Αρχιτεκτονική

Παλαιοχριστιανική- Βυζαντινή

Η παλαιοχριστιανική αρχιτεκτονική της Κύπρου αρχίζει ουσιαστικά στα τέλη του 4ου αιώνα. Τίποτε δεν είναι γνωστό για την εκκλησιαστική αρχιτεκτονική πριν από την εποχή αυτή. Μόνο, ίσως, το Μαρτύριο του Αγίου Ηρακλειδίου στο Πολιτικό είναι παλαιότερο του τέλους του 4ου αιώνα. Εντούτοις η ύπαρξη χριστιανικών εκκλησιών τουλάχιστον από τις αρχές του 4ου αιώνα είναι πολύ πιθανή, γιατί η Εκκλησία της Κύπρου ήταν ήδη τότε καλά οργανωμένη και πήρε μέρος στην Α' Οικουμενική Σύνοδο του 325 μ.Χ. Από την άλλη, τα αγιολογικά κείμενα (Βίος αγίου Επιφανίου, Βίος αγίου Αυξιβίου) μας πληροφορούν ότι οι μεγάλες παλαιοχριστιανικές βασιλικές της Σαλαμίνος και των Σόλων αντικατέστησαν άλλες μικρότερες εκκλησίες. Στους Σόλους μάλιστα κατά την ανασκαφή της μεγάλης βασιλικής βρέθηκαν κάτω από το δάπεδό της υπολείμματα παλαιότερου κτιρίου που θεωρήθηκε σαν βασιλική του 4ου αιώνα. Όμως ο διαφορετικός προσανατολισμός του κτιρίου αυτού, η διαίρεσή του σε 4 κλίτη με μικρούς ορθογώνιους πεσσούς, κι ο χαρακτήρας των ψηφιδωτών του, δικαιολογούν τις αμφιβολίες που εκφράστηκαν ως προς τον χαρακτήρα του.

 

Οι μεγάλοι σεισμοί του 332 και του 342 και οι μεγάλες περίοδοι ανομβρίας κατά τον 4ο αιώνα για τις οποίες μιλούν τα αγιολογικά κείμενα της εποχής κι αργότερα ο Λεόντιος Μαχαιράς, συνέβαλαν στην οικονομική κατάπτωση της Κύπρου. Μόνο στα τέλη του 4ου αιώνα η οικονομική ανάκαμψη επέτρεψε την ανοικοδόμηση μεγάλων χριστιανικών ναών, στον τύπο της βασιλικής. Μέχρι σήμερα έχουν επισημανθεί 56 παλαιοχριστιανικές βασιλικές σε διάφορα μέρη της Κύπρου, καμιά όμως δεν έχει σωθεί μέχρι σήμερα. Οι συχνοί σεισμοί και οι αλλεπάλληλες αραβικές επιδρομές του 7ου και του 8ου αιώνα κατέστρεψαν τις βασιλικές αυτές και μόνο οι αψίδες 5 βασιλικών σώθηκαν, ενσωματωμένες σε μεταγενέστερους βυζαντινούς ναούς. Σώθηκαν ακόμη μεγάλα τμήματα των ξυλόστεγων βασιλικών της Αφέντρικας και της Συκάς του Ριζοκαρπάσου, ενσωματωμένα στις καμαροσκέπαστες βασιλικές του 8ου αιώνα, που κι αυτές είναι σήμερα ερειπωμένες.

 

Αν και έχουν ανασκαφεί λιγότερες από 20 βασιλικές, ωστόσο είναι βέβαιο πως όλες οι παλαιοχριστιανικές βασιλικές της Κύπρου, από τα τέλη του 4ου μέχρι τα μέσα του 7ου αιώνα, ήταν ξυλόστεγες. Μόνο μετά τις πρώτες αραβικές επιδρομές κτίστηκαν καμαροσκέπαστες βασιλικές στα ερείπια ξυλόστεγων που είχαν καταστραφεί.

 

Οι περισσότερες από τις βασιλικές που έχουν ανασκαφεί είναι τρίκλιτες. Τρεις μόνο, του Αγίου Επιφανίου στη Σαλαμίνα, της Αγίας Κυριακής στην Κάτω Πάφο και της Αχειροποιήτου στη Λάμπουσα, ήταν πεντάκλιτες. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα σχέδια των βασιλικών του Αγίου Επιφανίου και ιδιαίτερα της Αγίας Κυριακής είναι ακανόνιστα. Δεν είναι γνωστό το σχέδιο της βασιλικής της Αχειροποιήτου γιατί μόνο το ανατολικό της τμήμα έχει ανασκαφεί.

 

Αρχικά τόσο η βασιλική του Αγίου Επιφανίου όσο και εκείνη της Αγίας Κυριακής ήσαν επτάκλιτες. Τον 6ο αιώνα όμως έγιναν ριζικές αναδιαρθρώσεις του εσωτερικού των δυο αυτών βασιλικών. Σ' εκείνη του Αγίου Επιφανίου αφαιρέθηκε η κιονοστοιχία που διαιρούσε τα δυο πλάγια εσωτερικά κλίτη με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί από τη μια και την άλλη του μέσου κλίτους ευρύ πλάγιο εσωτερικό κλίτος. Με τον τρόπο αυτό έγιναν τρία πλατιά κλίτη (το μέσο και τα δυο εσωτερικά) και δυο πολύ στενά εξωτερικά κλίτη. Αντίθετα στη βασιλική της Αγίας Κυριακής αφαιρέθηκαν οι δυο κιονοστοιχίες που χώριζαν τα πλάγια κλίτη κι αντικαταστάθηκαν από μια που επέτρεψε την ισόρροπη διεύρυνση των κλιτών.

 

Η βασιλική του Αγίου Επιφανίου κτίστηκε από τον άγιο Επιφάνιο αλλά δεν είναι βέβαιο αν συμπληρώθηκε πριν από το θάνατό του το 403.  Έχει μήκος μαζί με την αψίδα 57 μ. και πλάτος 35 μ. Έχει μια ημικυκλική αψίδα προεξέχουσα και δυο μικρότερες εγγεγραμμένες στο πάχος του ανατολικού τοίχου που επικοινωνούν με διαδρόμους ανοιγμένους στο ημικύκλιο της αψίδας. Στα δυτικά υπάρχει νάρθηκας ευρύτερος του ναού που καταλήγει στο νότο και στο βορρά σε ημικυκλικές αψίδες. Στενοί διάδρομοι που περιέχουν τις βάσεις των κλιμάκων των υπερώων, βρίσκονται κατά μήκος των μακρών τοίχων της βασιλικής ενώ πέρα απ' αυτούς υπάρχουν διαμερίσματα με εσωτερικές παραστάδες που ενώνουν τον νάρθηκα με τον ευρύ διάδρομο που οδηγεί από τα νότια κλίτη της βασιλικής στο βαπτιστήριο που βρίσκεται ανατολικότερα. Οι μακροί αυτοί διάδρομοι ερμηνεύθηκαν σαν τόπος διαμονής των κατηχουμένων κατά τη θεία λειτουργία, σύμφωνα με όσα λέει ο Ευσέβιος για τη βασιλική της Τύρου. Δυτικά του νάρθηκα υπάρχει πιθανότατα αίθριο που όμως δεν έχει ανασκαφεί.

 

Η απομάκρυνση των χωμάτων που περιέβαλλαν την εκκλησία της Αχειροποιήτου στη Λάμπουσα, αποκάλυψε το ανατολικό τμήμα της βασιλικής στην οποία ανήκει και η αψίδα του σημερινού ναού. Η βασιλική αυτή είχε 5 κλίτη. Το μέσο κλίτος και τα δυο πλάγια εσωτερικά κατέληγαν σε ημικυκλικές αψίδες εγγεγραμμένες σε ευθύ ανατολικό τοίχο.

 

Η τρίτη βασιλική, της Αγίας Κυριακής στην Κάτω Πάφο, αρχικά ήταν πεντάκλιτη. Έχει μήκος χωρίς την αψίδα 48 μ. και πλάτος 39 μ. Το κεντρικό κλίτος είχε δυο αψίδες, μια εξωτερική πεντάπλευρη εξωτερικά και ημικυκλική εσωτερικά, και μια άλλη 12 μ. δυτικότερα, ημιεξάγωνη εξωτερικά και ημικυκλική εσωτερικά. Ο χώρος μεταξύ των δυο αψίδων ήταν στεγασμένος όπως φαίνεται από τις ισχυρές γρανιτένιες κολόνες που στέκονται στις βάσεις τους μέχρι σήμερα. Οι κολόνες αυτές έχουν ύψος πάνω από 7 μ. και διάμετρο στις βάσεις τους σχεδόν 1 μ. Τα πλάγια εσωτερικά κλίτη κατέληγαν επίσης σε ημικυκλικές εσωτερικά και ημιεξάγωνες εξωτερικά αψίδες. Τον 6ο αιώνα η εσωτερική αψίδα κατεδαφίστηκε ενώ το δάπεδο του ανατολικού τμήματος του μέσου κλίτους υψώθηκε κατά 0,50 μ. και καλύφθηκε με νέο ψηφιδωτό. Ταυτόχρονα μια άλλη αψίδα δημιουργήθηκε 5 μ. ανατολικά εκείνης που κατεδαφίστηκε. Η βασιλική έχει νάρθηκα προς δυσμάς που συνεχίζει με τη μορφή διαδρόμου προς τα προσκτίσματα που βρίσκονται νοτιότερα της βασιλικής. Δυτικά του νάρθηκα υπάρχει τετράστοο αίθριο που δεν έχει ακόμη ανασκαφεί πλήρως. Τα δάπεδα της βασιλικής είναι καλυμμένα με ψηφιδωτά διαφόρων περιόδων, από τα τέλη του 4ου μέχρι τον 7ο αιώνα. Κατά τον 6ο αιώνα το δάπεδο του μέσου κλίτους καλύφθηκε με μαρμαροθέτημα κάτω από το οποίο βρέθηκαν τα ωραία ψηφιδωτά δάπεδα του 4ου αιώνα.

 

Οι περισσότερες από τις βασιλικές που έχουν ανασκαφεί είναι τρίκλιτες. Μέχρι σήμερα ανασκάφηκαν 15 τρίκλιτες, από τις οποίες οι πιο σημαντικές είναι ο καθεδρικός ναός του Κουρίου, η βασιλική των Σόλων, η βασιλική της Καμπανόπετρας στη Σαλαμίνα, η Λιμενιώτισσα στην Κάτω Πάφο και η βασιλική Α' του Αγίου Γεωργίου Πέγειας.

 

Ο καθεδρικός ναός του Κουρίου είναι τρίκλιτη βασιλική μήκους 35,90 μ. και πλάτους 23 μ. Έχει ευρύ νάρθηκα στα δυτικά και κατά μήκος των μακρών πλευρών ευρείς διαδρόμους με πεζούλια και εσωτερικές αντηρίδες που θεωρούνται ο τόπος διαμονής των κατηχουμένων κατά τη λειτουργία. Το αίθριο, λόγω στενότητας χώρου, περιορίστηκε σε μικρή αυλή με μια εξαγωνική φιάλη και βορειότερα το διακονικό. Έχει μια αψίδα ημικυκλική εσωτερικά και πεντάπλευρη εξωτερικά που περιβάλλεται από ορθογώνιες αίθουσες, τα παστοφόρια και μια αυλή περίκλειστη. Βόρεια της βασιλικής βρίσκεται το βαπτιστήριο με τη μορφή μικρής τρίκλιτης βασιλικής που είχε νάρθηκα και τετράστοο αίθριο στα δυτικά με φιάλη στο κέντρο. Στη βόρεια πλευρά του αιθρίου υπήρχαν διάφορες αίθουσες με διαδρόμους για επικοινωνία με την οδό που περνούσε απ' εκεί. Δυτικά του αιθρίου, που επικοινωνούσε απευθείας με τον νάρθηκα της βασιλικής, υπήρχε ο οίκος του επισκόπου, ένα διώροφο κτίριο. Η βασιλική φαίνεται ότι κτίστηκε στα τέλη του 4ου αιώνα.

 

Η βασιλική των Σόλων, μήκους 52 μ. και πλάτους 30,40μ., ήταν διαιρεμένη σε 3 κλίτη με 12 ισχυρές λίθινες κολόνες. Το μέσο κλίτος κατέληγε σε ημικυκλική αψίδα, όπως και τα πλάγια κλίτη. Η βασιλική αυτή δεν είχε νάρθηκα, είχε όμως τεράστιο αίθριο μήκους 15,50 μ. και πλάτους 18,50 μ., στο μέσο του οποίου υπήρχε σε εξέδρα εξαγωνική φιάλη. Η ανατολική στοά του αίθριου κατέληγε στα βόρεια σε αίθουσα με ημικυκλική αψίδα. Στον βόρειο τοίχο της βασιλικής ήταν προσαρτημένο παρεκκλήσι. Το δάπεδό της καλυπτόταν με μαρμαροθέτημα, κάτω από το οποίο βρέθηκε ψηφιδωτό δάπεδο, αρχαιότερο.

 

Η βασιλική της Καμπανόπετρας στη Σαλαμίνα, είναι η πολυτελέστερη της Κύπρου. Έχει μήκος 41 μ. και πλάτος 20 μ. Δυο σειρές από 12 μαρμάρινες κολόνες χώριζαν τη βασιλική σε 3 κλίτη που κατέληγαν σε ημικυκλικές αψίδες. Σε δυο ημικυκλικές αψίδες κατέληγε κι ο ευρύτερος νάρθηκας στα δυτικά. Δυο μακροί διάδρομοι που ξεκινούσαν από τον νάρθηκα, κατέληγαν σε αίθριο, στ' ανατολικά της βασιλικής, που περιβαλλόταν στα βόρεια και νότια από στοές, ενώ στα ανατολικά του υπήρχε κλειστή στοά. Δυτικά του νάρθηκα υπήρχε επίσης τεράστιο αίθριο, στο κέντρο του οποίου υπήρχε φιάλη που στεγαζόταν από κιβώριο που στήριζαν 8 κολόνες από κοκκινοπόρφυρο μάρμαρο. Δυτικά του αιθρίου υπήρχε μεγάλη τετράγωνη αυλή που αργότερα περιβλήθηκε με στοές. Κτισμένη τον 6ο αιώνα, η βασιλική αυτή στολίστηκε με άφθονο προκοννήσιο μάρμαρο από το οποίο κατασκευάστηκαν κίονες, βάσεις και κιονόκρανα, ενώ οι τοίχοι ήσαν επενδυμένοι με μαρμάρινες πλάκες. Μεγάλες μαρμάρινες πλάκες κάλυπταν και το δάπεδο της βασιλικής αυτής.

 

Η βασιλική Α' στον Άγιο Γεώργιο Πέγειας έχει μήκος 27,80 μ. και πλάτος 19 μ. Δυο σειρές από μαρμάρινες κολόνες χώριζαν τη βασιλική σε 3 κλίτη. Δεν είχε νάρθηκα, είχε όμως τετράστοο αίθριο. Τα κλίτη κατέληγαν σε ημικυκλικές αψίδες στ' ανατολικά. Το δάπεδο της βασιλικής ήταν καλυμμένο με ψηφιδωτά. Δυτικά του αιθρίου, σε ψηλότερο επίπεδο, βρισκόταν το βαπτιστήριο που απετελείτο από μια τετράστοη αίθουσα με υπερώα, στο μέσο της οποίας βρισκόταν κυκλική κολυμβήθρα. Η αίθουσα αυτή επικοινωνούσε με μια μικρή τρίκλιτη βασιλική με εγκάρσιο κλίτος. Κατά μήκος της βόρειας πλευράς της βασιλικής υπήρχε διάδρομος και πέρα απ' αυτόν σειρά δωματίων με μικρό παρεκκλήσι.

 

Άλλη σημαντική τρίκλιτη βασιλική είναι εκείνη της Λιμενιώτισσας στην Κάτω Πάφο. Είχε μια αψίδα ημικυκλική εσωτερικά και πολύπλευρη εξωτερικά ˙ είχε επίσης νάρθηκα, αλλά όχι αίθριο. Κατά μήκος των μακρών πλευρών υπήρχαν διάδρομοι. Το δάπεδο της βασιλικής ήταν στρωμένο με μωσαϊκό. Καταστράφηκε κατά τη δεύτερη αραβική επιδρομή, όπως μαρτυρούν οι πολυάριθμες αραβικές επιγραφές που είναι χαραγμένες σε μαρμάρινες κολόνες και στο δάπεδο ενός δωματίου βόρεια της βασιλικής.

 

Τρίκλιτη βασιλική με τρεις αψίδες είναι και η βασιλική Α' της Αμαθούντος. Είχε νάρθηκα και εξωνάρθηκα, όχι όμως αίθριο. Υπήρχε ακόμη ένα παρεκκλήσι στη νότια πλευρά, όπου βρέθηκαν αρκετά γύψινα ανάγλυφα.

 

Μικρή αλλά ενδιαφέρουσα είναι η τρίκλιτη βασιλική της Αγίας Τριάδος Γιαλούσας. Είχε νάρθηκα και τρίστοο αίθριο. Ο νάρθηκας κατέληγε στη νότια πλευρά σε αψιδωτό δωμάτιο. Από εδώ ένας μακρύς διάδρομος κατά μήκος της νότιας πλευράς της βασιλικής οδηγούσε στο βαπτιστήριο. Τα δάπεδά της ήταν καλυμμένα με ψηφιδωτά που χρονολογούνται στον 5ο και 6ο αιώνα. Στη βόρεια πλευρά ήταν προσαρτημένο παρεκκλήσι. Η βασιλική είχε υπερώα.

 

Τρίκλιτη ήταν και η βασιλική του Αγίου Φίλωνος στην αρχαία Καρπασία, με βαπτιστήριο και οίκο του επισκόπου ίσως, στα νότια. Στα ερείπια της βασιλικής κτίστηκε αργότερα ο ναός του Αγίου Φίλωνος.

 

Επίσης τρίκλιτη βασιλική, του τέλους του 4ου αιώνα, είναι κι εκείνη που βρέθηκε κάτω από τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνος στην Τρεμετουσιά, καθώς και η βασιλική Αγίου Ηρακλειδίου στο ομώνυμο μοναστήρι στο Πολιτικό. Στον 5ο ή 6ο αιώνα χρονολογείται και η τρίκλιτη βασιλική ενός μικρού αγροτικού οικισμού που εξαφανίστηκε, ένα περίπου χιλιόμετρο βόρεια του Μαραθόβουνου. Τα κλίτη της χωρίζονταν με κτιστούς πεσσούς επενδυμένους με γύψο, με γύψινες βάσεις και κιονόκρανα, που βρίσκουμε και στη βασιλική της Αγγελόκτιστης στο Κίτι.

 

Οι πρώτες αυτές ξυλόστεγες βασιλικές είχαν κατά κανόνα σύνθρονο ημικυκλικό στην κεντρική αψίδα. Τέτοια σύνθρονα βρέθηκαν στις βασιλικές Αγίου Επιφανίου, Καμπανόπετρας, Αποστόλου Βαρνάβα, στο ομώνυμο μοναστήρι, Παναγίας Αφέντρικας και Συκάς στο Ριζοκάρπασο, στο Κούριον και στον Άγιο Γεώργιο Πέγειας. Τα ημικυκλικά σύνθρονα είχαν εισαχθεί στους ναούς τον 6ο αιώνα. Μόνο στη βασιλική της Αχειροποιήτου το σύνθρονο είχε τη μορφή ορθογώνιων βαθμιδωτών εδράνων. Οι πρώτες αυτές βασιλικές ήταν διακοσμημένες με ψηφιδωτά, όπως δείχνουν τα ψηφιδωτά που σώθηκαν στις αψίδες των ναών Παναγίας Κανακαριάς, Παναγίας Κυράς και Παναγίας Αγγελόκτιστης, και τα κομμάτια από εντοίχια ψηφιδωτά που βρέθηκαν κατά την ανασκαφή των άλλων βασιλικών.

 

Οι αραβικές επιδρομές που άρχισαν το 649 μ.Χ. τερμάτισαν την ανέγερση ξυλόστεγων βασιλικών. Ειδικά η επιδρομή του 743 κατέστρεψε πολλές βασιλικές. Οι ξύλινες στέγες εύκολα καταστρέφονταν από τη φωτιά, γι’ αυτό άρχισε να παρουσιάζεται ένας νέος αρχιτεκτονικός τύπος, ο τύπος της καμαροσκέπαστης βασιλικής. Βέβαια δεν εγκαταλείφθηκε ο τύπος της ξυλόστεγης όπως αποδεικνύεται από τη δεύτερη βασιλική του Αγίου Σπυρίδωνος, του Αγίου Ηρακλειδίου, που όμως οι κολόνες αντικαταστάθηκαν από κτιστούς πεσσούς, και τη δεύτερη βασιλική της Κανακαριάς. Οι καμαροσκέπαστες βασιλικές, σ' αντίθεση με τις ξυλόστεγες, δεν είχαν νάρθηκα. Τα κλίτη χωρίζονται με τόξα που φέρονται σε χαμηλούς ισχυρούς πεσσούς. Το μέσο κλίτος αν και υπερυψωμένο, δεν έχει φωταγωγό και το εσωτερικό τους είναι μάλλον σκοτεινό αφού ούτε οι μακροί τοίχοι έχουν παράθυρα. Σώθηκαν ερειπωμένες οι καμαροσκέπαστες βασιλικές της Παναγίας Αφέντρικας, των Ασωμάτων Αφέντρικας και της Παναγίας Συκάς στην περιοχή Ριζοκαρπάσου, και της Αγίας Βαρβάρας στα νότια της Κορόβιας. Δεν είναι βέβαιο αν κατά την περίοδο των αραβικών επιδρομών σε κάποιο στάδιο και η βασιλική της Παναγίας Κανακαριάς μετατράπηκε σε καμαροσκέπαστη.

 

Την περίοδο αυτή εμφανίζονται και μικροί καμαροσκέπαστοι ναοί, όπως η εκκλησία της Αγίας Σολομονής στην Κώμα του Γιαλού.

 

Τον 9ο αιώνα παρουσιάζονται οι πολύτρουλλοι ναοί που μπορούν να καταταχθούν σε δυο ομάδες: Η πρώτη περιλαμβάνει ναούς πεντάτρουλλους όπως της Αγίας Παρασκευής στη Γεροσκήπου και των Αγίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνος στην Περιστερώνα Λευκωσίας που είναι νεότερη και ανήκει, στη σημερινή της μορφή, στην επόμενη περίοδο ˙ όμως η εκκλησία αυτή αντικατέστησε άλλη παλαιότερη, που σίγουρα ανήκε στην περίοδο αυτή, γιατί σε έρευνα που έγινε βρέθηκε στην αψίδα σύνθρονο και η βάση τέμπλου ευθύγραμμου που δεν παρουσιάζεται στην επόμενη περίοδο. Στον τύπο αυτό στο μέσο κλίτος που είναι ευρύτερο, υπάρχουν τρεις τρούλλοι, ενώ στα πλάγια κλίτη υπάρχει ένας μικρότερος τρούλλος δεξιά κι ένας αριστερά από τον κεντρικό του μέσου κλίτους.

 

Στη δεύτερη ομάδα περιλαμβάνονται ναοί με τρεις τρούλλους στο μέσο κλίτος. Αρχαιότερος από τους ναούς της ομάδας αυτής είναι ο ερειπωμένος ναός που κτίστηκε στο διάδρομο που οδηγεί από τη βασιλική του Αγίου Επιφανίου στο βαπτιστήριό της.

 

Άλλοι ναοί είναι του Αγίου Λαζάρου στη Λάρνακα και του Αποστόλου Βαρνάβα που κτίστηκε στα ερείπια της βασιλικής του Ανθεμίου.

 

Στα τέλη της περιόδου αυτής εμφανίζεται και ο εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλλο, όπως θα δούμε στην επόμενη περίοδο. Πρόβλημα παραμένει η χρονολόγηση του δίκογχου ναού του Αγίου Γεωργίου Αφέντρικας Ριζοκαρπάσου, που είναι μονόκλιτος με τρούλλο.

 

 

Μέση Βυζαντινή περίοδος

 

Η αρχιτεκτονική της Μέσης Βυζαντινής περιόδου στην Κύπρο, και σαν τέτοια εννοούμε την περίοδο από τον 10ο μέχρι το τέλος του 12ου αιώνα, παρουσιάζει σημαντική διαφοροποίηση από την αρχιτεκτονική των προηγουμένων περιόδων. Ενώ δηλαδή στις προηγούμενες περιόδους επικρατούσε ο τύπος της βασιλικής, ξυλόστεγης αποκλειστικά μέχρι τον 8ο αιώνα, και αργότερα καμαροσκέπαστης ή και ξυλόστεγης, στη Μέση Βυζαντινή περίοδο παρουσιάζεται ποικιλία τύπων, που διακόπτουν την παράδοση της εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής. Μόνο οι δυο πεντάτρουλλοι ναοί, της Αγίας Παρασκευής στη Γεροσκήπου και των Αγίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνος στην Περιστερώνα Λευκωσίας, μπορούν να θεωρηθούν σαν μεταβατικοί τύποι. Οι δυο αυτοί ναοί είναι καμαροσκέπαστες βασιλικές, με ευρύτερο και ψηλότερο το μέσο κλίτος, χωρίς όμως φωταγωγό, που φέρουν τρεις τρούλλους στο μέσο κλίτος και δυο μικρότερους στο βόρειο και το νότιο κλίτος, δεξιά και αριστερά από τον κεντρικό τρούλλο του μέσου κλίτους. Έτσι εξωτερικά οι δυο αυτοί ναοί παρουσιάζουν κάλυψη σταυρόσχημη, ενώ εσωτερικά επικρατεί η μορφή της βασιλικής. Στην εκκλησία μάλιστα της Αγίας Παρασκευής η εντύπωση είναι ισχυρότερη γιατί τα τόξα που χωρίζουν τα κλίτη είναι σχετικά μικρά και στηρίζονται σε ορθογώνιους πεσσούς και οι τρούλλοι φέρονται απ' ευθείας από την καμάρα χωρίς τα εγκάρσια τόξα που παρουσιάζονται στο ναό των Αγίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνος. Στο ναό αυτό μάλιστα, τα μεγάλα και ψηλά τόξα, που χωρίζουν τα κλίτη κάτω από τον ανατολικό και τον δυτικό τρούλλο του μέσου κλίτους, υποδιαιρούνται σε δυο τόξα. Αρχαιότερος από τους δυο αυτούς ναούς είναι αναμφίβολα ο ναός της Αγίας Παρασκευής, όχι μόνο γιατί διατηρεί αναλλοίωτα τα χαρακτηριστικά της καμαροσκέπαστης βασιλικής, αλλά και για το τετράκογχο που διασώζει στο νοτιοανατολικό του άκρο και τις τοιχογραφίες του ανατολικού τρούλλου και του τυμπάνου του νότιου τόξου, κάτω από τον κεντρικό τρούλλο του μέσου κλίτους (και άλλα ακόμη πρώιμα στοιχεία, χαμηλά τύμπανα, πολύ μικρά παράθυρα στους τρούλλους, αδιάπλαστο εξωτερικό κλπ.). Ενώ ο ναός των Αγίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνος έχει χαρακτηριστικά που τον συνδέουν με την αρχιτεκτονική του 12ου αιώνα, όπως ημικυκλικές αχιβάδες στις αψίδες που διατρυπώνται από τρία βαθμιδωτά φωτιστικά ανοίγματα, τα οκτώ παράθυρα του δυτικού τρούλλου του μέσου κλίτους που εναλλάσσονται με ισάριθμες αβαθείς αχιβάδες, σχετικά ψηλές αναλογίες κλπ.

 

Αντίθετα οι άλλοι πολύτρουλλοι ναοί της Κύπρου, ο ναός του Αγίου Λαζάρου στη Λάρνακα, ο ερειπωμένος ναός που κτίστηκε στο διάδρομο που οδηγεί από τα νότια κλίτη της βασιλικής του Αγίου Επιφανίου προς το βαπτιστήριό και ο ναός του Αποστόλου Βαρνάβα κοντά στη Σαλαμίνα, με τρεις τρούλλους στο μέσο κλίτος (ο ναός του Αποστόλου Βαρνάβα διατηρεί μόνο δυο, γιατί το ανατολικό τμήμα έχει καταστραφεί και η σημερινή αψίδα του ναού είναι πολύ μεταγενέστερη) έχουν διακόψει κάθε σχέση με την αρχιτεκτονική της προηγούμενης περιόδου. Στην πραγματικότητα ο κάθε ένας από τους ναούς αυτούς αποτελείται από τρεις εγγεγραμμένους σταυροειδείς με τρούλλο, από τους οποίους λείπει η μια καμάρα κατά τον κατά μήκος άξονα του ναού. Δυστυχώς κανένας από τους ναούς αυτούς δεν διατηρείται άθικτος. Του ναού στ' ανατολικά της βασιλικής του Αγίου Επιφανίου διατηρούνται μόνο τα θεμέλια. Η τοιχοδομία των άλλων δυο ναών έχει υποστεί δραστικές επεμβάσεις που αλλοίωσαν τελείως τις όψεις. Ο ναός του Αγίου Λαζάρου, παρά την απώλεια των τρούλλων του, ύστερα από τις έρευνες που έγιναν την τελευταία περίοδο, μπορεί να μελετηθεί ευκολότερα. Οι σημερινές θύρες του ναού ανοίχθηκαν όταν προστέθηκε η νότια ανοικτή στοά, ίσως τον 15ο αιώνα, ενώ τα ορθογώνια παράθυρα, χαμηλά, ανοίχθηκαν τον 18ο αιώνα. Οι εξωτερικές όψεις του ναού αλλοιώθηκαν και με τις επανειλημμένες επισκευές της λιθοδομής. Μόνο εσωτερικά η λιθοδομή έμεινε απείραχτη. Έτσι όταν αφαιρέθηκε το παχύ στρώμα γύψου που κάλυπτε τους τοίχους φάνηκαν στον δυτικό τοίχο τα κάτω τμήματα δυο εντοιχισμένων θυρών που οδηγούσαν στο νοτιοδυτικό διαμέρισμα η μια και στο βορειοδυτικό η άλλη, ενώ στους μακρούς τοίχους βρέθηκαν εντοιχισμένα στενά, σε σχέση με το ύψος, παράθυρα, που φθάνουν μέχρι σχεδόν το δάπεδο του ναού. Φαίνεται λοιπόν πως ο ναός του Αγίου Λαζάρου είχε τρεις θύρες στον δυτικό τοίχο και επάλληλα παράθυρα, σ' όλο σχεδόν το ύψος του βόρειου και του νότιου τοίχου, όπως οι ναοί της Κωνσταντινούπολης. Σε επίδραση της Κωνσταντινούπολης οφείλεται και το μαρμαροθέτημα του δαπέδου που σώθηκε μόνο στα τοξωτά ανοίγματα του δευτέρου, από τα δυτικά, ισχυρού νότιου και βόρειου πεσσού που στηρίζουν τον δυτικό και τον κεντρικό τρούλο. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε τη μορφή των τρούλλων και τον αριθμό των παραθύρων που είχαν. Οι τρούλλοι όμως του ναού του Αποστόλου Βαρνάβα, που έχουν μεγαλύτερη διάμετρο, έχουν 16 παράθυρα. Είναι άγνωστο επίσης αν πάνω από την κεντρική είσοδο υπήρχαν παράθυρα όπως στο ναό του Αποστόλου Βαρνάβα. Οι δυο αυτοί ναοί δεν έχουν νάρθηκα όπως όλες οι καμαροσκέπαστες βασιλικές της προηγούμενης περιόδου. Όλοι άλλωστε οι άλλοι ναοί της Μέσης Βυζαντινής περιόδου κτίστηκαν χωρίς νάρθηκα αρχικά. Οι νάρθηκες, όπου υπάρχουν, προστέθηκαν αργότερα, σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις ύστερα από πάροδο πολλών χρόνων.

 

Εκτός όμως από τους ιδιαίτερους αυτούς τύπους ναών, στη Μέση Βυζαντινή περίοδο επικράτησαν στην Κύπρο οι τύποι που ξαπλώθηκαν σ' όλη τη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Οι τύποι αυτοί είναι ο εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλλο, ο μονόκλιτος με τρούλλο, ο οκταγωνικός και ο απλός καμαροσκέπαστος.

 

Στην Κύπρο επικράτησε ο απλός τετράστυλος εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλλο. Τα τέσσερα δηλαδή στηρίγματα του τρούλλου είναι κτιστοί πεσσοί. Οι πεσσοί αυτοί, μαζί με τους εξωτερικούς τοίχους του ναού, στηρίζουν τις τέσσερις καμάρες στη διασταύρωση των οποίων κάθεται ο τρούλλος. Μόνο ένας ναός του τύπου αυτού είναι τετρακιόνιος, ο ναός του Αγίου Γεωργίου στο κάστρο της Κερύνειας. Στην περίπτωση όμως αυτή τόσο οι κίονες όσο και τα κιονόκρανα προέρχονται από παλαιοχριστιανική βασιλική.

 

Κατά κανόνα τόσο στην τοιχοδομία όσο και στη θολοδομία χρησιμοποιούνται λίθοι, είτε λαξευμένοι πωρόλιθοι στην πεδιάδα και τις παράκτιες περιοχές, είτε ακανόνιστοι ασβεστόλιθοι (στην οροσειρά του Πενταδάκτυλου) και ανδεσίτες ή γρανίτες στην οροσειρά του Τροόδους. Μόνο σε μια περιορισμένη χρονικά περίοδο χρησιμοποιούνται οπτόπλινθοι στην τοιχοδομία και τα τόξα.

 

Αυστηρά χρονολογημένα μνημεία είναι πολύ λίγα. Μόνο ενός μνημείου γνωρίζουμε την ημερομηνία των εγκαινίων και το μνημείο αυτό κατεδαφίσθηκε το 1891. Μερικά άλλα μνημεία μπορούν να χρονολογηθούν με σχετική ακρίβεια από τις επιγραφές ή τις τοιχογραφίες που διασώζουν.

 

Από τον τύπο του εγγεγραμμένου σταυροειδούς με τρούλλο έχουν σωθεί, από την περίοδο αυτή, οι ακόλουθοι ναοί: Αγίου Αντωνίου στα Κελλιά, Παναγίας Αγγελόκτιστης στο Κίτι, Αγίου Γεωργίου Χορτακιών στη Σωτήρα Αμμοχώστου, Αγίου Φίλωνος στο Ριζοκάρπασο, Αγίου Συνεσίου στο Ριζοκάρπασο, Παναγίας Περγαμηνιώτισσας στην Ακανθού, Αχειροποιήτου στην Λάμπουσα, Αγίου Νικολάου Στέγης κοντά στην Κακοπετριά, καθολικό Αγίου Ηρακλειδίου του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή στον Καλοπαναγιώτη, Αγίου Αντύπα στο Πυρόι και ο ναός του κάστρου της Κερύνειας. Με εξαίρεση τον τελευταίο αυτό ναό, που είναι απλός τετρακιόνιος, όλοι οι άλλοι είναι απλοί τετράστυλοι και τα γωνιαία διαμερίσματά τους καλύπτονται με ημικυλινδρικές καμάρες. Η χρονολόγηση των ναών αυτών είναι εξαιρετικά δύσκολη γιατί δεν έχουν διασώσει επιγραφές. Μερικοί έχουν διασώσει τοιχογραφίες που μπορούν να χρησιμεύσουν σαν terminus ante quem, και μαζί με τα λίγα μορφολογικά στοιχεία τους, μπορούμε να βοηθηθούμε στη χρονολόγησή τους. Έτσι ο ναός του Αγίου Αντωνίου στα Κελλιά, παρά την καταστροφή που έπαθε στην επιδρομή των Μαμελούκων το 1426 και την ανακατασκευή του στις αρχές του 16ου αιώνα που αλλοίωσε την εμφάνισή του, μπορεί να θεωρηθεί σαν ο αρχαιότερος από τους ναούς του τύπου του εγγεγραμμένου σταυροειδούς με τρούλλο. Τα πλατιά ημικυκλικά τόξα που ενώνουν τους πεσσούς με τον ανατολικό και το δυτικό τοίχο, σχεδόν ίσου πλάτους με τις καμάρες που στηρίζουν τον τρούλλο, είναι αρχαϊκό στοιχείο που δεν συναντάται σε μεταγενέστερους ναούς. Οι αρχαιότερες τοιχογραφίες που έχει διασώσει είναι του 9ου αιώνα. Από τους άλλους ναούς του τύπου, το καθολικό της μονής του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή και οι ναοί του Αγίου Νικολάου της Στέγης, της Αγγελόκτιστης και της Αχειροποιήτου, της Περγαμηνιώτισσας και του Αγίου Αντύπα, έχουν τους τοίχους εξωτερικά αδιάπλαστους. Από τους ναούς αυτούς το καθολικό της μονής του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή ξεχωρίζει για το σχετικά χαμηλό ύψος των θόλων, το χαμηλό τύμπανο του τρούλλου και την ιδιαίτερη ημισφαιρική κοιλότητα στο κέντρο του τρούλλου, στην οποία εικονίζεται ο Παντοκράτωρ (άλλα παραδείγματα της ιδιαίτερης κοιλότητας στον τρούλλο, είναι οι Άγιοι Απόστολοι στο Πέρα Χωριό, η Αγία Αναστασία στα Πάνω Πολεμίδια και ο Σταυρός στο Πελένδρι) και το τρίλοβο παράθυρο, κατεστραμμένο ύστερα από τις επισκευές του 1731, πάνω από τη νότια είσοδο. Στην αψίδα του ναού διασώζονται τρία στρώματα τοιχογραφιών πολύ κατεστραμμένα, από τα οποία το παλαιότερο φαίνεται του 11ου αιώνα.

 

Από τους άλλους ναούς, εκείνος του Αγίου Νικολάου της Στέγης διασώζει, μόνος αυτός, κεραμικό διάκοσμο, φιαλοστόμια στο τόξο πάνω από τη μοναδική αρχική δυτική είσοδο και στα παράθυρα του τρούλλου και τις αβαθείς αχιβάδες ανάμεσα σ' αυτά.

 

Μόνο στον τρούλλο του Αγίου Νικολάου και στο παρεκκλήσι της Αγίας Τριάδος στο μοναστήρι του Χρυσοστόμου έχει διασωθεί οδοντωτή ταινία κάτω από το γείσο. Τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με τις παλαιότερες τοιχογραφίες του ναού, μπορούν να τον χρονολογήσουν στα τέλη του 11ου αιώνα.

 

Ο ναός της Παναγίας Περγαμηνιώτισσας από την άλλη, έχει διασώσει δυο στρώματα τοιχογραφιών στην αψίδα, από τις οποίες το νεότερο είναι του 12ου αιώνα. Οι άλλοι ναοί του τύπου είναι πιο δύσκολο να χρονολογηθούν. Ο ναός του Αγίου Γεωργίου Χορτακιών έχει σαν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό την υποχώρηση του τύμπανου της νότιας και της βόρειας καμάρας του ναού, ώστε να διασπάται η μονοτονία της εξωτερικής επιφάνειας. Άλλο χαρακτηριστικό της τοιχοδομίας του ναού αυτού είναι το ευρύ αρμοκάλυπτρο που καλύπτει τον ατελή τετραγωνισμό των λίθων.

 

Οι εξωτερικές επιφάνειες των τοίχων των ναών του τύπου αυτού είναι γενικά βαριές και μονότονες. Μόνο οι εξωτερικές επιφάνειες του βόρειου και του νότιου τοίχου του ναού του Αγίου Φίλωνος διαμορφώνονται πλαστικά με τρεις βαθμιδωτές αβαθείς αχιβάδες η κάθε μια. Με τον ίδιο τρόπο διαμορφώνονται και οι αψίδες του ναού αυτού στην πάνω ζώνη, όπου βρίσκονται και τα παράθυρα.

 

Ένας άλλος τύπος ναού που εισάγεται την περίοδο αυτή στην Κύπρο είναι ο οκταγωνικός. Οι οκταγωνικοί όμως ναοί της Κύπρου διαφέρουν σημαντικά και από τους μεγαλοπρεπείς ελλαδικούς οκταγωνικούς ναούς και από τους χιακούς, και στο μέγεθος και στη μορφή. Τα οκτώ στηρίγματα του τρούλλου, εντοιχισμένοι πεσσοί, κίονες ή ημικίονες, διατάσσονται σε άνισες αποστάσεις στον ορθογώνιο χώρο του κυρίως ναού ανά ζεύγη. Ουσιαστικά ο ευρύχωρος τρούλλος επικάθεται σε έξη τόξα και δυο ημιχώνια, στη βορειοδυτική και τη νοτιοδυτική γωνία του ναού. Τουλάχιστον έτσι διαμορφώνεται ο χώρος στο μοναδικό σωζόμενο μνημείο του τύπου αυτού, την εκκλησία του Αντιφωνητή, που είναι όμως και το μεταγενέστερο, όπως φαίνεται από τα οξυκόρυφα τόξα και τις παλαιότερες τοιχογραφίες που διασώζει. Η εκκλησία του Αντιφωνητή κτίστηκε στα τελευταία χρόνια του 12ου αιώνα. Ότι όμως δεν πρόκειται για εκφυλισμό του τύπου, φαίνεται από το ναό του κάστρου του Αγίου Ιλαρίωνος, όπου γίνεται μεγάλη χρήση οπτόπλινθων και εναλλαγή λίθων και πλίνθων τόσο στους εντοιχισμένους κίονες όσο και στην τοιχοδομία, και μόνο πλίνθων στα τόξα και τη θολοδομία. Τα τόξα του ναού, όπου σώθηκαν, είναι ημικυκλικά. Τα οξυκόρυφα τόξα από πωρόλιθους οφείλονται σε επεμβάσεις των χρόνων της Φραγκοκρατίας. Η μεγάλη όμως χρήση πλίνθων και η εναλλαγή λίθων και πλίνθων, η κάλυψη των ακανόνιστων ασβεστόλιθων με σοβά που μιμείται τετραγωνισμένους λίθους και τα λίγα υπολείμματα των τοιχογραφιών που έχουν σωθεί βοηθούν να χρονολογηθεί ο ναός του Αγίου Ιλαρίωνος στις αρχές του 12ου αιώνα. Το τρίτο παράδειγμα οκταγωνικού ναού, εκείνος της Παναγίας στο Μαργί, έχει καταστραφεί ολοκληρωτικά. Στις αρχές του 20ου αιώνα, σώζονταν ακόμη τα θεμέλιά του σε κάποιο ύψος αφού σωζόταν το τρίλοβο παράθυρο της αψίδας. Ο Jeffery έχει διασώσει την κάτοψή του σαν κανονική τετράγωνη αίθουσα με τα στηρίγματα του τρούλλου τοποθετημένα σε ίσες αποστάσεις. Ο τρούλλος στο ναό αυτό φαίνεται ότι στηριζόταν σε δυο τετράγωνους πεσσούς στα δυτικά, τέσσερις παραστάδες, ανά δυο, στο βόρειο και το νότιο τοίχο και απ' ευθείας στον ανατολικό τοίχο, με αποτέλεσμα να μη υπάρχει τριμερές ιερό βήμα, όπως στους άλλους ναούς του τύπου αυτού.

 

Ο αρχαιότερος από τους ναούς του τύπου αυτού στην Κύπρο, και ο μόνος του οποίου είναι γνωστή η χρονολογία των εγκαινίων, είναι το καθολικό της μονής του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στον Κουτσοβέντη. Ο ναός αυτός εγκαινιάσθηκε στις 9 Δεκεμβρίου του 1090. Δυστυχώς το καθολικό αυτό κατεδαφίστηκε το 1891 και σώθηκαν μόνο ο βόρειος τοίχος του, που είναι κοινός με το παρεκκλήσι της Αγίας Τριάδος, και το κάτω τμήμα της αψίδας και του ανατολικού τοίχου και τμήμα του ωραίου μαρμαροθετήματος του δαπέδου. Σώθηκε ακόμη η βόρεια αψίδα του νάρθηκα του καθολικού, που είναι κάπως μεταγενέστερος. Πριν από την κατεδάφισή του, σχεδίασε την κάτοψη του καθολικού ο Άγγλος μηχανικός W. Williams. Από το σχέδιό του, που δημοσίευσε ο Jeffery το 1916, φαίνεται ότι ο κυρίως ναός ήταν κανονικό τετράγωνο με τους 8 ημικίονες που στήριζαν τον τρούλλο τοποθετημένους σε ίσες αποστάσεις, και ένα κανονικό τριμερές ιερό, η κάλυψη του οποίου δεν σημειώνεται. Το καθολικό αυτό είχε ένα παρεκκλήσι στη νότια πλευρά, ανατολικά της νότιας εισόδου, και μια αίθουσα ακανόνιστου σχήματος δυτικά. Οι τοίχοι του καθολικού ήταν κτισμένοι με εξαιρετικά καλά τετραγωνισμένους πωρόλιθους, όπως φαίνεται από τα τμήματα που σώθηκαν. Αντίθετα ο νάρθηκας του καθολικού, με δυο αψίδες, ήταν κτισμένος με ακανόνιστους ασβεστόλιθους όπως φαίνεται από το θεμέλιο της βόρειας αψίδας του. Ο νάρθηκας αυτός κτίστηκε μετά το καθολικό, πριν όμως από το παρεκκλήσι της Αγίας Τριάδος που κτίστηκε στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 12ου αιώνα.

 

Με τους ναούς του τύπου αυτού σχετίζεται και το καθολικό του μοναστηριού της Παναγίας Αψινθιώτισσας. Στο ναό αυτό ο τρούλλος στηρίζεται σε έξι στηρίγματα, δυο ελεύθερους πεσσούς στ' ανατολικά, δυο εντοιχισμένους τετράγωνους πεσσούς στο δυτικό τοίχο και ανά ένα στο βόρειο και το νότιο τοίχο. Το τριμερές βήμα καλύπτεται χωριστά με ημικυλινδρικές καμάρες. Και του ναού αυτού ο νάρθηκας είναι κάπως μεταγενέστερος του καθολικού και έχει δυο αψίδες. Η μεγάλη χρήση οπτόπλινθων στα τόξα και τις καμάρες, η εναλλαγή λίθων και πλίνθων στους πεσσούς και οι τοιχογραφίες που σώθηκαν στο ναό, βοηθούν στη χρονολόγησή του γύρω στο 1100.

 

Μεγαλύτερη διάδοση κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο είχαν δυο άλλοι τύποι ναών, ο μονόκλιτος με τρούλλο και ο καμαροσκέπαστος. Ο μονόκλιτος με τρούλλο ναός παρουσιάζεται σαν συνεπτυγμένος εγγεγραμμένος σταυροειδής με έντονα τονισμένο τον κατά μήκος άξονα. Ο τρούλλος στον τύπο αυτό φέρεται στην ανατολική και τη δυτική καμάρα και σε πλατιά τόξα στο βορρά και το νότο, που ξεκινούν από ορθογώνιες παραστάδες συνήθως. Μόνο σε τρεις ναούς του τύπου αυτού αντί ορθογώνιες παραστάδες τα ισοϋψή, με τις καμάρες, τόξα, ξεκινούν από κυλινδρικές παραστάδες: στο ναό της Παναγίας στο Τρίκωμο, στον ερειπωμένο ναό της Παναγίας Λαμπάδος και στο καθολικό του μοναστηριού Τοχνιού, που είναι μεταγενέστερο της περιόδου που μας απασχολεί. Σ' ένα άλλο ναό, τον ερειπωμένο ναό του Αγίου Θεοδώρου των Χορτακιών, έξω από τη Σωτήρα Αμμοχώστου, τα δυο κεντρικά τόξα στηρίζονταν σε δυο ορθογώνιες και δυο κυλινδρικές παραστάδες όπως συμβαίνει στους δικιόνιους εγγεγραμμένους σταυροειδείς. Από τη μια και την άλλη πλευρά των ψηλών κεντρικών τόξων του βόρειου και του νότιου τοίχου υπάρχουν δυο μικρότερα και χαμηλότερα τόξα, τα οποία αντιστοιχούν προς τα γωνιαία διαμερίσματα του εγγεγραμμένου σταυροειδούς, και καλύπτονται εξωτερικά χαμηλότερα, ώστε το σχήμα του σταυρού να προβάλλεται έντονα, στην κάλυψη. Κατά κανόνα το βόρειο και το νότιο τόξο καταλήγουν εξωτερικά, όπως και η δυτική και η ανατολική καμάρα, σε αετωματική μορφή. Βέβαια υπάρχουν και εξαιρέσεις, στις οποίες τόσο τα τόξα όσο και οι καμάρες διατηρούν και εξωτερικά την ημικυκλική τους μορφή, όπως το παρεκκλήσι της Αγίας Τριάδος του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, της Παναγίας του Κάμπου, κοντά στη Χοιροκοιτία, και ο τρουλλωτός νάρθηκας του ερειπωμένου ναού του Αγίου Θεοδώρου Χορτακιών στην Σωτήρα. Σαν εξαίρεση μπορεί να θεωρηθεί η οριζόντια εξωτερική απόληξη του βόρειου και του νότιου τόξου του ναού της Αγίας Νάπας κοντά στο Καντού.

 

Στους ναούς του τύπου αυτού υπάρχουν και άλλες εξαιρέσεις. Έτσι στο ναό της Παναγίας κοντά στην Κοφίνου, στο βόρειο και το νότιο τοίχο υπάρχουν ανατολικά και δυτικά του μεγάλου κεντρικού τόξου δυο τυφλά τόξα με αποτέλεσμα η ανατολική και η δυτική καμάρα να είναι υπέρμετρα επιμήκεις. Μια άλλη διαφοροποίηση παρουσιάζεται στο ναό του Αγίου Φωτίου, μεταξύ των χωριών Αγίας Τριάδας και Ριζοκαρπάσου. Εδώ μόνο τα δυο τυφλά τόξα που στηρίζουν τον τρούλλο από βορρά και νότο ανοίγονται στο πάχος των μακρών τοίχων.

 

Δυο, τέλος, ναοί του τύπου αυτού, του Αγίου Γεωργίου Αφέντρικας Ριζοκαρπάσου και του Αγίου Γεωργίου στη Χούλου, είναι δίκογχοι.

 

Κατά κανόνα οι τρούλλοι των ναών αυτών έχουν τύμπανο. Εξαίρεση αποτελεί ο τυφλός τρούλλος των Αγίων Αποστόλων στο Πέρα Χωριό και οι ασπιδόμορφοι τρούλλοι των ναρθήκων μερικών από τους ναούς αυτούς, όπως του Αγίου Θεοδώρου των Χορτακιών.

 

Τα παράθυρα στους τρούλλους των ναών του τύπου αυτού είναι κατά κανόνα μικρά και περιορισμένα σε 4, κατά τα 4 σημεία του ορίζοντα. Εξαίρεση αποτελούν οι τρούλλοι των ναών του παρεκκλησίου της Αγίας Τριάδος στο μοναστήρι του Χρυσοστόμου, που έχει 12 βαθμιδωτά παράθυρα, ο ναός της Παναγίας στο Τρίκωμο και της Παναγίας του Άρακος, με 12 επίσης παράθυρα.

 

Όπως και στους άλλους τύπους ναών, οι τοίχοι είναι κατά κανόνα κτισμένοι με λίθους αδρά λαξευμένους ή ακανόνιστους λίθους που είναι εξωτερικά αδιάπλαστοι. Εξαίρεση αποτελεί το παρεκκλήσι της Αγίας Τριάδος στην τοιχοδομία του οποίου γίνεται εξαιρετικά μεγάλη χρήση οπτοπλίνθων. Κατ' εξαίρεση επίσης στον τρούλλο ακολουθείται το πλινθοπερίκλειστο σύστημα και κάτω από το γείσο υπάρχει οδοντωτή ταινία. Σ' άλλους πάλι ναούς παρουσιάζεται προσπάθεια διάσπασης της μονοτονίας των επιφανειών των τοίχων. Στο ναό της Παναγίας στο Τρίκωμο, οι τοιχογραφίες του οποίου χρονολογούνται στις αρχές του 12ου αιώνα, στο νότιο τοίχο υπάρχουν δυο βαθμιδωτά τυφλά τόξα που αποτελούνται από εναλλαγή λίθων και πλίνθων. Στο ναό εξάλλου του Αρχαγγέλου Γιαλούσας ο βόρειος τοίχος, που διατηρείται, διακοσμείται με 3 αβαθή αψιδώματα ενώ ο βόρειος τοίχος του νάρθηκά του διακοσμείται στο μέσο του ύψους του με 5 μικρά αβαθή βαθμιδωτά αψιδώματα. Τέλος τα τύμπανα του βόρειου και του νότιου τόξου του ναού του Αρχαγγέλου στο Φρέναρος υποχωρούν ελαφρά εξωτερικά. Στο ίδιο χωριό ο δυτικός τοίχος του ναού του Αγίου Ανδρονίκου στολίζεται με δυο μικρά αψιδώματα από τη μια και την άλλη πλευρά της μοναδικής του θύρας.

 

Οι περισσότεροι από τους ναούς αυτούς είναι αχρονολόγητοι. Δυο μόνο μπορούν να χρονολογηθούν με βεβαιότητα από τις επιγραφές που έχουν διασώσει. Ο πρώτος είναι το παρεκκλήσι της Αγίας Τριάδος στο μοναστήρι του Χρυσοστόμου που κτίστηκε από τον πρωτονοβελίσσιμο Ευμάθιο Φιλοκάλη, που ήταν δυο φορές δούκας της Κύπρου (1092 μέχρι πριν από το 1103 και από το 1110 μέχρι το 1118), πιθανότατα γύρω στο 1110. Ο δεύτερος, είναι ο ναός της Παναγίας του Άρακος, του οποίου οι τοιχογραφίες έγιναν το 1192. Ο ναός της Παναγίας του Τρικώμου έχει διασώσει τοιχογραφίες που έγιναν από τον ίδιο ζωγράφο που ζωγράφισε την Ασίνου το 1105. Από τις τοιχογραφίες είναι δυνατόν να χρονολογηθούν και άλλοι ναοί, όπως οι ερειπωμένοι ναοί του Αγίου Γεωργίου Κουτσοβέντη και Αγίου Θεοδώρου Χορτακιών, στις αρχές του 12ου αιώνα, ο ναός των Αγίων Αποστόλων στο Πέρα Χωριό, στο τελευταίο τέταρτο του 12ου αιώνα, ο ναός του Αρχαγγέλου στα Κάτω Λεύκαρα, στο τέλος του 12ου αιώνα κ.ο.κ.

 

Αρκετή διάδοση είχε και ο τύπος του καμαροσκέπαστου ναού που είχε κάμει την εμφάνισή του από την προηγούμενη περίοδο. Οι ναοί του τύπου αυτού είναι κατά κανόνα μικρών διαστάσεων, έχουν τους τοίχους εξωτερικά αδιάπλαστους και εσωτερικό μάλλον σκοτεινό γιατί στερούνται παραθύρων και έχουν μια μόνο είσοδο. Εσωτερικά όμως οι συνεχείς επιφάνειες των τοίχων και της καμάρας διασπάζονται είτε με ένα σφενδόνιο που στηρίζεται σε παραστάδες στο νότιο και το βόρειο τοίχο και διαιρεί τον ναό σε δυο (όπως στους ναούς Αγίας Μαρίνας στο Ριζοκάρπασο, Αγίας Μαρίνας στην τοποθεσία Πύργος της Γιαλούσας, Αγίου Γεωργίου του Σακκά στη Γιαλούσα, Αγίας Μαρίνας στο Αυγόρου, Αγίου Βασιλείου κοντά στη Ξυλοτύμπου και Αγίου Νικολάου έξω από το χωριό Οίκος), είτε με τρία ισοϋψή τόξα στο βόρειο και το νότιο τοίχο και δυο σφενδόνια (όπως στην Αγία Μαύρη στο Ριζοκάρπασο και τον Άγιο Σέργιο νοτιοανατολικά της Νέτας), είτε με τρία τόξα, από τα οποία το μεσαίο είναι ευρύτερο και ψηλότερο (όπως στο ναό της Ασίνου και το βόρειο ναό της Παναγίας Αφέντρικας Κουτσοβέντη), είτε με τρία τόξα και δυο σφενδόνια, αλλά με ευρύτερο και ψηλότερο το δυτικό (όπως στον Άγιο Φίλωνα στα Αγρίδια Ριζοκαρπάσου [στην περίπτωση αυτή το δυτικό τόξο κάλυπτε τον τάφο είτε του ιδρυτή είτε κάποιου μεγάλου ευεργέτη, μια και ο ναός αρχικά δεν είχε νάρθηκα]), είτε τέλος με δυο τόξα, από τα οποία το ανατολικό ήταν ευρύτερο (όπως στο μικρό παρεκκλήσι των Αγίων Αναργύρων που είναι προσαρτημένο στη βόρεια πλευρά του ναού της Παναγίας Αγγελόκτιστης).

 

Οι τοίχοι των ναών αυτών ήταν κτισμένοι με πωρόλιθους καλά τετραγωνισμένους (ναοί Αγίας Μαύρης, Αγίας Μαρίνας και Αγίου Φίλωνος Αγριδιών Ριζοκαρπάσου) είτε αδρά πελεκημένους (Αγία Μαρίνα και Άγιος Γεώργιος του Σακκά στην Γιαλούσα, Άγιοι Σέργιος και Βάκχος στη Νέτα, Άγιος Βασίλειος Ξυλοτύμπου) είτε με ακανόνιστους λίθους (Παναγία Ασίνου, Άγιος Νικόλαος στον Οίκο, Άγιοι Ανάργυροι στο Κίτι, Παναγία Αμασγού στο Μονάγρι). Σ' ελάχιστες περιπτώσεις στα τόξα των θυρών και των παραθύρων χρησιμοποιούνται οπτόπλινθοι, όπως στην Ασίνου. Στην Ασίνου μάλιστα οι εξωτερικές επιφάνειες των τοίχων σοβατίστηκαν και χωρίστηκαν σε τετράγωνα που απομιμούνται ορθομαρμάρωση. Στην περίπτωση της Αγίας Μαύρης στο Ριζοκάρπασο έγινε κάποια προσπάθεια κεραμικής διακόσμησης του δυτικού τοίχου.

 

Στο τέλος της περιόδου που μας απασχολεί μερικοί από τους ναούς αυτούς καλύφθηκαν με μια δεύτερη ξύλινη στέγη με αγκιστρωτά κεραμίδια, όπως η Ασίνου και η Αμασγού. Το πρώτο όμως μνημείο που καλύφθηκε με δεύτερη ξύλινη στέγη φαίνεται ότι ήταν ο ναός του Αγίου Νικολάου της Στέγης, που ήδη τον 13ο αιώνα ήταν γνωστός ακριβώς σαν ο Άγιος Νικόλαος της Στέγης.

 

Τέλος δυο άλλοι τύποι ναών εισάγονται κατά τη Μέση Βυζαντινή περίοδο στην Κύπρο, ο ναός σε σχήμα ελεύθερου σταυρού (Παναγία της Κυράς στα Λειβάδια Αμμοχώστου, Άγιος Ευστάθιος στο Κολόσσι, Αγία Αναστασία στα Πάνω Πολεμίδια που όμως έχει αλλοιωθεί ριζικά, και ο ερειπωμένος ναός του Αγίου Γεωργίου έξω από το χωριό Κοίλη) και ο τρίκογχος ναός, μοναδικό δείγμα του οποίου είναι ο ερειπωμένος σήμερα ναός του Γεωργιανού μοναστηριού του Αγίου Μάμα κοντά στο χωριό Πάνω Γιαλιά στο δάσος της Πάφου. Απ' όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω φαίνεται ότι σαν κύριο οικοδομικό υλικό στην Κύπρο χρησιμοποιήθηκε η πέτρα.

 

Η χρήση οπτοπλίνθων είναι πολύ περιορισμένη και μόνο στα τέλη του 11ου και τις αρχές του 12ου αιώνα γίνεται μεγάλη χρήση οπτοπλίνθων στην τοιχοδομία, τα τόξα και τη θολοδομία και κάποια προσπάθεια κεραμικής διακόσμησης.

 

Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι κατά κανόνα οι νάρθηκες είναι μεταγενέστεροι του κυρίως ναού και ότι έξη απ' αυτούς καταλήγουν σε αψίδες (καθολικά μοναστηριών Χρυσοστόμου, Αψινθιώτισσας, Ασίνου, Αγίας Μονής και ναοί Αγίου Γεωργίου Αφέντρικας Ριζοκαρπάσου και Αγίου Παύλου στις Γομαρίστρες).

 

Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στη ζωγραφική, η επίδραση της Κωνσταντινούπολης στην αρχιτεκτονική της Μέσης Βυζαντινής περιόδου στην Κύπρο είναι πολύ περιορισμένη και εκεί όπου παρατηρείται είναι σε δευτερεύοντα στοιχεία. Η αρχιτεκτονική της Μέσης Βυζαντινής περιόδου στην Κύπρο διαφέρει επίσης σημαντικά από την ελλαδική σχολή και λίγα πάλι κοινά έχει με την αρχιτεκτονική της Μικράς Ασίας. Είναι μάλλον επαρχιακή αρχιτεκτονική που μιμείται ξένα πρότυπα, αν και διασώζει και ιδιαίτερους αρχιτεκτονικούς τύπους. Πρωτοτυπεί μόνο στη δημιουργία του ξυλόστεγου ναού που φαίνεται ότι κάμνει την εμφάνισή του από τον 12ο αιώνα με αρχαιότερο παράδειγμα την πρώτη μορφή του ναού της Παναγίας Αμασγού κοντά στο Μονάγρι. Η πρώτη αυτή μορφή του ναού μπορεί να χρονολογηθεί από τα υπολείμματα των τοιχογραφιών στις αρχές του 12ου αιώνα. Η μεγάλη όμως διάδοση του τύπου αυτού παρουσιάζεται στην επόμενη περίοδο.

 

Φώτο Γκάλερι