Δούκας

Από το παλαιότερο δουξ. Πολιτικοστρατιωτικός διοικητής επαρχίας ή θέματος κατά την Βυζαντινή περίοδο, κατά ένα βαθμό ανώτερος από τον κατεπάνω, προς τον οποίο όμως κάποτε συγχέεται ή με τον οποίο εναλλάσσεται ανάλογα με τη στρατηγική σπουδαιότητα που αποδίδεται σε μια επαρχία. Αυτό φαίνεται προπάντων στις βαλκανικές επαρχίες και στην Ιταλία, όπου ο δούκας είναι και πολιτικός διοικητής και ο διοικητής του στρατού και του, εκεί προπάντων, κύριου στρατηγικού όπλου της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, του στόλου.

 

Στην Κύπρο η εναλλαγή αυτή εμφανίζεται από τον 11ο αι., οπότε ο κατεπάνω (ή /και ο αντίστοιχος και ισοδύναμός του δούκας) είναι απόλυτος άρχοντας του νησιού ως άμεσος αντιπρόσωπος του αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως, δεύτερος απόλυτος κυρίαρχος κατά τον Βίο του αγίου Lietbert, επισκόπου του Cambrai (μέσα του 11ου αι.).

 

Η οικογένεια Δούκα πήρε το επώνυμο λόγω της σταθερής κατοχής του αξιώματος του δούκα από μέλη της. Μερικοί από τους δούκες της Κύπρου είναι γνωστοί από σφραγίδες, άλλοι από αφηγηματικές και άλλες πηγές. Γνωρίζουμε τον κουροπαλάτη και δούκα της Κύπρου Ελπίδιο Βραχάμιο χωρίς ακριβή χρονολογία (πιθανώς του 10ου αι. ή του τέλους 9ου αι.), τον «δούκα» Ραψομάτη (1092), τον καίσαρα Ιωάννη Δούκα (το Δούκας εδώ οικογενειακό), γαμβρό του Αλεξίου Κομνηνού (1081 - 1118), που ως μέγας δουξ (= ναύαρχος) κατέστειλε την εξέγερση του Ραψομάτη, τον Συναδηνό, που προτού γίνει δούκας της Κύπρου είχε διατελέσει δούκας της Επιδάμνου και της Ναϊσσού, και μετά την Κύπρο έγινε δούκας της Τραπεζούντος, τον Αλέξιο Δούκα, δούκα της Κύπρου στα 1161 και τον Ισαάκιο Κομνηνό Δούκα, τελευταίο Βυζαντινό διοικητή και σφετεριστή της Κύπρου. (Για τους δούκες αυτούς, βλ. σχετικά αυτοτελή λήμματα).

 

Χαρακτηριστικό του πόσο ο όρος δουξ - δούκας εχρησιμοποιείτο για να δηλώσει τον πολιτικοστρατιωτικό διοικητή της Κύπρου είναι το γεγονός ότι μεταγενέστερες κυρίως πηγές (αρχιμανδρίτης Κυπριανός, Στέφανος Λουζινιανός κ.α.) ονομάζουν όλους τους Βυζαντινούς διοικητές του νησιού συλλήβδην δούκες, θεωρώντας ως πρώτο δούκα της Κύπρου τον Καλόκαιρο*.

 

Ειδικά για τον Ραψομάτη οι πηγές, και δη η Άννα Κομνηνή, δεν χρησιμοποιούν τον όρο δουξ, αλλά η περιγραφή των αρμοδιοτήτων του από αυτήν αντιστοιχεί προς εκείνες του δούκα ˙ γι’ αυτό και η μεταγενέστερη ιστορική παράδοση τον φέρει σταθερά ως δούκα της Κύπρου. Το ίδιο λέγεται και για τον Μανουήλ Βουτουμίτη από την ίδια παράδοση (π.χ. την περιγραφή της μονής Κύκκου κλπ.), χωρίς να υπάρχει τεκμήριο γι' αυτό.