Αρχιτεκτονική

Χαλκολιθική εποχή (3900- 2500 π.χ.)

ΧΑΛΚΟΛΙΘΙΚΗ ΕΠΟΧΗ (3900 - 2500 π.Χ.)

 

Οικιακή αρχιτεκτονική: Ύστερα από την καταστροφή και εγκατάλειψη της Σωτήρας και των άλλων συνοικισμών, τη Νεολιθική ΙΙ περίοδο διαδέχεται η Χαλκολιθική εποχή, που, σύμφωνα με τα νεότερα χρονολογικά πορίσματα της ραδιοχρονολόγησης, αρχίζει από το 3900 περίπου και διαρκεί μέχρι το 2500 π.Χ. Η νέα αυτή εποχή υποδιαιρείται στη Χαλκολιθική Ι περίοδο, που εντάσσεται μεταξύ του 3900 και 2900 και στη Χαλκολιθική II και III, που διαρκεί από το 2900 μέχρι το 2500. Οι επιφανειακές έρευνες του Κλάδου της Αρχαιολογικής Επισκόπησης του Τμήματος Αρχαιοτήτων είχαν σαν αποτέλεσμα την επισήμανση περισσοτέρων από 100 χαλκολιθικών συνοικισμών σ' ολόκληρο το νησί, από τους οποίους όμως ελάχιστοι έχουν ανασκαφεί. Από τους ανασκαφέντες συνοικισμούς η Παμπούλα στην Ερήμη και η Καλαβασός Α της επαρχίας Λεμεσού, καθώς και ο Βαθυρκάκας της επαρχίας Πάφου, αντιπροσωπεύουν την Χαλκολιθική Ι περίοδο. Οι Λάκκοι της Λέμπας, τα Μοσφύλια και τα Μηλούδκια της Κισσόνεργας της Πάφου, η Φιλιά Β και ο Άγιος Γεώργιος στην Αμπελικού της επαρχίας Λευκωσίας, αντιπροσωπεύουν την Χαλκολιθική II και III περίοδο.

 

Η οικιακή αρχιτεκτονική της Χαλκολιθικής περιόδου χαρακτηρίζεται από ένα κράμα παλαιότερων συνθετικών στοιχείων και από μερικές καινοτομίες, που παρουσιάζονται στους συνοικισμούς της Ερήμης, της Λέμπας και της Κισσόνεργας.

 

Οι κατοικίες στην Ερήμη είναι ακανόνιστες κυκλικές, λαξευμένες τμηματικά στο φυσικό βράχο, όπως είναι περίπου και οι κατοικίες της Καλαβασού Α' και το υπέργειο τμήμα τους είναι κατασκευασμένο από ξύλα επενδυμένα με παχύ στρώμα πηλού. Μια άλλη παραλλαγή είναι η ολότελα υπέργεια κατοικία σε σχήμα κώνου. Τα θεμέλια και το κυκλικό κάτω μέρος είναι λιθόκτιστα και η ανωδομή κατασκευασμένη από πασσάλους, που καταλήγουν στην κορφή ενός άλλου πασσάλου, στηριγμένου στο κέντρο του δαπέδου. Σε απόκεντρα σημεία των γήινων δαπέδων υπήρχαν μικρές λιθόκτιστες κυκλικές εστίες και παρόμοιες έξω από τις κατοικίες. Η μέση διάμετρος των κυκλικών κατοικιών της Ερήμης είναι 4 μέτρα, αλλά σε μερικές περιπτώσεις φθάνει τα 6 μέτρα. Υπάρχουν επίσης δείγματα κατοικιών διαιρεμένων σε ένα ή δυο μικρότερους διαδοχικούς χώρους.

 

Οι κατοικίες, που έχουν αποκαλυφθεί στους Λάκκους της Λέμπας παρουσιάζουν αρκετές αρχιτεκτονικές ομοιότητες με τις κατοικίες της Παμπούλας στην Ερημη. Είναι όλες υπέργειες με κυκλικές κατόψεις. Τα θεμέλια και το κατώτερο μέρος των τοίχων είναι κτισμένα με αργούς λίθους και το πάνω μέρος των τοίχων με πλιθάρια. Οι στέγες πιθανό να ήσαν κωνικές, από κλαδιά και ξύλα, που καλύπτονταν με παχιά επίστρωση πηλού. Τα δάπεδα ήσαν επιστρωμένα με συμπαγές στρώμα πηλού και στο κέντρο τους υπήρχε ξύλινος πάσσαλος, που στήριζε τη στέγη. Οι εσωτερικές όψεις των τοίχων ήσαν επενδυμένες με πηλό. Η διάμετρος των δαπέδων είναι ανάλογη με τη χρήση των κατοικιών: στις μικρές κατοικίες, που χρησιμοποιούνταν σαν εργαστήρια ή κουζίνες, δεν ξεπερνά τα 3 μέτρα, αλλά στις μεγάλες, που αποτελούσαν τον μόνιμο χώρο διαμονής, φθάνει τα 9 μέτρα. Οι μεγάλες κατοικίες χωρίζονταν συνήθως σε δυο μικρότερους χώρους με ενδιάμεσο τοίχο από αργούς λίθους στο κάτω μέρος και από κλαδιά και ξύλα, επενδυμένα με πηλό, στο πάνω μέρος.

 

Στα Μηλούδκια της Κισσόνεργας αντί των γνωστών χαλκολιθικών κατοικιών, αποκαλύφθηκαν μεγάλα ορύγματα ακανόνιστου σχήματος, που το μήκος τους φθάνει τα 16 μέτρα, το πλάτος τους κυμαίνεται μεταξύ 3 και 6 μέτρων και το μέσο βάθος τους είναι 1,5 μέτρο.

 

Ο συνοικισμός στα Μοσφύλια παρουσιάζει δυο διαδοχικές αρχιτεκτονικές φάσεις. Οι κατοικίες της πρώτης φάσης έχουν κυκλικές κατόψεις με διαμέτρους που κυμαίνονται μεταξύ 8 και 11 μέτρων και δάπεδα επιστρωμένα με συμπαγές στρώμα πηλού. Η δεύτερη φάση χαρακτηρίζεται από παρόμοιες κατοικίες αλλά μικρότερες, με μια μέση διάμετρο 5 μέτρων.

 

Ταφική αρχιτεκτονική: Η προκεραμεική αρχιτεκτονική παράδοση και τα ταφικά έθιμα της Χοιροκοιτίας αναβιώνουν στο συνοικισμό της Παμπούλας στην Ερήμη. Οι νεκροί θάβονταν μέσα σε μικρούς λακκοειδείς τάφους κάτω από τα δάπεδα και έξω από τις κατοικίες, κοντά στην είσοδο, σε συνεσταλμένη στάση, και συνοδεύονταν από πλούσια κτερίσματα. Σε μερικές περιπτώσεις βρέθηκαν και μεγάλοι ακατέργαστοι λίθοι πάνω στο σώμα του νεκρού.

 

Η πιο αντιπροσωπευτική εικόνα της χαλκολιθικής ταφικής αρχιτεκτονικής παρουσιάζεται σε τρεις από τους άθικτους τάφους στο νεκροταφείο του Βαθυρκάκα, κοντά στο χωριό Σουσκιού της Πάφου, που σκάφτηκαν συστηματικά από το Τμήμα Αρχαιοτήτων το 1975. Το νεκροταφείο βρίσκεται σε μικρό υψίπεδο πάνω στην ανατολική όχθη του ποταμού Διαρίζου και συνορεύει με εκτενή χαλκολιθικό συνοικισμό που δεν έχει ακόμη ανασκαφεί.

 

Οι ανασκαφέντες τάφοι είναι φιαλόσχημοι λακκοειδείς, με ελλειψοειδές στόμιο και ακανόνιστο κυκλικό δάπεδο, και λαξευμένοι στο σκληρό, φυσικό ασβεστολιθικό πέτρωμα. Το μέσο βάθος τους είναι 2 περίπου μέτρα και το πλάτος τους κυμαίνεται μεταξύ 1,50 και 2 μέτρων στο δάπεδο και μεταξύ 75 και 90 εκατοστών στο στόμιο. Μετά τις ταφές, οι τάφοι γεμίστηκαν με χώμα και τα στόμιά τους κλείστηκαν με μεγάλες ασβεστολιθικές πλάκες. Οι τάφοι βρέθηκαν εντελώς άθικτοι και, σύμφωνα με τα ανασκαφικά δεδομένα, είχαν χρησιμοποιηθεί για διπλές και τριπλές ταφές. Στον πρώτο και στον δεύτερο τάφο βρέθηκαν από δυο σκελετοί σε συνεσταλμένη στάση και στον τρίτο τάφο τρεις σκελετοί σε παρόμοια στάση.

 

Οι τάφοι στους Λάκκους της Λέμπας και στα Μηλούδκια της Κισσόνεργας βρίσκονται κάτω από τα δάπεδα των κατοικιών και είναι πανομοιότυποι με τους τάφους της Ερήμης. Όμως δυο τάφοι στα Μοσφύλια, που βρέθηκαν κάτω από το δάπεδο μιας κατοικίας εγκαινιάζουν μια νέα ταφική αρχιτεκτονική, γύρω στα τέλη της Χαλκολιθικής II περιόδου. Πρόκειται για θαλαμοειδείς τάφους, που αποτελούν εξέλιξη από τους λακκοειδείς και που θα επικρατήσουν καθ' όλη τη διάρκεια της εποχής του Χαλκού. Ο πρώτος τάφος αποτελείται από κάθετο δρόμο, που οδηγεί απ' ευθείας σε δυο κυκλικούς νεκρικούς θαλάμους. Ο ένας θάλαμος χρησιμοποιήθηκε για διπλή ταφή κι ο άλλος για μια ταφή. Στη διπλή ταφή οι σκελετοί των νεκρών βρέθηκαν αντικριστοί με τις πλευρές στο δάπεδο και με πιασμένα τα χέρια. Δυο φλασκιά ή φακοειδή αγγεία με εκροές ήσαν τα μοναδικά κτερίσματα, που αφιερώθηκαν στο ζευγάρι των νεκρών. Μια άλλη καινοτομία στα ταφικά έθιμα είναι οι ταφές μέσα σε μεγάλα αγγεία. Μια τέτοια ταφή βρέθηκε πάλι κάτω από το δάπεδο μιας άλλης κατοικίας.

 

ΠΡΩΙΜΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ (2500 - 1900 π.Χ.)

 

Η Πρώιμη εποχή του Χαλκού χωρίζεται σε τρεις διαδοχικές χρονικές περιόδους, που, αντίστοιχα, διαρκούν από το 2500 μέχρι το 2075, από το 2075 μέχρι το 2000 και από το 2000 μέχρι το 1900 π.Χ. Στην πρώτη περίοδο, που πριν από την πρόσφατη αναθεώρηση των χρονολογιών ήταν γνωστή σαν Χαλκολιθική III περίοδος, συνεχίζεται η παράδοση της τελευταίας φάσης του χαλκολιθικού πολιτισμού και ταυτόχρονα παρουσιάζεται μια μεγάλη ανάπτυξη στον οικονομικό τομέα και στις εμπορικές σχέσεις του νησιού με τις γειτονικές χώρες, ιδιαίτερα με την κεντρική περιοχή της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας. Τούτο οφείλεται ολότελα στην ανακάλυψη των πλούσιων κοιτασμάτων του χαλκού, στο ξεκίνημα της ανόρυξης και εκμετάλλευσης του πολύτιμου αυτού ορυκτού προϊόντος και της εγχώριας και ξένης κατανάλωσής του. Τόσο για την πρώτη όσο και για τις δυο άλλες περιόδους της Πρώιμης εποχής του Χαλκού, οι περισσότερες αρχαιολογικές μαρτυρίες προέρχονται από συστηματικές και σωστικές ανασκαφές τάφων και από ελάχιστες στρωματογραφικές ανασκαφικές έρευνες σε συνοικισμούς. Έτσι η πρώτη περίοδος της εποχής αυτής αντιπροσωπεύεται αποκλειστικά από τους ανασκαφέντες τάφους, που κυρίως συγκεντρώνονται στη βορειοδυτική περιοχή του νησιού και ειδικά στην περιοχή της Μόρφου, από αμυδρά κατάλοιπα μικρού συνοικισμού στην τοποθεσία Αλώνια στο χωριό Κυρά της ίδιας περιοχής και από το συνοικισμό και το νεκροταφείο στην τοποθεσία Καμινούδκια της Σωτήρας Λεμεσού. Το πιο σημαντικό ταφικό αρχαιολογικό υλικό προέρχεται από τα νεκροταφεία της Φιλιάς Β, της Βασίλειας, της Μόρφου, της Κυράς και της Αγίας Παρασκευής, Λευκωσίας.

 

Η δεύτερη και τρίτη περίοδος της Πρώιμης εποχής του Χαλκού, που είναι διάχυτη σ' ολόκληρο το νησί, αντιπροσωπεύεται από τα νεκροταφεία στους Βουνούς, στη Δένεια, στη Λάπηθο, στον Κοτσιάτη, στο Μαργί, στην Αυδήμου και στην Αγία Παρασκευή Λευκωσίας. Το πλουσιότερο και σημαντικότερο ταφικό αρχαιολογικό υλικό προέρχεται από τους τάφους των νεκροταφείων στους Βουνούς, κοντά στο Πέλλα Πάις.

 

Οικιακή αρχιτεκτονική: Τα λιγοστά οικιακά κατάλοιπα, που αποκαλύφθηκαν στα Καμινούδκια μαρτυρούν ότι η οικιακή αρχιτεκτονική της πρώτης περιόδου της Πρώιμης εποχής του Χαλκού αποτελεί εξέλιξη από τους αρχιτεκτονικούς τύπους των τετράπλευρων κατοικιών του νεολιθικού συνοικισμού της Σωτήρας. Οι κατοικίες είναι λιθόκτιστες με ορθογώνιες κατόψεις και διαιρούνται σε αρκετούς μικρότερους χώρους.

 

Μερικοί καλοδιατηρημένοι τοίχοι, σε μέσο ύψος ενός μέτρου, έχουν πάχος που φθάνει σχεδόν τα 2 μέτρα. Τα δάπεδα των κατοικιών είναι επιστρωμένα με συμπαγές παχύ στρώμα πηλού και εφοδιασμένα με απόκεντρες πηλόκτιστες κυκλικές εστίες και χαμηλά λιθόκτιστα έδρανα, που εφάπτονται στους πλάγιους τοίχους. Μια και μοναδική εξώθυρα στην πρόσοψη κάθε κατοικίας αποτελούσε και την κύρια είσοδο, που επικοινωνούσε με άλλες μικρότερες στους τοίχους του εσωτερικού χώρου.

 

Ταφική αρχιτεκτονική: Οι αρχιτεκτονικοί τύποι των ανασκαφέντων τάφων παρουσιάζουν μια ομοιομορφία και στις τρεις διαδοχικές περιόδους της Πρώιμης εποχής του Χαλκού και αποτελούν εξέλιξη από την αρχιτεκτονική των χαλκολιθικών τάφων, που βρέθηκαν στην τοποθεσία Μοσφύλια της Κισσόνεργας. Οι τάφοι είναι λαξευτοί μέσα στο φυσικό βράχο σε νεκροταφεία που συνορεύουν με τους συνοικισμούς και αποτελούνται από κάθετο, ορθογώνιο ή ακανόνιστο τετράγωνο δρόμο, από στόμια με παρόμοια σχήματα, και από ένα σπηλαιόσχημο νεκρικό θάλαμο με επίπεδο δάπεδο και με κυρτά, συνήθως, τοιχώματα. Οι νεκροί, ένας ή περισσότεροι, τοποθετούνταν σε οριζόντια στάση και συνοδεύονταν από πλούσια κτερίσματα, που περιλάμβαναν πήλινα αγγεία, χάλκινα εργαλεία, εγχειρίδια, όπλα, σκουλαρίκια, περόνες, βραχιόλια και άλλα κοσμήματα, αγγεία από αιγυπτιακό αλάβαστρο, πήλινα σφονδύλια, ελάχιστα λίθινα αγγεία και εργαλεία και άλλα αντικείμενα.

 

ΜΕΣΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ (1900 – 1650 π.Χ.)

 

Οικιακή αρχιτεκτονική: Η Μέση εποχή του Χαλκού, που διαρκεί από το 1900 μέχρι το 1650 περίπου π.Χ., σ' αντίθεση με την Πρώιμη εποχή του Χαλκού, αντιπροσωπεύεται από αρκετά οικιακά και άλλα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα και από πολυάριθμους τάφους, που συγκεντρώνονται περισσότερο στο νοτιοανατολικό τμήμα του νησιού. Τα πρώτα οικιακά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα αποκαλύφθηκαν το 1960 στην Καλοψίδα της επαρχίας Αμμοχώστου. Πρόκειται για μια μεγάλη κατοικία διαστάσεων 15 Χ 12 μ. που αποτελείται από 10 δωμάτια ορθογώνιου σχήματος, κτισμένα γύρω από τις 3 πλευρές ενός τετράγωνου ανοικτού χώρου, που αποτελεί ένα είδος υπαίθριας αυλής. Τα θεμέλια και το κατώτερο μέρος των τοίχων είναι λιθόκτιστα και το πάνω μέρος πλινθόκτιστο. Στην ανατολική της πλευρά η κατοικία ενώνεται με άλλο κτίριο, που δεν έχει ανασκαφεί, και κατά μήκος της νότιας πλευράς της υπάρχει ένας δρόμος. Τα δάπεδα των δωματίων είναι καμωμένα από χτυπητή γη και οι στέγες επίπεδες.

 

Άλλα αρχιτεκτονικά οικιακά κατάλοιπα που ανήκουν σε σημαντικό συνοικισμό και αρκετοί τάφοι από το νεκροταφείο του ίδιου συνοικισμού, ανασκάφηκαν μεταξύ του 1975 και του 1977 στην τοποθεσία Φανερωμένη του χωριού Επισκοπή Λεμεσού. Αποκαλύφθηκαν συνολικά τα θεμέλια και το κάτω μέρος δυο κατοικιών, που χωρίζονται μεταξύ τους από ένα δρόμο. Η αρχιτεκτονική των κατοικιών, που υποδιαιρούνται σε μικρότερα τετράγωνα δωμάτια, είναι πανομοιότυπη μ' εκείνη της Καλοψίδας.

 

Παρόμοιος συνοικισμός με την ίδια οικιακή αρχιτεκτονική και με τους ίδιους τύπους κεραμεικής ανασκάφηκε σε μικρή κλίμακα στην τοποθεσία Μούττες του χωριού Αλάμπρα μεταξύ του 1976 και του 1980. Έχουν βρεθεί μεγάλες κατοικίες, που χωρίζονται σε 3 και 4 ορθογώνια δωμάτια με πολύ καλά διατηρημένους τοίχους σε ύψος που φθάνει τα 2 μ. Το νεκροταφείο του συνοικισμού επισημάνθηκε σε απόσταση 150 μ. περίπου, στη νότια πλευρά του λόφου.

 

Οχυρωματικά έργα: Εκτός από την οικιακή αρχιτεκτονική, στη Μέση εποχή του Χαλκού ανακαλύφθηκαν και αρχιτεκτονικά δείγματα από διάφορα οχυρωματικά έργα. Στη Νιτοβίκλα της Καρπασίας υπάρχουν τα κατάλοιπα φρουρίου, πάνω στην κορφή ανώμαλου λόφου, που είναι κτισμένο σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά οχυρωματικά πρότυπα της Μικράς Ασίας, της Συρίας και της Παλαιστίνης. Το όλο φρουριακό σύμπλεγμα αποτελούν αρκετά δωμάτια, που υπάγονται σε μεγάλο ενιαίο τετράγωνο κτίριο, γύρω από μια υπαίθρια αυλή. Οι στέγες των δωματίων, που χρησίμευαν σαν παρατηρητήρια, ήσαν επίπεδες και πολύ πιθανό κατασκευασμένες από ξύλα. Η κύρια είσοδος του φρουρίου ήταν πλαισιωμένη από δυο λιθόκτιστους πύργους. Άλλα παρόμοια κατάλοιπα φρουρίων έχουν επισημανθεί κοντά στο Κρηνί της Κερύνειας, στο δάσος της Καρπασίας και στον Άγιο Σωζόμενο Λάρνακας. Στο Κρηνί είναι συνδυασμένα και με τμήμα αμυντικού τείχους. Η κατασκευή των οχυρωματικών αυτών έργων στη Μέση εποχή του Χαλκού συμπίπτει με την περίοδο των επιδρομών των Υκσώς στην ανατολική Μεσόγειο, που είχαν ήδη καταλάβει την Αίγυπτο και λεηλατήσει αρκετές άλλες περιοχές. Δεν αποκλείεται, επομένως, να αποπειράθηκαν να λεηλατήσουν ή ακόμα και να καταλάβουν και την Κύπρο, που αυτήν ακριβώς την εποχή είχε φθάσει στο απόγειο της παραγωγής και εξαγωγής του χαλκού της, και τα αμυντικά αυτά έργα να κτίστηκαν γι' αυτόν ειδικά τον λόγο. Πολύ πιθανό όμως οι Υκσώς να μη πέρασαν καθόλου από το νησί, γιατί καμιά τέτοια αρχαιολογική μαρτυρία δεν έχει μέχρι σήμερα αποκαλυφθεί, και τα φρούρια αυτά να κτίστηκαν για καθαρά εσωτερικούς αμυντικούς λόγους, που σχετίζονταν με πιθανές ταραχές και διενέξεις μεταξύ των κατοίκων του νησιού για την επικυριαρχία και τον έλεγχο των πλούσιων μεταλλείων του χαλκού.

 

Ταφική αρχιτεκτονική: Η ταφική αρχιτεκτονική συνεχίζει τους τύπους των λαξευτών θαλαμοειδών τάφων της Πρώιμης εποχής του Χαλκού με ελάχιστες, αλλά πολύ σημαντικές, καινοτομίες. Η πρώτη αρχιτεκτονική καινοτομία παρατηρείται σ' ένα μεγάλο θαλαμοειδή τάφο, που βρέθηκε στα Παλιάλωνα, κοντά στο Κάρμι της Κερύνειας. Το πάνω μέρος της πρόσοψης του τάφου αυτού είναι σκαλισμένο και μοιάζει με πρόσοψη κατοικίας. Στη βόρεια πλευρά του δρόμου του τάφου υπάρχει ενσωματωμένη στο βράχο, μια ανάγλυφη ανθρώπινη μορφή, επιπεδόσχημη και ατημέλητη, που ξεπερνά το ύψος του ενός μέτρου. Η μορφή αυτή αποτελεί το αρχαιότερο ταφικό ανάγλυφο στην Κύπρο. Μια άλλη καινοτομία είναι η κατασκευή τύμβων πάνω από τους τάφους, που φαίνεται να είναι μια αρχιτεκτονική επίδραση από τη Συρία και την Παλαιστίνη, θαλαμοειδείς λαξευτοί τάφοι με τύμβους βρέθηκαν στα Παλιοσκούτελλα της Καρπασίας.

 

Η ομοιογένεια που χαρακτηρίζει την ταφική αρχιτεκτονική παρατηρείται και στα ταφικά έθιμα, αλλά σε μερικές περιπτώσεις οι νεκροί θάβονται καθιστοί και ακουμπισμένοι στα τοιχώματα των ταφικών θαλάμων. Τα νεκρικά κτερίσματα είναι πολυποίκιλα και πλουσιότατα και περιλαμβάνουν άφθονα πήλινα αγγεία, χάλκινα όπλα και εργαλεία, πήλινα, οστέινα και χάλκινα μικροτεχνικά είδη, κοσμήματα από χρυσάφι, χαλκό, φαγεντιανή και πολύτιμους λίθους, διάφορα τρόφιμα και άλλα.

 

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΧΑΛΚΟΥ (1650-1050 π.Χ.)

 

Όπως και η Πρώιμη, έτσι και η Τελευταία εποχή του Χαλκού χωρίζεται σε τρεις διαδοχικές περιόδους, των οποίων τα χρονικά όρια εντάσσονται αντίστοιχα μεταξύ 1650-1475, 1475-1225 και 1225-1050 π.Χ.

 

Οικιακή αρχιτεκτονική: Τα αντιπροσωπευτικά οικιακά αρχιτεκτονικά δείγματα της πρώτης περιόδου της Τελευταίας εποχής του Χαλκού προέρχονται από τον αρχαιολογικό χώρο της Τούμπας του Σκούρου, που βρίσκεται κοντά στον ποταμό Οβκό, 4 περίπου χιλιόμετρα ανατολικά της Μόρφου. Πρόκειται για λιγοστά οικοδομικά κατάλοιπα πάνω σε μικρό τεχνητό λόφο, του οποίου η βόρεια πλευρά προστατεύεται από μεγάλο αναλημματικό τοίχο μήκους 30 μ. περίπου. Από τα κατάλοιπα αυτά μερικοί λιθόκτιστοι τοίχοι σχηματίζουν μικρά συνεχόμενα δωμάτια με τετράγωνες και ορθογώνιες κατόψεις. Πάνω στα δάπεδα των δωματίων, που είναι καμωμένα από κτυπητή γη και είναι επιστρωμένα από λεπτό στρώμα πηλού, υπάρχουν τα υπολείμματα κεραμεικών κλιβάνων, λεκανών και εδράνων (πάγκων) που μαρτυρούν ότι το σύνολο του αποκαλυφθέντος οικοδομικού συμπλέγματος ταυτίζεται με εργαστήριο κεραμεικής.

 

Παρόμοια οικοδομικά συμπλέγματα κεραμεικών εργαστηριακών εγκαταστάσεων αποκαλύφθηκαν κατά μήκος της νότιας πλευράς και στα κατώτερα τμήματα του λόφου και σε ελάχιστη απόσταση απ' αυτά σκάφτηκαν μερικοί άθικτοι θαλαμοειδείς τάφοι, που απέδωσαν πολυάριθμα εκλεκτά δείγματα κεραμεικής και διάφορα άλλα αντικείμενα του 16ου αιώνα π.Χ.

 

Οι ίδιοι στερεότυποι τύποι οικιακής αρχιτεκτονικής, που ακολουθούν την παράδοση των προηγουμένων αρχιτεκτονικών προτύπων, συνεχίζονται και στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα της δεύτερης περιόδου της Τελευταίας εποχής του Χαλκού και αντιπροσωπεύονται από τα κατάλοιπα των κατοικιών στο συνοικισμό του Καράμαλλου, κοντά στο χωριό Απλίκι στην κοιλάδα της Μαραθάσας. Λόγω της μεγάλης κλίσεως του εδάφους στον Καράμαλλο. το βόρειο μέρος των κατοικιών είναι ολότελα λαξευτό στο φυσικό βράχωμα του λόφου και το υπόλοιπο κτιστό από αργούς λίθους και πλιθάρια. Οι κατόψεις των κατοικιών είναι τετράγωνες και τα δάπεδά τους κατασκευασμένα από χτυπητή γη.

 

Γύρω στα τέλη της δεύτερης περιόδου, το 1230 περίπου π.Χ., και σε ολόκληρη τη διάρκεια της τρίτης περιόδου της Τελευταίας εποχής του Χαλκού, η οικιακή και γενικότερη κυπριακή αρχιτεκτονική παρουσιάζει μια απότομη ριζική αλλαγή και αλματώδη εξέλιξη, που συνδέεται άμεσα με την άφιξη και μόνιμη εγκατάσταση των Μυκηναίων αποίκων, με την κυριαρχία του μυκηναϊκού πολιτισμού, με την αισθητή άνοδο του κοινωνικο-οικονομικού επιπέδου και με τη γενική πρόοδο και πολιτιστική ανάπτυξη. Το αναμφισβήτητο αυτό γεγονός οφείλεται αποκλειστικά στα ανεξάντλητα μεταλλεία του χαλκού και στο μονοπώλιο του πολύτιμου αυτού μεταλλεύματος στις γειτονικές χώρες της Εγγύς Ανατολής, στην ηπειρωτική Ελλάδα, στο Αιγαίο, στην Κρήτη και στην Αίγυπτο, που έγιναν αστείρευτη πηγή πλούτου και ευημερίας στο νησί.

 

Τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εξελιγμένης κυπριακής αρχιτεκτονικής είναι η αυστηρή πολεοδομική διάταξη, το επιμελημένο ισοδομικό οικοδομικό σύστημα με πελεκητούς ασβεστόλιθους, έντεχνα επεξεργασμένους, οι ακριβείς αναλογίες και η απόλυτη συμμετρία στη διαρρύθμιση του εσωτερικού χώρου των κατοικιών, η προσθήκη λουτρών και αποχωρητηρίων στους οικιακούς χώρους, η εγκατάσταση αποχετεύσεων και οι στερεές οχυρώσεις των πόλεων με τα μυθικά «κυκλώπεια» τείχη. Πολλά από τα αντιπροσωπευτικά δείγματα των νέων αυτών αρχιτεκτονικών μεταρρυθμίσεων και επινοήσεων, αποκαλύφθηκαν στους αρχαιολογικούς χώρους του Κιτίου, της Σίντας, του Αγίου Δημητρίου στην Καλαβασό, του Κοκκινόκρεμμου στην Πύλα, του Παλιόκαστρου - Μάας στον Κόλπο των Κοραλλίων της Πάφου, του Μαρωνιού, της πόλης κοντά στο μουσουλμανικό τέμενος Χαλά Σουλτάν Τεκκέ και όλα ανεξαίρετα συγκεντρώνονται στις ιδιωτικές κατοικίες και στα δημόσια κτίρια της τρίτης και τέταρτης κατά σειράν οικοδομικής φάσης στην πόλη της Έγκωμης Αμμοχώστου, των οποίων οι αντίστοιχες χρονολογήσεις εντάσσονται στο 1230 και μεταξύ 1200 - 1190 π.Χ.

 

Ο ανασκαμμένος χώρος της Έγκωμης έχει έκταση 350 μ. από τα ανατολικά στα δυτικά και 400 μ. από τα βόρεια στα νότια σύνορά του. Ολόκληρος ο χώρος είναι καλυμμένος από τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα των ερειπωμένων οικοδομημάτων και περιτριγυρισμένος με «κυκλώπεια» τείχη, που είναι κτισμένα από δυο σειρές ακατέργαστων ογκόλιθων, στο κάτω μέρος και από πλιθάρια στο πάνω μέρος. Με παρόμοια «κυκλώπεια» τείχη περιβάλλονταν οι πόλεις του Κιτίου και της Σίντας και ο στρατιωτικός καταυλισμός στο Παλιόκαστρο - Μάα του Κόλπου των Κοραλλίων. Το μέσο ύψος των διατηρημένων τειχών της Έγκωμης είναι 1,5μ. Κατά μήκος της βόρειας, της νότιας και της δυτικής πλευράς του τείχους υπάρχουν αρκετοί πύργοι σε άνισες μεταξύ τους αποστάσεις, των οποίων το μέσο μήκος είναι 4-5 μ. και το βάθος 2-3 μ. Στο κέντρο της πόλης διασταυρώνονται δυο ευθύγραμμοι δρόμοι, που καταλήγουν ο ένας στη βόρεια και τη νότια πύλη και ο άλλος στην ανατολική και τη δυτική πύλη των τειχών.

 

Οκτώ άλλοι ευθύγραμμοι δρόμοι, με κατεύθυνση ανατολικο-δυτική, συμπληρώνουν το τέλειο οδικό σύστημα της πόλης. Στο κέντρο της πόλης δεσπόζει, ανάμεσα στα κατάλοιπα των κτιρίων, μια πλακόστρωτη πλατεία.

 

Οι ιδιωτικές κατοικίες είναι κτισμένες από αργούς και πελεκητούς λίθους και αποτελούνται από 2-6 δωμάτια, με τετράγωνες και ορθογώνιες κατόψεις. Τα δάπεδα είναι συνήθως καμωμένα από χτυπητή γη και καλυμμένα με παχύ στρώμα πηλού ή αργίλου. Όλες οι κατοικίες είναι εφοδιασμένες με θύρες και παράθυρα και με τους ανάλογους χώρους υγιεινής. Τα λουτρά είναι συνήθως μικρά δωμάτια με δάπεδα από ασβεστοκονίαμα και τα αποχωρητήρια μικρότερα ορθογώνια δωμάτια, που επικοινωνούν άμεσα με τον κατοικήσιμο χώρο. Σε διάφορα σημεία του εξωτερικού χώρου των κατοικιών υπάρχουν κατάλοιπα αποχετευτικών λάκκων. Όλα τα δωμάτια των κατοικιών είναι συνήθως συγκεντρωμένα με συμμετρική διάταξη γύρω από τις τρεις πλευρές μιας εξωτερικής ορθογώνιας αυλής. Την ίδια αρχιτεκτονική διάταξη, με ελαφρές παραλλαγές στη διαρρύθμιση του εσωτερικού χώρου, ακολουθούν και μερικές από τις ιδιωτικές κατοικίες, που αποκαλύφθηκαν στο συνοικισμό του Αγίου Δημητρίου κοντά στην Τέντα της Καλαβασού.

 

Ανάμεσα στις απλές και απέριττες κατοικίες της Έγκωμης δεσπόζουν τρία επιβλητικά ιερά τεμένη κι ένα μεγάλο μνημειακό δημόσιο κτίριο, κτισμένα με απαράμιλλη αρχιτεκτονική τελειότητα. Το δημόσιο κτίριο, που είναι γνωστό με την ονομασία κτίριο 18 και που ταυτίστηκε από τον ανασκαφέα με ανάκτορο, είναι ολότελα κτισμένο από μεγάλους συμμετρικούς και ομοιόμορφους ισοδομικούς πελεκητούς ασβεστόλιθους, που το μήκος τους φθάνει τα 3 μ., το πλάτος τα 70 εκατοστά και το ύψος τα 1,50 μ. Οι 4 πλευρές του κτιρίου περιβάλλονται από ισάριθμους δρόμους και καταλαμβάνουν ένα ολόκληρο τετράγωνο. Η κύρια πρόσοψή του, που αντικρίζει το νότο, έχει μήκος περισσότερο από 40 μ. και είναι εφοδιασμένη με 4 εισόδους, μέσου πλάτους 2 μ. η κάθε μια, και με 4 παράθυρα. Όλα τα δωμάτια είναι κτισμένα με μικρότερους πελεκητούς ασβεστόλιθους και συγκεντρωμένα γύρω από μια εσωτερική υπαίθρια αυλή. Το κτίριο κτίστηκε στις αρχές της τρίτης φάσης της Τελευταίας εποχής του Χαλκού και γύρω στα τέλη της ίδιας εποχής τα μεγάλα παράθυρά του κλείστηκαν με αργούς λίθους και χαλίκια, στα δωμάτιά του προστέθηκαν βοηθητικοί χώροι και το όλο μνημειακό οικοδόμημα μεταβλήθηκε σε εργαστήριο επεξεργασίας του χαλκού.

Φώτο Γκάλερι