Βαλδασερίδης Παύλος

"Προμηθέας" (απόσπασμα)

Image

ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

 

Πανύψηλος, μέ τούς φαρδιούς, τούς ἀντρειωμένους ὣμους,

Με τό βαρύ τό ρόπαλο στό χέρι τό βαρύ,

ὁ γυιός τοῦ Διός, πού σκέφτηκε τή ζωή του να χαρ

παστρεύοντας ἀπ’ τά θεριά, βουνό, λαγκάδια, δρόμους

 

μιά νύκτα πού ἢτανε γιορτή στῶν οὐρανῶν τά πλάτια

κι' ἒβρεχε ἀστέρια κι' ἂνοιγε κι' ὁ αἰθέρας μυστικά,

σαν ἂκουσε φωνή ἀπ' ἐδῶ, προς τά ὓψη τοῦ Καυκάσου

πρόβαιvε, μέ τόν Ἑρμῆ βοηθό στά μονοπάτια.

 

Τόσο μεγάλος ὁ Ἡρακλῆς, πού χαιρετ' ὁ  ὁδηγός του,

σά φθάνουν, κουβεντιάζοντας, στά μέρη τ' ἀνοικτά,

τήν κίνηση, βασιλική, τοῦ  ἡμιθέου νά κυττᾶ,

πού ἀνώτερη, βασιλικώτερη, δέν ἒχει ἀτός του.

 

Καί σάν πηγαίνουνε, μιλοῦν γιά τῆς νυκτός τά κάλλη,

γιά ἓνα πυρρό λιοντάρι, ὁ πόθος πού εἶναι ὁ δυνατός

τοῦ σκήπτρου, γιά ἓνα σταῦλο πού εἶν' ὁ ρύπος ὁ  ἡθικός,

γιά σέ ποινή, πού γένηκες βραβεῖο τιμῆς, Ὀμφάλη!

 

Μέ τήν κουβέντα, στό σκληρό τό κορφοβοῦνι ἐφτάσαν

καί τοῦ Τιτάνα πιά ἒπρεπε ν' ἀκούσουν τήν κραυγή.

Μιά θεία γαλήνη ἀπλώνονταν σέ μιά μακάρια γ

κι' ἂλλος ἀχός ἒξω ἀπ' αὐτόν, τῆς Ἡώς πού οἱ πέπλοι ἐκάναν,

 

σάν πέταξε ἡ ροδόνυχη τό φῶς στούς θεούς νά φέρῃ,

δέ θρόϊσε στή βαθειά σιωπή. Και νά π' ὁ  Ἑρμῆς

ἀνέμελα καθίζει στήν κορφή. Τότ' ὁ  Ἡρακλής

τόν προσπερνᾶ και πάει νά ἰδῆ τοῦ βράχου τ' ἂλλα μέρη.

 

Σκύβει στην πίσωθε μεριά, ξανοίγει χάος μεγάλο,

βλέπει, μακρυά, τόν  Ὠκεανό, πού τόν χαίδεύ ' ἡ Αὐγή

μά ὃπως, πρωτήτερα, τ' αὐτιά του ἀκούανε τή σιγή,

τώρα τά μάτια τήν ἐρμιά θωρούν καί τίποτ' ἂλλο.

 

Λέει, τέλος, στόν Ἑρμῆ, ἁπαλά, γυρίζοντας: «Ἡ  ὡραία

μου δέσποινα Ἲρις, πού μού εἶπε τή βουλή τοῦ Διός,

μ’ ὀρμήνεψε πού ἡ Βία καί ἡ Δύναμη καί ὁ μισητός

ὁ γύπας τό αἷμα ἐπίνανε τοῦ θείου τοῦ Προμηθέα».

 

(Από τη συλλογή Ἑρμῆς).