Διάκονος Κωνσταντίνος

Κύπριος ποιητής του δεύτερου μισού του 17ου αι. Είναι γνωστός μόνο από το μοναδικό έργο του που σώθηκε, την Ἱστορία τοῦ Μακαρίτου Μάρκο [= Μαρκουλ(λ)ή, δραγομάνου, 1669 - 1673 και 1674-1675/6]. Το έργο αυτό τιτλοφορείται από τον ίδιο Ποίημα Κωνσταντίνου [Δια]κόνου, υἱοῦ γνησίου Νικολάου ἱερέως ἐκ κώμης Πισκο[πῆς], ίσως όμως και Πισκοπειοῦ ˙ η τελευταία λέξη είναι δυσανάγνωστη στο μοναδικό χειρόγραφο που σώθηκε στη μητρόπολη Κιτίου, τον κώδικα 63. Μαζί με την ιστορία του Mαρκουλ(λ)ή* , ο Κωνσταντίνος Διάκονος αφηγείται κι εκείνην του αντιπάλου του δραγομάνου Γεωργή* και δίνει πολύτιμες πληροφορίες για την κοινωνική, οικονομική, πολιτική, εθνολογική και εκκλησιαστική ιστορία της Κύπρου, που ο ίδιος την έζησε έντονα, αφού επρόσκειτο στην Εκκλησία και προφανώς υπήρξε και αυτός θύμα της φορολογικής εκμετάλλευσης του σκληρού δραγομάνου Μαρκουλ(λ)ή (στίχ. 333, έκδ. Θ. Παπαδοπούλλου - Μεν. Ν. Χριστοδούλου στις Κυπρ. Σπουδ., ΜΕ ', 1981, σσ. 55-141).

 

Ο Κωνσταντίνος Διάκονος αυτοβιογραφείται βραχυλογικά αλλά με αποκαλυπτική ειλικρίνεια και κοινωνικό βάθος στην αρχή του ποιήματός του, όπου λέγει: Συνήθεια ἦτον ἐξ ἀρχῆς σιμά εἰς τούς γραφιάδες/ ὃσοι ἒτυχαν ἀληθεῖς δασκαλοποιγητᾶδες/ νά γράφουσιν τά γίνουνται, τοῦ κόσμου ἱστορίες,/ ὃσα ὁ  ἂνθρωπος τελεῖ, πολλές ἀνωμαλίες / ὁ Κύριος τούς ὣρισεν ἒτζι νά διηγοῦνται/ ἐνώπιον εἰς βασιλεῖς καί νά μήν τους φοβοῦνται/ ὃ, τι’ καμεν ὁ πασανείς ὃλα νά τ' ἀγροικοῦσιν / ἂκουσον εἰς μαρτύριον ἐκ τοῦ Δαβίδ τοῦ θείου,/ τῶν λέγει εἰς τόν Ἂμωμον ἒνδον τοῦ ψαλτηρίου,/ ἐλάλουν εἰς μαρτύριον καθώς οἱ θεῖοι νόμοι, /εἰς βασιλέων ἒμπροσθεν, ἐγώ οὐκσχυνόμην. / Νόμου λοιπόν κεφάλαιον ἒναι νά ἠμποροῦμεν/ 'ς τόν κόσμον ὃ,τι γένουνται ὃλα νά τά λαλοῦμεν. Με πρότυπο δαβιδικό, ο Κωνσταντίνος Διάκονος αναλαμβάνει να διηγηθεί ελεύθερα,   κριτικά και χωρίς περιορισμούς τα γύρω   του συμβαίνοντα, προφανώς όπως όλοι   οι δασκαλοποιητές του τόπου του. Με τον όρο αυτό νοούνται οι ημιλόγιοι με   κρατική συνήθως, μάλλον περιορισμένη, μόρφωση ποιητές του νησιού — κι άλλων τόπων ελληνικών και μη— που   συνυφαίνουν την κάποια παιδεία τους με   τη λαϊκή ποιητική και πνευματική γενικά   παράδοση σε νέα ενότητα. Πρόκειται για μια κατηγορία σχετικώς εξελιγμένων ποιητάρηδων που γράφουν σε γλώσσα μεικτή ημιλόγια, με πολλές εκκλησιαστικές επιδράσεις, δομή και ρίζες, αλλά και με λαϊκά διαλεκτικά στοιχεία της Κύπρου. Ενώ ακροατήριό του έχει τους βασιλεῖς (εδώ προφανώς τους άρχοντες του νησιού, δηλαδή την ηγετική ομάδα των λατινιζόντων τότε προκρίτων και ιεραρχών από τους οποίους προερχόταν και ο Μαρκουλ(λ)ής, κύριος ήρωάς του), δεν φοβάται να τους αντιμετωπίσει κριτικά, συχνά τους ψέγει σκληρά προεκτείνοντας τα βέλη του κατά διαφόρων Χριστιανών εἰς διαφόρους τόπους [εκτός Κύπρου], [που] ἐχάλασαν κι ἐξήλειψαν καί κόσμον καί ἀνθρώπους/ ὡσάν αὐτόν τόν Μαρκουλλῆν..... του οποίου αφηγείται τές λησταρχίες (στίχ. 15 - 17 κ.ε., 26 κ.ε.). Η σφοδρή επίκριση των απάνθρωπων μεθόδων του Μαρκουλ(λ)ή και της ομάδας του— εξελληνισμένων Φράγκων, αγάδων, προφανώς και «εξισλαμισμένων» φαινομενικά Φράγκων που εμφανίζονται ως Τούρκοι — καλύπτει και τους χχύλλους τούς Πισκόπους, ένεκα των οποίων οι Τοῦρκοι ἐξήλειψαν τῆς Κύπρου μας τούς τόπους, διότι ἐκεῖνοι ἐσηκώσασιν τῆς Κύπρου παχιαλλίκιν / αὐτοί πισκόποι δεν εἶναι, μόνον καθάργιοι λύκοι (στ. 481 - 484). Αν και απευθύνεται σε αρχοντικό ακροατήριο, όπως   και ο ποιητής του Ακριτικού Έπους, ωστόσο ο Κωνσταντίνος Διάκονος εκφράζει τη διαμαρτυρία των λαϊκών τάξεων της κοινωνίας, από τις οποίες κι ο ίδιος προέρχεται.