό ως «Σχέδιο Ανάν», από το όνομα του τότε γενικού γραμματέα του ΟΗΕ. Τόσο οι Ελληνοκύπριοι όσο και οι Τουρκοκύπριοι ψήφισαν ταυτόχρονα αλλά χωριστά, επί της ίδιας πρότασης, με ένα «ναι» ή ένα «όχι». Οι μεν Ελληνοκύπριοι απέρριψαν το προτεινόμενο σχέδιο με ποσοστό 75,8%, οι δε Τουρκοκύπριοι το ενέκριναν με ποσοστό 64,9%.

 

Δες σχετικά στο λήμμα Ανάν Σχέδιο.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image