Τουρκοκύπριοι

Οι Τουρκοκύπριοι από το 1960 μέχρι το 1974

Image

Μέχρι το 1960, οπότε η Κύπρος ανακηρύχθηκε ανεξάρτητο κράτος με βάση τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου του 1959, είχε «ξεκαθαριστεί» πλήρως το ζήτημα των λινοβάμβακων, που θεωρήθηκαν και πολιτογραφήθηκαν ως Τούρκοι Κύπριοι (όσοι απ’ αυτούς δεν ξανάγιναν Χριστιανοί αμέσως μετά την αγγλική κατάληψη της Κύπρου, το 1878). Από το 1960 και εξής οι κοινότητες της Κύπρου είχαν πλέον σαφή διαχωρισμό μεταξύ τους.  Ήταν  Έλληνες, Τούρκοι, Μαρωνίτες, Αρμένιοι, Λατίνοι. Πιο πριν ο διαχωρισμός δεν ήταν τόσο ισχυρός αφού όλοι, ανεξάρτητα από θρησκεία, ήταν Άγγλοι υπήκοοι. Ωστόσο και μετά το 1960 πολλοί Τουρκοκύπριοι εξακολουθούσαν να μιλούν την ελληνική, να τηρούν ελληνικά έθιμα, να αγνοούν την τουρκική και να συνεργάζονται στενά με τους Ελληνοκυπρίους. Είχαν, δηλαδή, ουσιαστικά διατηρήσει ακόμη τον λινοβαμβακικό χαρακτήρα τους, αν και αρκετά πιο πριν οι λινοβάμβακοι αυτοί είχαν καταταγεί από τους Βρεττανούς στην τουρκική μειονότητα της Κύπρου. Μετά το 1960, ιδίως δε μετά το 1963, η εξτρεμιστική ηγεσία των Τουρκοκυπρίων (υπό τον Ραούφ Ντενκτάς) είχε καταβάλει πάρα πολλές προσπάθειες και είχε ασκήσει τρομοκρατικές μεθόδους, προκειμένου ν’ αναγκάσει πολλούς Τουρκοκυπρίους να αισθάνονται και να σκέπτονται και να ενεργούν ως Τούρκοι. Με ξυλοδαρμούς, εκβιασμούς, τρομοκρατία (ιδίως στα χωριά), ακόμη και δολοφονίες, οι εξτρεμιστές και σοβινιστές άνθρωποι του Ραούφ Ντενκτάς αποθάρρυναν τη συνεργασία των Τουρκοκυπρίων με τους Ελληνοκυπρίους, ανάγκασαν τους Τουρκοκυπρίους να μη μιλούν την ελληνική αλλά την τουρκική, απαγόρευσαν την τέλεση ακόμη κι απλών εθίμων που ήταν κοινά με τα έθιμα των Ελληνοκυπρίων, γενικά δε κατέβαλαν κάθε προσπάθεια να εκτουρκίσουν πλήρως τα μέλη της κοινότητας τους. Σημαντική στην προσπάθεια αυτή στάθηκε κι η βοήθεια από την Τουρκία, σε διάφορους τομείς (και κυρίως στον τομέα της εκπαίδευσης).

 

Με τις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου είναι γνωστό ότι οι Τουρκοκύπριοι απέκτησαν προνόμια πολύ περισσότερα απ’ όσα φυσιολογικά εδικαιούτο μια μειονότητα του 18%. Εντούτοις, ως απλά εκτελεστικά όργανα της   Άγκυρας πλέον, ελεγχόμενα μάλιστα αυστηρότατα από την τοπική ηγεσία τους, δεν συνεργάστηκαν ειλικρινά για την οικοδόμηση του νεοϊδρυθέντος κυπριακού κράτους. Αντίθετα, άσκησαν τα υπερδικαιώματά τους προς την κατεύθυνση της υπόσκαψης του νέου κράτους και της εξυπηρέτησης του επόμενου στόχου της Τουρκίας, που ήταν η διχοτόμηση της Κύπρου. Το σύνθημα της διχοτόμησης είχε προβληθεί από την τουρκοκυπριακή ηγεσία από το 1956-57, ως απάντηση στο σύνθημα της ενώσεως με την Ελλάδα, των Ελληνοκυπρίων.

 

Η ένοπλη ανταρσία των Τουρκοκυπρίων, τον Δεκέμβρη του 1963 και εξής, αποτελούσε δυναμική έκφραση αυτής της πορείας για διχοτόμηση του νησιού. Οι Ελληνοκύπριοι αντιμετώπισαν δυναμικά την ανταρσία, με αποτέλεσμα (το 1963 κι αργότερα) περισσότερο αίμα να χυθεί μεταξύ των δυο κοινοτήτων. Μάλιστα οι ένοπλες συγκρούσεις στην Κύπρο, δυο τουλάχιστον φορές (1964 και 1967) προκάλεσαν κρίση που έφερε στο χείλος του πολέμου την Ελλάδα και την Τουρκία.

 

Μετά την εκδήλωση της ανταρσίας, η τουρκοκυπριακή ηγεσία (εκτελώντας πάντοτε τις οδηγίες της Άγκυρας) προχώρησε ένα ακόμη βήμα προς την κατεύθυνση της διχοτόμησης: απέσυρε από την κυβέρνηση κι ολόκληρη την κρατική μηχανή όλους τους Τουρκοκυπρίους (που εδικαιούντο, βάσει των συμφωνιών, μια συμμετοχή σε κάθε τομέα ή υπηρεσία, σε ποσοστό 30%)۠ ταυτόχρονα αρνήθηκε οποιαδήποτε συνεργασία με τους Ελληνοκυπρίους και συσπείρωσε τις τουρκοκυπριακές μάζες μετακινώντας ακόμη και πληθυσμούς. Συγκεκριμένα, από χωριά τουρκοκυπριακά που ήταν μικρά ή και απομονωμένα ή κοντά σε μεγάλα ελληνοκυπριακά, καθώς κι από χωριά μεικτά όπου υπερτερούσε σημαντικά το ελληνικό στοιχείο, οι Τουρκοκύπριοι εξαναγκάστηκαν από την ηγεσία τους να φύγουν. Μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερα τουρκοκυπριακά χωριά και στις τουρκικές συνοικίες των πόλεων, όπου κι έζησαν τα επόμενα λίγα χρόνια σε δυστυχία και στερήσεις. Η πράξη αυτή της τουρκοκυπριακής ηγεσίας απέβλεπε: α) στη δημιουργία ισχυρών τουρκοκυπριακών θυλάκων, β) στον καλύτερο έλεγχο επί των ιδίων των Τουρκοκυπρίων, γ) στην απομάκρυνση τους από την ελληνοκυπριακή επιρροή.

 

Για τους Ελληνοκυπρίους ήταν απαγορευμένη κι επικίνδυνη η είσοδος στις περιοχές που ελέγχονταν από τους Τουρκοκυπρίους εξτρεμιστές. Ωστόσο ένας αριθμός Τουρκοκυπρίων χωρικών είχε αρνηθεί να εγκαταλείψει τα χωριά και τις περιουσίες του, ενώ αρκετοί άλλοι συνέχισαν να εργάζονται μαζί με Ελληνοκυπρίους σε διάφορους τομείς (όπως η οικοδομική βιομηχανία, τα εργοστάσια κλπ.). Αυτή την εποχή δημιουργήθηκε και σοβαρή κρίση μέσα στην ίδια την τουρκοκυπριακή κοινότητα, όταν αρκετά μέλη της διαφώνησαν ανοικτά με την εξτρεμιστική ηγεσία και τάχθηκαν υπέρ της συνεργασίας με τους Ελληνοκυπρίους. Ωστόσο με τρομοκρατικές ενέργειες, που περιελάμβαναν και δολοφονίες δημοσιογράφων, συνδικαλιστών και άλλων, η εξτρεμιστική ηγεσία επέβαλε και πάλι πλήρως τη θέλησή της.

 

Μετά την κρίση του τέλους του 1967 (κρίση της Κοφίνου*), άρχισε το 1968 διακοινοτικός διάλογος, με εκπροσώπους της μεν ελληνικής πλευράς τον Γλαύκο Κληρίδη*, της δε τουρκικής τον Ραούφ Ντενκτάς*. Ο διάλογος αυτός πέρασε από διάφορα στάδια, χωρίς να προλάβει να ολοκληρωθεί. Γιατί στο μεταξύ η όλη κατάσταση είχε αρχίσει και πάλι να διαφοροποιείται, αυτή τη φορά με τις επεμβάσεις κι αυθαιρεσίες της ελληνικής στρατιωτικής χούντας στην Κύπρο. Η εμφύλια διαμάχη των Ελληνοκυπρίων, που άρχισε από το 1970, ασφαλώς ευνοούσε τα περί Κύπρου σχέδια της Τουρκίας, η οποία παρέμενε συνεχώς σε στάση αναμονής. Το πραξικόπημα κατά του Κυπρίου προέδρου αρχιεπισκόπου Μακαρίου (15 του Ιουλίου το 1974), που προκάλεσε η ελληνική στρατιωτική χούντα, ήταν για την Τουρκία η «χρυσή ευκαιρία». Μια «ευκαιρία» που άλλαξε ριζικά τα πράγματα για όλους τους Κυπρίους.

 

Κατά την περίοδο μετά την ανταρσία των Τουρκοκυπρίων (τέλη του 1963 κ.ε.) η τουρκική προπαγάνδα οργίαζε, προσπαθώντας συνεχώς να υποβάλει ότι οι Τούρκοι της Κύπρου κινδύνευαν, διώκονταν, υπέφεραν από οικονομική κι άλλες καταπιέσεις εκ μέρους των Ελληνοκυπρίων. Ωστόσο την προσφερόμενη βοήθεια την απέρριπτε η ίδια η ηγεσία τους, που απαγόρευε κι οποιαδήποτε συνεργασία με τους   Έλληνες. Ακόμη κι όταν τους παρεχωρείτο τσιμέντο για να κτίσουν τα σπίτια τους, το χρησιμοποιούσαν για να κτίζουν οχυρά και πολυβολεία. Ο ίδιος ο πρόεδρος Μακάριος είχε πει για τους Τουρκοκυπρίους:

 

... Μ’ ὅλο πού ἀποτελοῦν μειονότητα, ἔχουν πολλά προνόμια καί συμπεριφέρονται σάν νά ἀντιπροσωπεύουν τήν πλειοψηφία. Δέν τούς φερθήκαμε ἐμεῖς ἄδικα, ἀλλά οἱ Τούρκοι ἀρχηγοί τους, πού τούς ἀναγκάζουν νά ζοῦν σέ χωριστά χωριά, τούς ἐκβιάζουν καί τούς ἐμποδίζουν νά συνεργαστοῦν μαζί μας, ἀκόμη καί στόν οἰκονομικό τομέα, ἐμποδίζοντας ἔτσι καί τήν πρόοδό τους. Δέν τούς ἐπιτρέψανε νά ἔχουν συναλλαγές μαζί μας ἤ νά μᾶς βοηθήσουν νά ἀναπτύξουμε τουρισμό. Δέν ἦταν δικά μας θύματα, ἀλλά δικά τους. Κανείς δέν μπορεῖ νά ἀρνηθεῖ  ὅτι στήν Κύπρο ὑπάρχει δημοκρατία, καί μάλιστα καλή δημοκρατία. Οἱ Τοῦρκοι, στίς ἐφημερίδες τους, μποροῦσαν   άμέ βρίζουν   άμέ μέ προσβάλλουν ὅσο ἤθελαν. Μποροῦσαν   άμέ ἐπισκέπτονται στό ἀρχιεπισκοπικό μέγαρο ὅποτε ἤθελαν. Τό κακό εἶναι ὅτι ἀναγκάζονταν νά τό κάνουν κρυφά, χωρίς νά τό ξέρουν οἱ  ἀρχηγοί τους... Δέν τούς στέρησα τίποτα. Ἀπλῶς παραπονέθηκα γι’ αὐτά τά προνόμια, γιατί τά χρησιμοποιοῦσαν μόνο γιά νά ἐμποδίζουν τή λειτουργία τοῦ κράτους... (Οριάνα Φαλλάτσι, Συνάντηση μέ τήν Ἱστορία, Αθήνα, 1976, σς. 527-528).

 

Πάντως, η ηγεσία των Τουρκοκυπρίων και η ίδια η Τουρκία κατόρθωσαν, έστω και με ανορθόδοξες μεθόδους, να τους κρατήσουν υπάκουους και συσπειρωμένους καθ’ όλη τη δεκαετία μέχρι το 1974, οπότε τα πράγματα άλλαξαν εντελως.

 

Οι Τουρκοκύπριοι μετά το 1974.

 

Το πραξικόπημα της 15ης του Ιουλίου του 1974 ακολούθησε η στρατιωτική εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο, που άρχισε στις 20 του ίδιου μήνα. Με τις προελάσεις του σε δυο φάσεις (τον Ιούλη και τον Αύγουστο του 1974), ο τουρκικός στρατός κατέλαβε ολόκληρο το βόρειο τμήμα της Κύπρου, που αντιπροσωπεύει περίπου το 37% του συνόλου της έκτασης του νησιού.

 

Εξαιτίας της τουρκικής εισβολής και κατοχής, μεγάλος αριθμός Ελληνοκυπρίων προσφυγοποιήθηκε, ενώ πολλοί άλλοι παρέμειναν εγκλωβισμένοι ή συνελήφθησαν αιχμάλωτοι. Εκ των Τουρκοκυπρίων, ένας ικανός αριθμός (περίπου 40.000) κατοικούσε ήδη στις περιοχές που κατελήφθησαν από τα τουρκικά στρατεύματα. Οι περισσότεροι όμως Τουρκοκύπριοι (περίπου 80.000 άνθρωποι) κατοικούσαν στις περιοχές της Κύπρου που δεν είχαν καταληφθεί. Μετά την εισβολή της στην Κύπρο η Τουρκία απαίτησε και πέτυχε τη μεταφορά όλων των Τουρκοκυπρίων των ελευθέρων περιοχών στις κατεχόμενες. Αρκετούς απ' αυτούς αντάλλαξε, μέσα στο 1974, με Ελληνοκυπρίους αιχμαλώτους. Οι υπόλοιποι μεταφέρθηκαν στις κατεχόμενες περιοχές νωρίς το 1975. Οι χιλιάδες των Τουρκοκυπρίων της Λάρνακας, της Λεμεσού και της Πάφου, καθώς και των τουρκοκυπριακών ή μεικτών χωριών των αντιστοίχων επαρχιών, και μερικών χωριών της επαρχίας Λευκωσίας, εξαναγκάστηκαν από την ηγεσία τους κι από την Άγκυρα να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους. Ατέλειωτες φάλαγγες λεωφορείων και φορτηγών αυτοκινήτων μετέφεραν τους ανθρώπους αυτούς (άντρες, γυναίκες, γέρους, παιδιά) κι όσα από τα υπάρχοντα τους μπορούσαν να μεταφερθούν, από τις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου στις κατεχόμενες. Ταυτόχρονα οι Τούρκοι ανάγκασαν με εκβιασμούς κι απειλές τους περισσότερους από τους Ελληνοκυπρίους εγκλωβισμένους να προσφυγοποιηθούν κι αυτοί στις ελεύθερες περιοχές. Μέχρι το τέλος του 1975 μόνο ένας μικρός αριθμός Ελληνοκυπρίων παρέμεινε, μόνο στην Καρπασία (βλέπε λήμμα εγκλωβισμένοι).

 

Οι Τουρκοκύπριοι που μεταφέρθηκαν στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου εγκαταστάθηκαν στα σπίτια των Ελληνοκυπρίων, στις πόλεις και στα χωριά, κι έκτοτε εκμεταλλεύονται κι όλες τις ελληνοκυπριακές περιουσίες (ξενοδοχεία, καταστήματα, εργοστάσια, εργαστήρια, περιβόλια, φυτείες κλπ.). Μόνο στη νέα πόλη της Αμμοχώστου δεν εγκαταστάθηκαν κάτοικοι, κι η πόλη αυτή παραμένει έκτοτε άδεια, έρημη και μισοερειπωμένη. Εξάλλου σε πολλά εγκαταλειμμένα τουρκοκυπριακά σπίτια των ελευθέρων περιοχών, και ιδίως στις πόλεις Λάρνακα, Λεμεσό και Πάφο και στα μεγαλύτερα χωριά, εγκαταστάθηκαν Ελληνοκύπριοι πρόσφυγες. Άλλα τουρκοκυπριακά χωριά παρέμειναν άδεια κι εγκαταλειμμένα, κι ερημώθηκαν.

 

Ουσιαστικά επρόκειτο για βίαιη μετακίνηση κι ανταλλαγή πληθυσμών. Κι αυτή η πράξη αποτελεί μια από τις πιο συγκλονιστικές αλλά και καθοριστικές πτυχές του Κυπριακού ζητήματος. Για πρώτη φορά από το 1571, οι Έλληνες της Κύπρου βρίσκονταν εντελώς αποκομμένοι από τους Τούρκους (κι από αυτούς που θεωρήθηκαν ως Τούρκοι), χωρίς καμιά επαφή μεταξύ τους. Και τούτο εξακολουθεί να ισχύει μέχρι σήμερα (1990). Τα προβλήματα της συμβίωσης, αλλά και οι στενές σχέσεις, οι συνεργασίες, οι φιλίες και οι αλληλοεπιδράσεις σταμάτησαν εντελώς. Κι αυτό ήταν κάτι σημαντικό για τα μακροπρόθεσμα σχέδια της Άγκυρας. Η Τουρκία φοβόταν πάντοτε πως αν τα πράγματα αφήνονταν μόνα τους στην Κύπρο, αργά ή γρήγορα η ελληνική πλειοψηφία του νησιού θα αφομοίωνε την τουρκική μειοψηφία. Υπήρχαν προς τούτο οι προϋποθέσεις (όπως η ελληνική καταγωγή πολλών Τουρκοκυπρίων, η οικονομική κι εμπορική έμφυτη ικανότητα των Ελληνοκυπρίων, η πολύ δυσμενής για τους Τούρκους αναλογία του 80% προς 18% κλπ.). Γι' αυτό τον λόγο κυρίως οι Τουρκοκύπριοι υπέφεραν για χρόνια, εξαναγκασμένοι από την ηγεσία τους να ευρίσκονται συσπειρωμένοι και απομονωμένοι και να αρνούνται τη συνεργασία με τους Ελληνοκυπρίους. Και γι’ αυτό κυρίως τον λόγο η «λύση» την οποία μπόρεσε να υλοποιήσει τελικά με τη χρήση των όπλων η Τουρκία, ήταν ο πλήρης διαχωρισμός του τουρκικού στοιχείου της Κύπρου από το ελληνικό.

 

Υπό τις νέες συνθήκες όμως, πολλοί Τουρκοκύπριοι δεν ήταν καθόλου ικανοποιημένοι κι αρκετοί απ' αυτούς εγκατέλειψαν την Κύπρο, μεταναστεύοντας στην Αγγλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Γερμανία, στην Αυστραλία κι αλλού.

 

Ακόμη και μετά το 1975, δηλαδή ακόμη και μετά τον βίαιο διαχωρισμό, η Τουρκία εξακολουθούσε να μη εμπιστεύεται τους Τουρκοκυπρίους, ιδίως στις σχέσεις τους με τους Ελληνοκυπρίους. Έτσι, προχώρησε σε μια σειρά μέτρων που σκοπό είχαν την πλήρη τουρκοποίηση όλων των Τουρκοκυπρίων και ταυτόχρονα ολόκληρου του κατεχόμενου τμήματος της Κύπρου. Σαν τέτοια μέτρα, που εξακολουθούν και σήμερα (1990) να βρίσκονται σε ισχύ, αναφέρουμε:

 

α) απαγόρευση ακόμη και των απλών κοινωνικών επαφών των Τουρκοκυπρίων με τους Ελληνοκυπρίους κι αυστηρή εφαρμογή του πλήρους διαχωρισμού,

 

β) εντατική καλλιέργεια του μίσους προς τους Έλληνες,

 

γ) εντατική προπαγάνδα και υπερτονισμός της τουρκικής φυλετικής ιδιότητας,

 

δ) αφαίρεση όλων των ελληνικών χαρακτηριστικών κι όλων των ελληνικών επιδράσεων από την τουρκοκυπριακή κοινότητα, και

 

ε) μεταφορά κι εγκατάσταση χιλιάδων εποίκων από την Τουρκία στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου και η ανάμειξη τους με τους Τουρκοκυπρίους.

 

Τα πιο πάνω μέτρα εκφράζονται στην πράξη με πολλούς τρόπους: μετατροπή όλων ανεξαίρετα των ελληνικών ονομασιών και τοπωνυμίων σε τουρκικά۠ καταστροφή και λεηλασία της ελληνικής και χριστιανικής πολιτιστικής κληρονομιάς۠ αυστηρά κλειστά «σύνορα»۠ υπερπροβολή των τουρκικών εθνικών συμβόλων τεράστια συνθήματα που υπερτονίζουν την «υπερηφάνεια» και το «προνόμιο» να είναι κανένας Τούρκος۠ λειτουργία (στη Λευκωσία) «Μουσείου Βαρβαροτήτων» και προβολή και με άλλους τρόπους των «εγκλημάτων» που διέπραξε η «ελληνική βαρβαρότητα» κατά των Τουρκοκυπρίων και βέβαια καλλιέργεια του τουρκικού φανατισμού και του μίσους στα σχολεία, κλπ. Εξάλλου η εγκατάσταση στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου πολλών εποίκων από την Τουρκία (ο αριθμός τους υπολογίζεται ότι ξεπέρασε τις 65.000 το 1989) είναι πολύ σοβαρή ενέργεια που δημιούργησε αξεπέραστα προβλήματα και στους ίδιους τους Τουρκοκυπρίους και δειλά καταγγέλλεται κι από προοδευτικούς Τουρκοκυπρίους ηγέτες. Ασφαλώς θα υπάρξουν συνεχείς και σημαντικοί επηρεασμοί της τουρκοκυπριακής μάζας και με την πάροδο του χρόνου θα πληθαίνουν οι μεικτές οικογένειες που θα δημιουργούνται, μέχρι που οι Τουρκοκύπριοι θα εκτουρκιστούν πλήρως. Εξάλλου οι οποιοιδήποτε έξωθεν επηρεασμοί των Τουρκοκυπρίων προέρχονται από ή μέσω της ίδιας της Τουρκίας από την οποία τώρα εξαρτώνται απόλυτα.

 

Ένα άλλο σημείο στο οποίο πέτυχε σε αρκετά μεγάλο βαθμό η τουρκική προπαγάνδα, ήταν το σχετικό προς το «τουρκοκυπριακό κράτος» που ιδρύθηκε στα κατεχόμενα κυπριακά εδάφη. Ο συγγραφέας του παρόντος άρθρου εισήλθε στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου τον Νοέμβριο του 1989 και, μεταξύ άλλων, συνομίλησε με πολλούς Τουρκοκυπρίους (με αρκετούς απ' αυτούς, ιδίως τους περισσότερο ηλικιωμένους, στην ελληνική γλώσσα). Εντύπωση του ήταν ότι πολλοί Τουρκοκύπριοι αισθάνονται τώρα ασφάλεια, αλλά κυρίως υπερηφάνεια διότι «μετά από αγώνες και θυσίες πολλών χρόνων κατόρθωσαν να ιδρύσουν δικό τους κράτος». Η ασφάλεια και η υπερηφάνεια για τη «δικαίωση των αγώνων τους» είναι ασφαλώς επιτυχίες της τουρκικής προπαγάνδας που συνεχίζεται εντατική για πολλά χρόνια.

 

Η ανακήρυξη των κατεχομένων εδαφών της Κύπρου σε «ανεξάρτητο τουρκοκυπριακό κράτος» ήταν άλλη μια τουρκική ενέργεια προς την κατεύθυνση του πλήρους όσο και μόνιμου διαχωρισμού, δηλαδή της διχοτόμησης της Κύπρου. Το «κράτος» αυτό αναγνώρισε βέβαια μόνο η Τουρκία και καμιά άλλη χώρα, τουλάχιστον επίσημα. Ωστόσο λειτουργεί, με δικούς του «νόμους», με δική του «κυβέρνηση» και «βουλή», με δικά του «δικαστήρια» και, γενικά, όλες τις στοιχειώδεις «κρατικές υπηρεσίες».

 

Το «κράτος» αυτό, με την ονομασία «Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου» (Kuzey Kibris Türk Cumhuriyeti) καθιέρωσε σημαία του σε άσπρο χρώμα με δυο κόκκινες παράλληλες οριζόντιες γραμμές στο άνω και κάτω μέρος, και με κόκκινο μισοφέγγαρο και αστέρι στο κέντρο. Η λεγόμενη «Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου» (K.K.T.C.) ανακηρύχθηκε στις 15 Νοεμβρίου 1983. Αρχικά (το 1975) οι Τουρκοκύπριοι είχαν ονομάσει το «κράτος» τους «Τουρκικό Ομόσπονδο Κράτος της Κύπρου» (Βλέπε Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος Αρχείου ΡΙΚ).

 

Η πολιτική δραστηριότητα είναι ιδιαίτερα έντονη από το 1974 και ύστερα στις κατεχόμενες περιοχές της Κύπρου. Τα κυριότερα σημερινά πολιτικά κόμματα είναι τα ακόλουθα:

 

Κόμμα Εθνικής Ενότητας (U.B.R.): Κόμμα της δεξιάς και ακροδεξιάς, που ιδρύθηκε από τον Ραούφ Ντενκτάς στις 11 Οκτωβρίου 1975. Χαρακτηρίζεται από τις έντονες εθνικιστικές και σοβινιστικές θέσεις του και την κεμαλική του ιδεολογία. Κέρδισε τις πρώτες «βουλευτικές» εκλογές που έγιναν στις 20 Ιουνίου 1976 με ποσοστό 54,2% (30 «βουλευτές» από σύνολο 40. Αργότερα, μετά την ανακήρυξη του «κράτους» οι έδρες της «βουλής» αυξήθηκαν σε 50). Στις επόμενες εκλογές της 28.6.1981 πήρε ποσοστό ψήφων 42,5% και ανέδειξε 18 «βουλευτές». Σχημάτισε «κυβέρνηση» μειοψηφίας που όμως καταψηφίστηκε, οπότε συνασπίστηκε με το Δημοκρατικό Λαϊκό Κόμμα (2 έδρες), το Κόμμα Τουρκικής Ενότητας (1 έδρα) κι ένα ανεξάρτητο «βουλευτή», οπότε σχημάτισε «κυβέρνηση συνασπισμού» μέχρι την ανακήρυξη του «κράτους» το 1983. Το 1985 πήρε το 36,72% των ψήφων στις τ ότε « βουλευτικές» εκλογές. Στο μεταξύ ο Ντενκτάς είχε αναλάβει την «προεδρία» του «κράτους», την δε αρχηγία του κόμματος ανέλαβε ο «πρωθυπουργός» Ντερβίς Έρογλου.

 

Τουρκικό Δημοκρατικό (Ρεπουπλικανικό) Κόμμα (C.T.P.): Είχε ιδρυθεί στις 24 Μαϊου 1970 από τον Αχμέτ Μιράτ Μπερμπέρογλου, που προσπάθησε να συμμετάσχει στις κανονικές εκλογές του 1973 για εκλογή αντιπροέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά του το απαγόρευσε ο Ντενκτάς που ήθελε όχι μόνο να εκλεγεί ο ίδιος, αλλά και χωρίς ανθυποψήφιο (όπως είχε επανεκλεγεί το 1973 ο πρόεδρος Μακάριος). Στις «εκλογές» του 1976 το κόμμα πήρε ποσοστό 12,7% (2 «βουλευτικές» έδρες). Το 1981 το ποσοστό του ανήλθε στο 15,05% (6 έδρες) και το 1985 στο 21,33% (12 έδρες). Μετά τον Μπερμπέρογλου, την αρχηγία του κόμματος είχε αναλάβει ο Οζγκιέρ Οζγκιούρ (από τις 31 Οκτωβρίου 1976). Είναι αριστερό κόμμα και αντιπολιτεύθηκε έντονα τον Ντενκτάς. Τάχθηκε ενάντια στην ανακήρυξη του «κράτους» το 1983, αλλά τελικά ψήφισε υπέρ ύστερα από εξαναγκασμό. Καταψήφισε, ωστόσο, το «σύνταγμα» του ψευδοκράτους (12 Μαρτίου 1985). Τάχθηκε επίσης ενάντια στην πλήρη εξάρτηση από την Τουρκία, ενώ είναι δυσαρεστημένο από την παρουσία στην Κύπρο Τούρκων εποίκων. Ως λύση στο Κυπριακό υποστηρίζει τη διζωνική ομοσπονδία.

 

Κόμμα Κοινοτικής Απελευθέρωσης (Τ.Κ.P.): Ιδρύθηκε στις 18 Μαρτίου 1976 από τους Αλμπάι Ντουρντουράν, Μουσταφά Ακκιντζί και Εκρέμ Ουράλ. Είναι σοσιαλιστικής απόκλισης αλλ' ακολουθεί εθνικιστική πολιτική στο Κυπριακό. Στις «βουλευτικές» εκλογές η πορεία του ήταν: το 1976 εξασφάλισε το 20% την ψήφων (6 έδρες), το 1981 το 28,52% (13 έδρες) και το 1985 το 15,91% (10 έδρες). Αρχηγοί του κόμματος διετέλεσαν κατά καιρούς οι τρεις προαναφερθέντες ιδρυτές του, όπως κι ο Ισμαήλ Μπόζκουρτ και άλλοι. Σήμερα (1990) αρχηγός του κόμματος είναι ο Ακκιντζί. Το κόμμα ιδρύθηκε μετά τη διάσπαση του προϋπάρχοντος Λαϊκού Κόμματος με αρχηγό τον Αλμπέρ Ορχόν.

 

Κόμμα της Αναγέννησης (Y.D.P.): Ακροδεξιό εθνικιστικό κόμμα των εποίκων που ζουν στην κατεχόμενη Κύπρο. Ιδρύθηκε την 31 Ιανουαρίου 1984 από τον Αϊντάτ Μπεσεσλέρ, απόστρατο αξιωματικό του τουρκικού στρατού. Συνιδρυτές οι Τοπάλογλου (πρώην αρχηγός του Κόμματος Τουρκικής Ενότητας), Ισμαήλ Τεζέρ (πρώην αρχηγός του Εθνικιστικού Τουρκικού Κόμματος) και Α. Ορχάν (πρώην αρχηγός του Λαϊκού Κόμματος). Αρχηγός του κόμματος διετέλεσε ο Μπεσεσλέρ μέχρι το 1988, οπότε ανέλαβε ο Ορχάν Ουτσιόκ, απόστρατος ταξίαρχος. Στις εκλογές του 1985 το κόμμα κέρδισε 4 έδρες (ποσοστό 8,74%). Το 1988, υπό τον Ουτσιόκ, δημιουργήθηκε κρίση στο κόμμα, απ' όπου απεχώρησαν οι 3 από τους 4 «βουλευτές» του. Το κόμμα ιδρύθηκε ύστερα από οδηγίες της Άγκυρας και με προσωπικές προσπάθειες του τότε «πρέσβη» της Τουρκίας στο «κράτος» Ινάλ Μπατού, με προοπτική να προσφέρει υποστήριξη στον Ραούφ Ντενκτάς.

 

Κόμμα Νέας Κύπρου (Υ.Κ.Ρ.): Ιδρύθηκε στις 9 Ιουνίου 1989 από αποβληθέντα στελέχη του Κόμματος Κοινοτικής Απελευθέρωσης, μ' επί κεφαλής τον Αλπάι Ντουρντουράν και τον Ρασίτ Κεσκινέρ. Αποκαλείται σοσιαλιστικό. Αντιτίθεται στην παρουσία των εποίκων και υποστηρίζει ομοσπονδιακή διζωνική λύση στο Κυπριακό, με βάση την πολιτική ισότητα των δυο κοινοτήτων. Οι δυο αρχηγοί του είναι και οι δυο «βουλευτές» που διαθέτει.

 

Κόμμα Δημοκρατικού Αγώνα: Ιδρύθηκε στις 16 Ιανουαρίου 1990 και αποτελεί συνασπισμό τριών κομμάτων (Τουρκικού Δημοκρατικού Κόμματος, Κόμματος Κοινοτικής Απελευθέρωσης και Κόμματος της Αναγέννησης) που στράφηκε κατά του Ντενκτάς στις «βουλευτικές» εκλογές του 1990. Ο «Δημοκρατικός Αγώνας» αντιμετώπισε τον Ραούφ Ντενκτάς στις «προεδρικές» εκλογές της 22 Απριλίου 1990, με δικό του υποψήφιο τον Ισμαήλ Μπόζκουρτ.

 

Σύμφωνα προς το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας του 1960, οι Τουρκοκύπριοι εκλέγουν, με χωριστή ψηφοφορία,  τον αντιπρόεδρο της Κύπρου, οι δε Ελληνοκύπριοι τον πρόεδρο (βλέπε λήμμα αντιπρόεδρος). Όμως μετά τον βίαιο διαχωρισμό του 1974, γίνονται στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου «προεδρικές» εκλογές, και εκλέγεται «πρόεδρος» του «κράτους». Τέτοιες παράνομες εκλογές διεξήχθησαν το 1976, το 1981 και το 1985.Και τις τρεις φορές τις εκλογές κέρδισε ο Ραούφ Ντενκτάς με ποσοστά ψήφων 76% το 1976, 51,77% το 1981 και 70,22% το 1985. Οι πιο πρόσφατες «προεδρικές» εκλογές έγιναν στις 22 Απριλίου 1990, με διεκδικητές της «προεδρίας» τρεις υποψηφίους και με τα ακόλουθα αποτελέσματα:

 

1. Ραούφ Ντενκτάς: 66,70% (61.386 ψήφοι)

2. Ισμαήλ Μπόζκουρτ: 32,05% (29.498 ψήφοι)

3. Αλπάι Ντουρντουράν: 1,25% (01.152 ψήφοι).

 

Κατά τις τελευταίες «προεδρικές» εκλογές στις  22 Απριλίου 1990 οι εγγεγραμμένοι ψηφοφόροι (18 χρόνων και άνω) ήταν 101.172. Τουρκικές δε πηγές ανεβάζουν τον συνολικό πληθυσμό του κατεχόμενου τμήματος της Κύπρου σε 165.000. Δεδομένου ότι κατά την τελευταία επίσημη απογραφή του συνολικού πληθυσμού της Κύπρου, που έγινε το 1973, οι Τουρκοκύπριοι ήταν 116.000, και δεδομένου ότι μετά το 1974 αρκετές χιλιάδες μετανάστευσαν, γίνεται φανερό ότι ένας τεράστιος αριθμός εποίκων έχει πολιτογραφηθεί ως πληθυσμός της «Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου».

 

Η σύνθεση της «κυβέρνησης» του τουρκοκυπριακού ψευδοκράτους περιλαμβάνει, εκτός από τον «πρόεδρο» (Ραούφ Ντενκτάς) και τον «πρωθυπουργό» (Ντερβίς Έρογλου) και τους ακόλουθους «υπουργούς»: Εξωτερικών και   Άμυνας (Κενάν Ατακόλ), Εσωτερικών, Χωροταξίας και Περιβάλλοντος (Ολγκιούν Πασιαλάρ), Οικονομικών (Μεχμέτ Μπαϋράμ), Εθνικής Παιδείας και Πολιτισμού (Σαλήχ Τζιοσάρ), Συγκοινωνιών, Έργων και Τουρισμού (Ναζίφ Μπορμάν), Γεωργίας και Δασών (Τασκέντ Ατασαγιάν), Εμπορίας και Βιομηχανίας (Ομέρ Ντεμίρ), Υγείας και Κοινωνικής Ευημερίας (Μουσταφά Ερμπιλέν), Οικισμού (Μουσταφά Αντάογλου) και Νεολαίας, Αθλητισμού και Εργασίας (Γκιουνάι Ιζαϋμάζ). Υπάρχουν, δηλαδή, συνολικά 10 «υπουργεία». Η σύνθεση του «υπουργικού συμβουλίου» παρατίθεται όπως ήταν στις αρχές του 1990.

 

Οι βασικές εργατικές συντεχνίες είναι η Τουρκ-σέν (της δεξιάς) και η Ντεβ-ίς (της Αριστεράς). Υπάρχουν επίσης κι άλλες συντεχνίες διαφόρων τάξεων εργαζομένων, όπως γυναικείες οργανώσεις (του Κόμματος Εθνικής Ενότητας και του Δημοκρατικού Τουρκικού Κόμματος), ανάλογες οργανώσεις νεολαίας και φοιτητών, δασκάλων, δημοσίων υπαλλήλων κ.α. Αξίζει να σημειωθεί ότι το αριστερής απόκλισης Δημοκρατικό Τουρκικό Κόμμα έχει ιδρύσει και την οργάνωση «Kibrislilar Dayanisma», που εργάζεται υπέρ της συμβίωσης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.

 

Νέες «βουλευτικές» εκλογές αναμένεται ότι θα γίνουν επίσης μέσα στο 1990 (τον Μάϊο).

 

Κατά την περίοδο των τελευταίων «προεδρικών» εκλογών ήταν και πάλι ιδιαίτερα έντονη η ανάμειξη της  Άγκυρας, με διάφορους τρόπους, υπέρ του Ραούφ Ντενκτάς, πράγμα που κατήγγειλαν έντονα και οι Τουρκοκύπριοι αντίπαλοι του. Η  Άγκυρα επιστράτευσε όχι μόνο τους αξιωματούχους της στην Κύπρο, αλλά και την τουρκική ραδιοτηλεόραση (που καλύπτει και την κατεχόμενη Κύπρο) με συνεχείς εκπομπές υπέρ του Ντενκτάς.

 

Από την Άγκυρα εξαρτάται, σχεδόν πλήρως, και η οικονομία του ψευδοκράτους, αφού μέσω Τουρκίας διεξάγεται το εμπόριο, γίνονται οι εξαγωγές, έρχεται ο σχετικά λίγος τουρισμός κλπ.  Έτσι, το μη αναγνωριζόμενο από καμιά άλλη χώρα τουρκοκυπριακό «κράτος», βρίσκεται

Σε απόλυτα προσκολλημένο στην Τουρκία (νομός Μερσίνας).  

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image