Αρχιτεκτονική

Από τον 12ο αιώνα μέχρι την Αγγλοκρατία

Η περίοδος της φραγκοκρατίας δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν δημιουργική, τουλάχιστον για τους πρώτους αιώνες. Κατά τον 13ο και το πρώτο μισό του 14ου αιώνα συνεχίζονται οι αρχιτεκτονικοί τύποι της Μέσης Βυζαντινής περιόδου. Ιδιαίτερα εξαπλώνεται ο τύπος του μονόκλιτου με τρούλλο. Τον 13ο αιώνα ναοί του τύπου αυτού είναι του Αγίου Θεμωνιανού κοντά στη Λύση, του Αγίου Δημητριανού κοντά στο Δάλι, του Τιμίου Σταυρού στο Πελέντρι και της Παναγίας στο Παραλίμνι. Σίγουρα υπήρχαν και άλλοι του τύπου αυτού, κυρίως από τον 14ο αιώνα και ύστερα, όπως ο Άγιος Γεώργιος στο Δάλι, ο Άγιος Επιφάνιος κοντά στη Λουρουτζίνα, η Παναγία στη Σωτήρα Αμμοχώστου, η Αγία Μαρίνα στη Δερύνεια. Με την πάροδο του χρόνου παρουσιάζεται πιο έντονη επίδραση της γοτθικής τέχνης τόσο στα τόξα όσο και στην τοιχοδομία και τη μορφή των περιθύρων και παραθύρων, όπως φαίνεται από τους ναούς Αγίου Νικολάου των Ελλήνων και Αγίας Ζώνης στην Αμμόχωστο, τον Άγιο Ιάκωβο στο Τρίκωμο, τον Άγιο Ανδρόνικο στο Λιοπέτρι και, αργότερα, τον Άγιο Μάμα στη Σωτήρα Αμμοχώστου, τον Άγιο Γεώργιο στις Βρυσούλλες, την Παναγία Αυγασίδας κ.α.

 

Ο τύπος του εγγεγραμμένου σταυροειδούς με τρούλλο σπανιότατα παρουσιάζεται κατά την περίοδο αυτή. Τέτοιος είναι ο ναός του Αγίου Γεωργίου στον Άγιο Γεώργιο Σολιάς. Όμως η χρονολόγηση του ναού αυτού είναι προβληματική και δεν αποκλείεται ν' ανήκει στην προηγούμενη περίοδο. Στον 14ο αιώνα ανήκει και η εκκλησία του Τιμίου Σταυρού στα Πάνω Λεύκαρα.

 

Παράλληλα συνεχίζεται ο τύπος του καμαροσκέπαστου ναού. Στην περίοδο όμως αυτή τα σφενδόνια της καμάρας δεν στηρίζονται σε παραστάδες αλλά σε κιλλίβαντες τοποθετημένους στο σημείο γέννησης της καμάρας. Τούτο φαίνεται στους ναούς της Αγίας Μαρίνας στη Δερύνεια, στο βόρειο κλίτος της Παναγίας στο Τρίκωμο, στον Αρχάγγελο στην Χόλη, στον Άγιο Ανδρόνικο στην Πόλη, στο τζαμί της Χρυσοχούς, στο τζαμί της Πελαθούσας, στο τζαμί της Επισκοπής, στο τζαμί Κλαυδιών, που ήταν εκκλησίες, στην Αγία Μαρίνα Ξυλοτύμπου, στον Άγιο Γεώργιο Αγκώνας κλπ. Ο τύπος του ελεύθερου σταυρού εκπροσωπείται από τις εκκλησίες της Παναγίας Χρυσελεούσας στην Έμπα (13ος αι.), της Παναγίας Χρυσελεούσας Χλώρακας (14ος αι.), της Αγίας Κυριακής (γύρω στο 1500) στην Κάτω Πάφο και του Αγίου Θεοδοσίου στην Αχέλεια.

 

Τον 14ο αιώνα παρουσιάζεται ο φραγκοβυζαντινός ναός που συνδυάζει στοιχεία του βυζαντινού ναού και της γοτθικής βασιλικής. Ο πιο σημαντικός αλλά και πρωιμότερος από τους ναούς του τύπου αυτού είναι εκείνος του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στην Αμμόχωστο που πιθανότατα κτίστηκε γύρω στα μέσα του 14ου αιώνα. Άλλος ναός του ίδιου τύπου είναι ο γνωστός σαν Bedestan στη Λευκωσία. Στις αρχές του 16ου αιώνα ο τύπος αυτός απλουστεύεται, όπως φαίνεται από την εκκλησία του Αγίου Μάμα στη Μόρφου, το καθολικό του μοναστηριού του Αγίου Νεοφύτου και τον ερειπωμένο ναό του Αγίου Μάμα στον Άγιο Σωζόμενο. Στον ίδιο τύπο αλλά παλαιότερος είναι και ο ναός του Αρχαγγέλου Λακατάμιας.

 

Ο τύπος όμως που εξαπλώνεται ιδιαίτερα είναι ο τύπος του ξυλόστεγου ναού. Ο αρχαιότερος χρονολογημένος ναός του τύπου αυτού είναι εκείνος της Παναγίας του Μουτουλλά που χρονολογείται στο 1280. Στον τύπο αυτό η στέγη είναι διπλή και καλύπτεται με αγκιστρωτά κεραμίδια. Οι πλάγιες ωθήσεις της στέγης εξουδετερώνονται με οριζόντιες δοκούς (σταυρώματα). Άλλοι ναοί του ίδιου τύπου είναι ο Αρχάγγελος του Πεδουλά (1474), ο Άγιος Μάμας Λουβαρά (1495),ο Σταυρός του Αγιασμάτι (1496), η Παναγία Ποδίθου (1502), ο Άγιος Σωζόμενος Γαλάτας (1513), ο Άγιος Θεοδόσιος Γαλάτας (1514), η Θεοτόκος Κακοπετριάς (1520), η Μεταμόρφωση στο Παλαιχώρι κ.α. Τώρα παρουσιάζεται ο νάρθηκας είτε με τη μορφή Γ (Παναγία Μουτουλλά, Αρχάγγελος Πεδουλά), είτε με τη μορφή Π (Ποδίθου, Άγιος Σωζόμενος), είτε και σαν διάδρομος που περιβάλλει τον ναό από τις 4 πλευρές (Σταυρός Αγιασμάτι).

 

Παρουσιάζονται τώρα και τρίκλιτοι ξυλόστεγοι ναοί, τα κλίτη των οποίων χωρίζονται είτε με ξύλινους πασσάλους που φέρουν ευθύ επιστύλιο (Παναγία Κούρδαλι, Αγία Μαρίνα Κυπερούντας, Παναγία Καθολική Πελεντριού), είτε με τοξοστοιχία που στηρίζεται σε λίθινους κίονες ή πεσσούς (Παναγία Παλαιχωριού, Πρόδρομος Ασκά). Η στέγη των ναών αυτών είναι συνεχής και καλύπτει και τα 3 κλίτη. Δεν υπάρχει φωταγωγός και το εσωτερικό είναι μάλλον σκοτεινό. Δεν υπάρχουν παράθυρα στους μακρούς τοίχους και οι θύρες είναι περιορισμένες. Η ευτελής κατασκευή τους περιόριζε τη δαπάνη και κατά συνέπεια συνέβαλε στην εξάπλωση του τύπου αυτού στις ορεινές περιοχές του Τροόδους, όπου υπήρχε άφθονη επιτόπια ξυλεία. Τα αγκιστρωτά κεραμίδια κατασκευάζονταν επί τόπου, σε καμίνια που έφτιαχναν για το σκοπό αυτό. Ως οικοδομικό υλικό χρησιμοποιούνταν πέτρες της περιοχής και λάσπη. Γι' αυτό και στην επόμενη περίοδο, της Τουρκοκρατίας, ο τύπος επεκτάθηκε από τις πιο ανατολικές περιοχές της οροσειράς του Τροόδους (Δελίκηπος) μέχρι τις πιο δυτικές (Κρήτου Μαρόττου). Στις πεδιάδες επεκράτησε περισσότερο ο τύπος του καμαροσκέπαστου ναού, ή του μονόκλιτου με τρούλο.

 

 

 ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ (1192 - 1489)

 

Η Κύπρος, κατά τη διάρκεια των τριών περίπου αιώνων κυριαρχίας των Λουζινιανών, κάτω από την επίδραση του δυτικού κόσμου (γαλλικός φεουδαρχισμός, Καθολική Εκκλησία, ιταλικό εμπόριο), απέκτησε μια ξενόφερτη λαμπρότητα. Γίνεται γνωστή σαν πλούσιο και λαμπρό βασίλειο μια κι από την αρχή σχεδόν της περιόδου αυτής ήταν η μοναδική πολιτική, ναυτική και οικονομική βάση του δυτικού κόσμου στην Ανατολή. Αυτή η ευμάρεια όμως δεν αφορούσε τον ντόπιο πληθυσμό που υφίστατο την άγρια καταπίεση των ξένων και βρισκόταν σε συνθήκες εξαθλίωσης. Ήταν λοιπόν φυσικό να παραμεληθεί η ύπαιθρος ενώ εξελίχθηκαν οι πόλεις και ιδιαίτερα η Λευκωσία και η Αμμόχωστος, τα βασικότερα αστικά κέντρα του νησιού, η πρώτη ως διοικητικό και η δεύτερη ως εμπορικό κέντρο.

 

Η Λευκωσία, στην οποία μεταφέρθηκε ήδη η έδρα της διοίκησης εξαιτίας των κινδύνων που διέτρεχαν οι άλλες, παραλιακές, πόλεις από τις επιδρομές, καθιερώνεται πια σαν η ιδανικότερη έδρα της φεουδαρχικής διοίκησης. Εδώ διαμένει η βασιλική οικογένεια, μαζί με τους ευγενείς και το ξένο στοιχείο που περιβάλλει την τάξη τους. Η πόλη φθάνει σε μεγάλη ακμή στα μέσα του 14ου αι. και η οργάνωσή της, στα πρότυπα των δυτικών μεσαιωνικών μητροπόλεων, αντικατοπτρίζει τη διάθεση για μεγαλοπρέπεια και ανοικτή κοινωνική ζωή. Εξελίσσεται μέσα στα προστατευτικά οχυρά της, με το βασιλικό κάστρο, τους μεγαλόπρεπους χώρους λατρείας με πρώτο τον καθεδρικό ναό, μεγάλες πλατείες και φαρδιούς πλακόστρωτους δρόμους. Οι κάτοικοι ήταν κατανεμημένοι σε αμιγείς γειτονιές που δημιουργήθηκαν ανάλογα με την κοινωνική τους τάξη ή την εθνικότητά τους. Γύρω από τον ποταμό Πηδιά, που τότε διέσχιζε την πόλη, εξελίχθηκε η βιοτεχνία, κάθε είδος της οποίας συγκεντρωνόταν και σε συγκεκριμένο δρόμο που έπαιρνε και το όνομά της.

 

Τα λουζινιανικά οχυρά της Λευκωσίας, που κατασκευάστηκαν περί τα τέλη του 14ου αιώνα, είχαν περίμετρο 14 χμ., με στρογγυλούς πύργους κατά διαστήματα και φαίνεται ότι ήσαν παρόμοια με τα οχυρά των γαλλικών πόλεων. Πριν από την κατασκευή τους, η άμυνα της πόλης εξασφαλιζόταν με τα απομεινάρια των βυζαντινών τειχών. Το κάστρο των νέων οχυρώσεων, η citadella, βρισκόταν στην περιοχή της σημερινής πύλης Πάφου, νότια της εισόδου του ποταμού στην πόλη, και περιλάμβανε μεταξύ άλλων το βασιλικό παλάτι και το μοναστήρι των Δομινικανών. Εκεί ήταν η έδρα των Λουζινιανών μέχρι και τις αρχές του 15ου αι., όταν τα πολυτελή κτίρια λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν από τους Μαμελούκους. Το 1427 επισκευάστηκε ένα εξαίρετο μεσαιωνικό αρχοντικό, εκείνο του sir Hugh de la Baume, και σ' αυτό μεταφέρθηκαν οι Λουζινιανοί βασιλιάδες μέχρι το τέλος της δυναστείας τους.

 

Άλλα διοικητικά κτίρια στη Λευκωσία ήσαν το αρχιεπισκοπικό μέγαρο του Λατίνου αρχιεπισκόπου, που κτίστηκε μεταξύ 1217 και 1250, και το συνοδικό - και τα δυο κοντά στην Αγία Σοφία που ήταν ο καθεδρικός ναός. Η κατασκευή της άρχισε τον 13ο αι. και λειτούργησε στις αρχές του 14ου. Κτίστηκε στο ρυθμό των καθεδρικών ναών της Γαλλίας του 13ου αι. και είναι τρίκλιτη βασιλική εξ ολοκλήρου θολοσκεπής, με περιμετρικό διάδρομο γύρω από το ιερό της. Δεύτερος σε μέγεθος φραγκικός ναός της Λευκωσίας, απ' όσους διασώζονται, είναι εκείνος της Αγίας Αικατερίνης (τέλη 14ου αι.), σε φλογόμορφο γοτθικό ρυθμό. Άλλα εκκλησιαστικά κτίσματα των Λουζινιανών που σώζονται, είναι ο ναός του Αγίου Νικολάου, ο ναός του Αγίου Γεωργίου και ο Σταυρός του Μισσιρίκου. Επίσης η εκκλησία της Παναγίας Καστελιώτισσας, που πολλοί υποστηρίζουν πως ίσως είναι ο ναός του αναφερόμενου γυναικείου μοναστηριού της Αγίας Κλάρας.

 

Πολλά είναι τα μοναστήρια και πολλοί οι ναοί της Λευκωσίας που δεν σώθηκαν γιατί καταστράφηκαν ή και κατεδαφίστηκαν αργότερα από τους Βενετούς μαζί με τα τείχη, σε μια προσπάθεια ανέγερσης άλλων που περιόριζαν την έκταση της πόλης για αμυντικούς σκοπούς. Ο Εστιέν ντε Λουζινιάν δίνει μακρύ κατάλογο αυτών των χώρων λατρείας.

 

Η Αμμόχωστος εξελίσσεται στο βασικό λιμάνι του νησιού και σε ένα από τα σπουδαιότερα της ανατολικής Μεσογείου, μέχρι την κατάληψη της πόλης από τους Γενουάτες στα 1374.

 

Φαίνεται ότι και η Αμμόχωστος απετελείτο από χωριστές συνοικίες ανάλογα με την κοινωνική θέση και την εθνικότητα των κατοίκων της, με τους Λατίνους να κατέχουν το βορειοδυτικό μέρος και τους Ορθόδοξους το νοτιοανατολικό. Τους χώριζε ο κεντρικός δρόμος που ξεκινούσε από την πύλη της Ξηράς, διέσχιζε την κεντρική πλατεία όπου βρισκόταν το βασιλικό παλάτι, κι έφθανε στην πύλη της Θάλασσας. Η πόλη διέθετε ισχυρότατες οχυρώσεις που περιβάλλονταν από τάφρο και θεωρούνταν εξαίρετο δείγμα στρατιωτικής αρχιτεκτονικής. (Για τις οχυρώσεις της Αμμοχώστου ειδικά, βλέπε λεπτομερή περιγραφή στο ειδικό κεφάλαιο του λήμματος Αμμόχωστος). Ο μεγάλος πλούτος που είχε συσσωρευθεί στην Αμμόχωστο από το εμπόριο, στόλισε την πόλη αυτή με πολλά όσο και σημαντικά αρχιτεκτονικά δημιουργήματα όπως πάρα πολλές εκκλησίες. Η πιο εντυπωσιακή και μεγαλόπρεπη από αυτές ήταν ο καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου, κτίσμα του 14ου αιώνα, σε γοτθικό ρυθμό. Γοτθικού ρυθμού ήσαν και αρκετές άλλες εκκλησίες της πόλης όπως ο Άγιος Γεώργιος των Λατίνων (13ος αι.),ο Άγιος Φραγκίσκος (14ος αι.), ο Άγιος Γεώργιος Εξορινός (14ος αι.), ο ναός των Αγίων Πέτρου και Παύλου (14ος  αι.). Άλλοι αξιόλογοι βυζαντινοί ναοί κτίστηκαν επίσης στην πόλη αυτή την εποχή. Στην πόλη υπήρχε βασιλικό παλάτι στην κεντρική πλατεία όπου και ο καθεδρικός ναός, ενώ είχαν ανεγερθεί και πολλά πολυτελή ιδιωτικά μέγαρα. Το λιμάνι της Αμμοχώστου προστατευόταν από τα ισχυρά τείχη και η είσοδός του έκλεινε με αλυσίδα, όπως συνέβαινε και με όλα τα οχυρωμένα λιμάνια.

 

Από τις άλλες πόλεις της Κύπρου, η Λάρνακα γνώρισε κάποια μικρή ανάπτυξη μετά την κατάληψη της Αμμοχώστου από τους Γενουάτες, χωρίς όμως να μπορέσει να εξελιχθεί σαν λιμάνι και σαν πόλη σε αξιόλογα επίπεδα. Η Λεμεσός έγινε έδρα Λατίνου επισκόπου. Το πιο σημαντικό κτίσμα στην πόλη αυτή ήταν το κάστρο της, κτισμένο στις αρχές του 14ου αιώνα. Η Κάτω Πάφος, έδρα και αυτή Λατίνου επισκόπου, εγκαταλείφθηκε εξαιτίας σεισμών αλλά και ανθυγιεινών συνθηκών διαβίωσης, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί νέος οικισμός στο κοντινό οροπέδιο, τη σημερινή πόλη της Πάφου (Κτήμα). Στο λιμάνι της πόλης είχαν κτιστεί δυο κάστρα για την προστασία του. Στα ερείπια του ενός είναι κτισμένο το κάστρο που σώζεται μέχρι σήμερα. Ίχνη των τειχών της πόλης υπάρχουν ακόμη στα δυτικά και στα βόρεια. Στον 13ο-14ο αιώνα ανήκει και το τμήμα του τείχους που είναι ενωμένο με το κάστρο κι αποκόπτει τη θάλασσα. Σώζεται επίσης η νότια γωνιά της δυτικής πτέρυγας του λατινικού καθεδρικού ναού που είχε, πιθανότατα, κτιστεί τον 14ο αιώνα. Η Κερύνεια ήταν επίσης ένα σημαντικό λιμάνι, περισσότερο για στρατιωτικούς παρά εμπορικούς σκοπούς, με το κάστρο να το προστατεύει και με αλυσίδα που έκλεινε την είσοδό του. Η Κερύνεια ευνοήθηκε κι εξαιτίας της γειτνίασής της με την πρωτεύουσα. Οχυρώθηκε από την αρχή της Φραγκοκρατίας και το ισχυρό της κάστρο διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις διάφορες διαμάχες, αντιζηλίες και συγκρούσεις. Στο κάστρο αυτό έγιναν αρκετές μετατροπές τον 13ο και τον 14ο αιώνα, με αποτέλεσμα να ενισχυθεί σημαντικά ώστε ν' αποτελέσει καταφύγιο των ευγενών, των οικογενειών και των θησαυρών τους σε κάθε δύσκολη στιγμή.

 

Αρκετά ενδιαφέροντα κτίσματα των Λουζινιανών υπήρχαν και έξω από τα αστικά κέντρα και σαν τέτοια ήσαν διάφορες βασιλικές επαύλεις και επαύλεις ευγενών, μοναστήρια και εκκλησίες ή παρεκκλήσια, οχυρωματικά έργα και κτίσματα δημόσιας χρήσης όπως γεφύρια, υδραγωγεία, δεξαμενές, βρύσες κλπ.

 

Το φρούριο στο Κολόσσι κτίστηκε τον 13ο αιώνα και ανήκε στο Τάγμα των Hospitallers εκτός από ένα σύντομο διάστημα που είχε περάσει στην κατοχή των Ναϊτών. Υπέστη κατά καιρούς καταστροφές κι επισκευάστηκε επανειλημμένα. Τη σημερινή του μορφή πήρε κατά τα μέσα του 15ου αιώνα. Το φρούριο περιβαλλόταν από τείχος με είσοδο αρχικά στα ανατολικά που έκλεινε με κινητή γέφυρα. Το ίδιο το φρούριο είναι τριώροφο. Το ισόγειο ήταν αρχικά προσιτό μόνο εσωτερικά, κατεβαίνοντας από τον πρώτο όροφο. Η είσοδος βρίσκεται στη νότια από τις τέσσερις πλευρές του, στο ύψος του πρώτου ορόφου, και προστατευόταν με κινητή γέφυρα. Ακριβώς πάνω από την είσοδο, στο ύψος του δώματος, υπάρχει εξώστης - «ζεματίστρα», και πάλι για την προστασία της εισόδου. Στον πρώτο όροφο υπάρχουν δυο αίθουσες με σταυροθόλια και η κουζίνα με μεγάλο τζάκι. Στον νότιο τοίχο, κοντά στην εσωτερική στενή κυκλική σκάλα διατηρείται τοιχογραφία με θέμα τη Σταύρωση. Στον δεύτερο όροφο υπάρχουν επίσης δυο αίθουσες με μεγάλα τζάκια. Στο ισόγειο υπάρχουν αποθήκες, πηγάδι και οι στάβλοι κοντά στο φρούριο. Στα ανατολικά του φρουρίου σώζονται επίσης τα κτίρια επεξεργασίας του ζαχαροκάλαμου που επισκευάστηκαν από τους Τούρκους το 1571. Σώζονται επίσης τα κατάλοιπα μύλου και υδραγωγείου που προμήθευε νερό από τον κοντινό ποταμό Κούρη.

 

Το φρούριο της Σίγουρης ή Σίβουρης είναι ένα τυπικό πεδινό οχυρό. Κτίστηκε στα τέλη του 14ου αιώνα από το βασιλιά Ιωάννη Α' για περισσότερη προφύλαξη της Λευκωσίας από τις επιθέσεις των Γενουατών οι οποίοι είχαν καταλάβει την Αμμόχωστο το 1391. Καταστράφηκε αργότερα από τους Βενετούς. Σήμερα σώζονται μόνο τα θεμέλιά του που δείχνουν ότι ήταν ένα τετράγωνο κτίσμα με 4 τετράγωνους πύργους στις γωνιές του και βαθιά τάφρο ολόγυρα. Η είσοδος ασφαλιζόταν με κινητή γέφυρα.

 

Το φρούριο της Καντάρας είναι το ανατολικότερο της οροσειράς του Πενταδάκτυλου και δεσπόζει της εισόδου στη χερσόνησο της Καρπασίας. Κτίστηκε από τους Βυζαντινούς τον 11ο αιώνα και ενισχύθηκε σημαντικά κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας. Οι οχυρώσεις του που σώζονται σήμερα είναι του 14ου αιώνα κι ακολουθούν πιστά τη μορφή του φυσικού του χώρου. Η εξωτερική είσοδος του φρουρίου βρίσκεται στην ανατολική του πλευρά, την μόνη προσιτή, και προστατευόταν από ισχυρό προπύργιο που είναι σήμερα κατεστραμμένο. Σε δεύτερο εσωτερικό τείχος υπάρχει άλλη είσοδος που οδηγεί στον πύργο στα νοτιοανατολικά, στα δωμάτια της φρουράς και σε ερειπωμένα δωμάτια στην κορυφή και στο νότιο τείχος.

 

Το φρούριο του Αγίου Ιλαρίωνα κτίστηκε στη θέση προϋπάρχοντος βυζαντινού οχυρού που τα υπολείμματά του σώζονται σε διάφορα σημεία και για το οποίο υπάρχουν αναφορές σε διάφορες πηγές του 12ου αιώνα. Οι Λουζινιανοί έκαναν σ' αυτό διάφορες προσθήκες κι ενισχύσεις. Αποτελείται από 3 συμπλέγματα κτιρίων. Στο χαμηλότερο και εκτενέστερο βρίσκονταν τα δωμάτια της φρουράς και οι στάβλοι. Στο κεντρικό, στο οποίο οδηγούσε ισχυρή πύλη με αμυντικά προσκτίσματα, υπάρχει βυζαντινή εκκλησία με πολλές γοτθικές επεμβάσεις, καθώς επίσης και αρκετά άλλα κτίσματα του 14ου αιώνα, όπως κουζίνες κι άλλοι βοηθητικοί χώροι, καθώς και διαμερίσματα που χρονολογούνται στον 13ο αιώνα. Στο τρίτο σύμπλεγμα, στο ψηλότερο σημείο της βουνοκορφής, βρίσκονταν τα βασιλικά διαμερίσματα και άλλα κτίρια του 13ου αιώνα.

 

Το φρούριο Βουφαβέντο κτίστηκε στα τέλη του 11ου ή τις αρχές του 12ου αιώνα. Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας προστέθηκαν νέοι χώροι και κτίστηκε η είσοδος που σώζεται σήμερα. Το φρούριο χρησιμοποιήθηκε, όπως και τα άλλα δυο της οροσειράς του Πενταδάκτυλου, σαν οχυρό και παρατηρητήριο αλλά και σαν φυλακή. Περισσότερο από τα άλλα, το Βουφαβέντο διατηρεί τον αρχικό βυζαντινό του χαρακτήρα. Τα διάφορα κτίριά του, πολλά από τα οποία είναι δημιουργήματα των Βυζαντινών, κατανέμονται σε τρεις ζώνες.

 

Και τα τρία αυτά ισχυρά φρούρια του Πενταδάκτυλου ήταν ήδη κατεστραμμένα στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα. Κατά πάσαν πιθανότητα καταστράφηκαν από τους Βενετούς για να μη χρησιμοποιηθούν από άλλους, επειδή δεν μπορούσαν να τα επανδρώσουν.

 

Στα Γαστριά σώζονται υπολείμματα πύργου των Ναϊτών. Ο πύργος αυτός κατεστράφη από τους Μαμελούκους.

 

Σε ό,τι αφορά τα μοναστήρια της περιόδου αυτής, γνωστότερο είναι το Αββαείο του Πέλλα Παΐς, γνωστό με το όνομα αυτό από το 16ο αιώνα. Αρχικά ήταν γνωστό ως Πισκοπιά ή Επισκοπία κι ήταν κοινόβιο Λατίνων μοναχών του Αγίου Αυγουστίνου που ήλθαν στην Κύπρο από την Παλαιστίνη μετά τη πτώση της Ιερουσαλήμ το 1187. Το Αββαείο είναι εξαίρετο δείγμα μοναστηριακής αρχιτεκτονικής γοτθικού ρυθμού και μοναδικό στο είδος του στην Ανατολή. Είναι κτισμένο σε ύψωμα, στην άκρη φυσικού βραχώδους γκρεμού που του εξασφάλιζε την άμυνα από τη βόρεια πλευρά. Περιβαλλόταν επίσης από προστατευτικό τείχος με τάφρο. Η είσοδος βρισκόταν στα δυτικά και προστατευόταν από κινητή γέφυρα. Ο ναός του Αββαείου είναι τρίκλιτος και αποτελεί το αρχαιότερο από τα κτίσματα που σώζονται. Είναι του 13ου αιώνα, με τετράγωνο ιερό. Τα κλίτη χωρίζονται με 4 κολόνες και αψίδες. Ο ναός έχει πρόστοο ενώ βόρεια του ιερού υπάρχει μικρό διακονικόν. Βόρεια του ναού υπάρχει το μεγάλο τετράγωνο περίστοο και ακόμη βορειότερα η τραπεζαρία. Ανατολικά του περίστοου υπάρχει εργαστήρι και το συνοδικόν. Τα κτίρια αυτά είναι του 14ου αιώνα. Δεν σώζονται τα κτίρια στην δυτική πλευρά. Ο γοτθικός διάκοσμος του Αββαείου είναι του τύπου «flamboyant» και τμήματά του διατηρούνται μέχρι σήμερα.

 

Στην Αγία Νάπα σώζεται το ομώνυμο μοναστήρι, το μοναδικό αυτής της εποχής που σώζεται σαν σύνολο παρά την εγκατάλειψη και τη φθορά που υπέστη. Δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονολογία της ανέγερσής του αλλά αναφέρεται ήδη σε πηγές του 14ου αιώνα. Τη μορφή που έχει σήμερα την πήρε στα τέλη του 15ου ή τις αρχές του 16ου αιώνα. Στις αρχές του 19ου αιώνα έγιναν σοβαρές επεμβάσεις επισκευής στο μοναστήρι. Ολόκληρο το σύμπλεγμα συντηρήθηκε αργότερα και αποκαταστάθηκε από το Τμήμα Αρχαιοτήτων. Το μοναστήρι αποτελείται από την εκκλησία, στο μεγαλύτερο μέρος της λαξευμένη στο βράχο. Βρίσκεται στη δυτική πλευρά τετράγωνης αυλής, ενώ τα μοναστηριακά κτίρια καταλαμβάνουν τις άλλες τρεις πλευρές. Η είσοδος βρισκόταν αρχικά στο κέντρο της νότιας πτέρυγας. Στο κέντρο της αυλής διατηρείται η μοναδική στην Κύπρο μεσαιωνική φιάλη, καλυμμένη με θόλο πάνω σε 4 τόξα.

 

Στα Πυργά διατηρείται σε καλή κατάσταση ύστερα από επανειλημμένες εργασίες συντήρησης, το Βασιλικό Παρεκκλήσι, γνωστό στην περιοχή και σαν εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης. Ο ναός αρχικά ήταν αφιερωμένος στα Πάθη του Σωτήρος, σύμφωνα με επιγραφή που δεν σώθηκε. Κτίστηκε στα τέλη του 14ου αιώνα με ηφαιστειογενείς λίθους κι αρχιτεκτονικά ανήκει στη γοτθική τέχνη της παρακμής. Το κτίριο είναι ορθογώνιο σε κάτοψη, δίχως αψίδα, καλυμμένο με οξυκόρυφη καμάρα με ενισχυτικές ζώνες. Δεν έχουν επιβεβαιωθεί γραπτές πληροφορίες του 19ου αιώνα για κτίσματα που περιέβαλλαν το παρεκκλήσι.

 

Στο Ακρωτήρι, στη θέση βυζαντινού μοναστηριού που καταστράφηκε, κτίστηκε κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας το μοναστήρι του Αγίου Νικολάου από το οποίο διασώθηκε η εκκλησία. Είναι μονόκλιτη κι αρχικά ήταν καλυμμένη με σταυροθόλια, αργότερα όμως προστέθηκαν για ενίσχυση νέοι τοίχοι στο εσωτερικό και καμάρα στην οροφή. Το μοναστήρι εγκαταλείφθηκε κι ερημώθηκε κατά τον 17ο αιώνα. Πρόσφατα άρχισε η αναστήλωσή του μετά από ανασκαφές που αποκάλυψαν την αρχική του διάταξη και σύμφωνα με σχέδια όψεων του 19ου αιώνα.

 

Κοντά στο χωριό Πολεμίδια σώζεται μέχρι σήμερα η εκκλησία της Παναγίας των Καρμηλιτών, που κι αυτή ανήκει στην γοτθική τέχνη της παρακμής του β' μισού του 14ου αιώνα. Στα βόρειά της υπήρχε μοναστήρι που δεν σώθηκε. Σε κάτοψη, η εκκλησία είναι ορθογώνια με εισόδους στα βόρεια, νότια και δυτικά. Την οροφή της αποτελεί οξυκόρυφη καμάρα με δυο σφενδόνια ενσωματωμένα στην όλη κατασκευή της και με επίπεδη στέγη.

 

Κατά τα τέλη του 14ου ή τις αρχές του 15ου αιώνα κτίστηκε η εκκλησία της Παναγίας Στάζουοας στο Καλό Χωριό της Λάρνακας. Φέρει σταυροθόλια και τετράγωνο νάρθηκα χαμηλότερο από το υπόλοιπο κτίριο. Στα βόρεια και δυτικά της εκκλησίας υπήρχαν μοναστηριακά κτίρια που τα περισσότερα καταστράφηκαν. Η εκκλησία υπέστη πολλές καταστροφές κατά την επιδρομή των Μαμελούκων το 1426. Από τον 16ο αιώνα ανήκει ως μετόχι στο μοναστήρι του Σταυροβουνιού.

 

Ακόμη συναντούμε, κατά την περίοδο αυτή, προσθήκες γοτθικών παρεκκλησιών σε ορισμένες ορθόδοξες εκκλησίες. Οι προσθήκες αυτές γίνονταν συνήθως από τους Φράγκους φεουδάρχες της κάθε περιοχής, για τις θρησκευτικές ανάγκες των οικογενειών τους. Το φαινόμενο τέτοιων προσθηκών το συναντούμε στην εκκλησία της Παναγίας Αγγελόκτιστης στο Κίτι, όπου η οικογένεια των Gibelet έκτισε στις αρχές του 14ου αιώνα το παρεκκλήσι της στα νότια της βυζαντινής εκκλησίας. Στην Τόχνη επίσης, προστέθηκε παρεκκλήσι στα βόρεια της εκκλησίας του Τιμίου Σταυρού, που όμως καταστράφηκε από τους Μαμελούκους το 1426 και σήμερα βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση. Παρόμοια προσθήκη έγινε και στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Λαμπαδιστή.

 

Η βασιλική έπαυλη στην Ποταμιά, κτίσμα του 14ου αιώνα με πολλούς κήπους, καταστράφηκε από τους Μαμελούκους. Η βασιλική έπαυλη στα Κούκλια ήταν κτισμένη γύρω από τετράγωνη αυλή. Ένας ζαχαρόμυλος λειτουργούσε σε μικρή απόσταση στα νότιά της.

 

 

ΒΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑ (1489 - 1571)

 

Οι Βενετοί, που διαδέχθηκαν τους Φράγκους στην Κύπρο, είχαν ν' αντιμετωπίσουν τον ορατό κίνδυνο των Τούρκων, γι’ αυτό πρωταρχικός τους σκοπός ήταν η καλύτερη οργάνωση της άμυνας. Τα κυριότερα αρχιτεκτονικά τους έργα ήσαν οχυρωματικά. Για την κατασκευή των έργων αυτών επιστρατεύθηκε το 80% περίπου του ντόπιου πληθυσμού που αυτή την περίοδο πέρασε τρομερές δοκιμασίες με αποτέλεσμα ένα τμήμα του να μεταναστεύσει.

 

Η ουσιαστικότερη αλλαγή έγινε στη Λευκωσία, η οποία εξακολουθούσε να είναι πρωτεύουσα του νησιού. Η αλλαγή συνίστατο στην κατεδάφιση όλων των μέχρι τότε οχυρώσεων των Λουζινιανών και στην ανέγερση εντελώς νέων. Οι νέες οχυρώσεις περιόριζαν σημαντικά την έκταση της πόλης, ώστε να ενισχυθεί καλύτερα η αμυντική της ικανότητα. Πάρα πολλά κτίρια που βρίσκονταν έξω από την περίμετρο των νέων οχυρώσεων που επρόκειτο να ανεγερθούν, κατεδαφίστηκαν επίσης και τα υλικά τους χρησιμοποιήθηκαν για τις νέες οχυρώσεις. Τα νέα τείχη της Λευκωσίας σχεδιάστηκαν από τον γνωστό στρατιωτικό μηχανικό Giulio Savorgnano το 1567, ο οποίος επέβλεπε και την κατασκευή τους. Σ' αντίθεση με τις προγενέστερες οχυρώσεις των Λουζινιανών τα νέα τείχη της Λευκωσίας είχαν κυκλικό σχήμα με περίμετρο 4,5 χμ. Είχαν 11 προμαχώνες, σε ίσες μεταξύ τους αποστάσεις, και για την ανέγερσή τους υιοθετήθηκαν οι νέες ανακαλύψεις της αμυντικής τέχνης όπως η δημιουργία μιας μαλακής επιφάνειας στο πάνω μέρος των τειχών που βρίσκεται ψηλότερα από το επίπεδο βολής της γύρω περιοχής, ώστε να απορροφώνται οι μπάλες των κανονιών κι όχι να χτυπούν πάνω στην πέτρα προκαλώντας της ζημιές. Επίσης οι δυο από τις τρεις πύλες των νέων τειχών, η δυτική πύλη Σαν Ντομένικο ή πύλη Πάφου και η ανατολική πύλη Τζουλιάνα ή πύλη Αμμοχώστου, τοποθετήθηκαν για περισσότερη ασφάλεια πίσω από τις καμπύλες των προμαχώνων, σ' αντίθεση με ό,τι γινόταν μέχρι τότε, δηλαδή την τοποθέτηση της πύλης στο μέσο του τείχους, μεταξύ δυο προμαχώνων, όπως η πύλη της Κερύνειας. Παρά την επίσπευση των εργασιών, τα νέα τείχη της πρωτεύουσας δεν είχαν συμπληρωθεί εντελώς ως το 1570, οπότε αντιμετώπισαν τους Τούρκους.

 

Σημαντικές εργασίες ενίσχυσης των υφισταμένων οχυρώσεων έκαμαν οι Βενετοί στα τείχη Αμμοχώστου, όπου εργάστηκε ένας άλλος γνωστός στρατιωτικός μηχανικός, ο Σαν Μικέλι. Η Αμμόχωστος διέθετε τις ισχυρότερες οχυρώσεις όταν εισέβαλαν οι Τούρκοι στην Κύπρο, γι’ αυτό κι ήταν η μοναδική κυπριακή πόλη που μπόρεσε να κρατήσει μια επική άμυνα 11 περίπου μηνών και ν' αποκρούσει τρομακτικές κι αλλεπάλληλες επιθέσεις με μεγάλη επιτυχία. Η πόλη αυτή δεν κατελήφθη με έφοδο, αλλά συνθηκολόγησε και παραδόθηκε ύστερα από παντελή έλλειψη εφοδίων.

 

Ενισχύθηκαν επίσης από τους Βενετούς και τα κάστρα της Κερύνειας και της Λεμεσού. Ο τρόπος επέμβασης των Βενετών στα οχυρά των Φράγκων ήταν ουσιαστικά η επένδυσή τους με βαριά προχώματα που εξωτερικά επενδύονταν με πέτρα. Τα οχυρά εκείνα που δεν ήταν δυνατό να επανδρωθούν ικανοποιητικά, δεν περιελήφθησαν στο γενικό αμυντικό πρόγραμμα των Βενετών και καταστράφηκαν. Κτίστηκαν όμως σε ορισμένα σημαντικά σημεία μερικοί πύργοι - παρατηρητήρια. Απ' αυτούς διασώθηκαν και υφίστανται σήμερα οι πύργοι στην Πύλα, στο Κίτι, στην Αλαμινό, ενώ υπολείμματά τους υπάρχουν στον Ακάμα και στην Αμαθούντα. Οι πύργοι αυτοί είναι τριώροφοι, με το ισόγειο τελείως κλειστό.

 

Γενικά η οχυρωματική αρχιτεκτονική των Βενετών στην Κύπρο ακολούθησε τα πρότυπα του εκμοντερνισμένου αμυντικού συστήματος της ιταλικής στρατιωτικής αρχιτεκτονικής του 16ου.

 

 

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ (1571 - 1878)

 

Οι νέοι κατακτητές της Κύπρου, γνωρίζοντας ότι κάποια ευημερία του ντόπιου πληθυσμού θα σήμαινε γι’ αυτούς έσοδα, έδωσαν στους κατοίκους του νησιού δικαιώματα που δεν είχαν προηγουμένως σαν δουλοπάροικοι. Τέτοια δικαιώματα ήσαν εκείνο της αγοράς κι απόκτησης γης, της άσκησης των θρησκευτικών τους καθηκόντων και, μετά το 1660, της αναγνώρισης εθναρχικής ιδιότητας στον Ορθόδοξο αρχιεπίσκοπο. Αυτά είχαν τον αντίκτυπό τους και στον τομέα της αρχιτεκτονικής δημιουργίας. Έτσι, μεταξύ άλλων, ο ντόπιος πληθυσμός αρχίζει να κτίζει πάλι τα δικά του εκκλησιαστικά οικοδομήματα. Ταυτόχρονα παραμένουν έστω και αλλοιωμένα, τα μεσαιωνικά και αναγεννησιακά κτίρια των περασμένων αιώνων, εξαιτίας της πολιτικής των Οθωμανών να επαναχρησιμοποιούν στις κατακτημένες περιοχές της αυτοκρατορίας τους τα σημαντικά κτίσματα των προκατόχων τους.

 

Παράλληλα ανεγείρονται και νέα κτίρια, ειδικά κατά τους πρώτους αιώνες της Τουρκοκρατίας, που συμπίπτουν με την ωρίμανση του οθωμανικού κλασσικού αρχιτεκτονικού ρυθμού.

 

Εκεί που παρουσιάζεται ουσιαστική αλλαγή από τις προηγούμενες δυο περιόδους, είναι στην οργάνωση των αστικών κέντρων, αποτέλεσμα της μεγάλης διάστασης που υπήρχε μεταξύ της δυτικής και της ισλαμικής κοσμοθεωρίας στην αντίληψη της πόλης.

 

Η Λευκωσία εξακολουθεί να είναι το διοικητικό κέντρο του νησιού και η πόλη περιορίζεται μέσα στα όρια που καθορίζουν τα βενετικά τείχη της. Διατηρεί τους ίδιους άξονες, με μειωμένο όμως βαθμό οργάνωσης. Οι Οθωμανοί προσαρμόζουν το διοικητικό και θρησκευτικό τους κέντρο στις ηθικές αρχές και στον τρόπο ζωής του ισλαμικού πολιτισμού. Αρνούνται τη μνημειακή μεγαλοπρέπεια και την ανοικτή κοινωνική ζωή στους δρόμους και στις πλατείες που χάνονται τώρα κάτω από τα νέα οικοδομικά σύνολα των κοινωφελών κτισμάτων που η οθωμανική παράδοση τα τοποθετεί γύρω από τους χώρους λατρείας. Σε αντίθεση, το παζάρι ακμάζει τώρα και αποτελεί όχι μόνο τον οικονομικό πυρήνα της πόλης αλλά και το κοινωνικό της κέντρο. Η ίδια η πόλη συνεχίζει να λειτουργεί πιο έντονα παρά πριν, με χωριστούς «μαχαλάδες» ανάλογα με τη θρησκεία, την εθνικότητα και την κοινωνική τάξη των κατοίκων της.

 

Η Αμμόχωστος αντίθετα βρίσκεται σε πλήρη παρακμή και είναι περισσότερο ένα οχυρό κατοικημένο από τον στρατό παρά μια ζωντανή πόλη. Ο ντόπιος πληθυσμός μετακινείται στη νέα πόλη που δημιουργείται σιγά - σιγά έξω από τα τείχη, το Βαρώσι. Τα περισσότερα από τα λαμπρά μεσαιωνικά οικοδομήματα της εντός των τειχών πόλης κατεδαφίζονται για να εξαχθούν ως οικοδομικά υλικά στην Αλεξάνδρεια και στο Πόρτ Σάιντ.

 

Η Λεμεσός και το Κτήμα είναι μικροί ημιαστικοί οικισμοί, με χωριστές συνοικίες για τους Έλληνες και τους Τούρκους. Η Κερύνεια, μέσα στα μεσαιωνικά της τείχη, δίνει την εικόνα μιας μικροσκοπικής συμπαγούς πόλης. Η Λάρνακα αποτελεί εξαίρεση. Με τα ξένα προξενεία και τους εμπορικούς οίκους της Δύσης που υπάρχουν εκεί, αναπτύσσεται σαν εμπορικό κέντρο και έχει ανοιχτό τρόπο ζωής.

 

Στον τομέα των οχυρώσεων οι Τούρκοι έκαμαν πρόχειρες επιδιορθώσεις στα υφιστάμενα οχυρωματικά έργα, όπως σ' αυτά της Λευκωσίας και της Αμμοχώστου όπου πρόσθεσαν προχώματα στους προμαχώνες, ανύψωσαν το επίπεδο της τάφρου και έκαμαν επεμβάσεις στις πύλες, κυρίως σε εκείνες των τειχών της Λευκωσίας. Παράλληλα προσπάθησαν να ενισχύσουν τις άλλες παραλιακές πόλεις με κάστρα, κτίζοντας καινούργια ή συμπληρώνοντας τα παλαιά ώστε να μπορούν να χρησιμοποιούνται και σαν φυλακές. Επεμβάσεις έγιναν στο κάστρο της Λεμεσού ενώ το 1592 κτίστηκε εκείνο της Πάφου το οποίο περιέλαβε κι απομεινάρια του ενός από τους δυο πύργους των Λουζινιανών.

 

Τα σημαντικότερα διοικητικά κτίρια βρίσκονταν στη Λευκωσία όπου διέμεναν τόσο ο Τούρκος κυβερνήτης όσο και οι αξιωματούχοι του ορθόδοξου κλήρου. Η έδρα του Τούρκου διοικητή, το κονάκι, βρισκόταν στη σημερινή πλατεία Ατατούρκ κι ήταν το ίδιο μεγαλόπρεπο μεσαιωνικό κτίριο που στέγασε τους τελευταίους Λουζινιανούς βασιλιάδες και τους Βενετούς κυβερνήτες της Κύπρου. Το ορθόδοξο αρχιεπισκοπικό μέγαρο, δίπλα από τον καθεδρικό ναό του Αγίου Ιωάννη, είναι ένα μεγαλόσπιτο κτισμένο στα ερείπια γοτθικού οικοδομήματος. Κατά καιρούς του έγιναν πολλές επεκτάσεις και επισκευές και κυρίως το 1720. Ο στρατώνας της πρωτεύουσας βρισκόταν πάνω στα τείχη, δίπλα στην πύλη Πάφου. Οι φυλακές της πόλης στεγάζονταν στην αριστερή πτέρυγα του κονακιού του Τούρκου κυβερνήτη, ενώ σαν φυλακή αναφέρεται κι ένα άλλο πετρόκτιστο κτίριο στην περιοχή του αρχοντικού του Χατζηγιωργάκη Κορνέσιου.

 

Τα αστικά κέντρα και ειδικά η Λευκωσία διατηρούσαν μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα τον δυτικό χαρακτήρα που πήραν από τους Φράγκους κατακτητές με πλατιούς δρόμους και πλατείες. Αργότερα προστίθενται σ' αυτές από τους Τούρκους πολλά στοιχεία χαρακτηριστικά της ισλαμικής κοσμοαντίληψης και των νέων συνθηκών που δημιουργήθηκαν. Οι δρόμοι γίνονται πολύ στενοί με πλάτος, πολύ συχνά, 2-3 μέτρα, με πέτρινα τόξα σε πολλά σημεία που ένωναν τις δυο πλευρές τους. Παρόλο που διατηρήθηκαν οι βασικοί άξονες της πόλης, οι στενοί δρόμοι έδιναν μια χαώδη εντύπωση. Δημιουργούνται οι διάφοροι «μαχαλάδες», κλειστά συμπλέγματα ανάλογα με την εθνικότητα, τη θρησκεία ή κοινωνική τάξη. Σ' αυτούς τους μαχαλάδες τα στενά δρομάκια χρησιμοποιούνταν σαν ιδιωτικός χώρος επέκτασης των σπιτιών, δίνοντας ασφάλεια και ιδιαιτερότητα στους κατοίκους. Ενώ η εσωτερική αυλή των σπιτιών χρησίμευε για τη ζωή της οικογένειας, ο δρόμος ήταν ο τόπος συνάντησης με τους γείτονες μέσα στα όρια του μαχαλά.

 

Ανάμεσα στα λαϊκά σπίτια, κτισμένα σε σειρές το ένα δίπλα στο άλλο, ξεχωρίζουν τα αρχοντικά που καταλαμβάνουν ολόκληρο τετράγωνο με εσωτερική αυλή. Ένα αξιόλογο δείγμα αστικής αρχιτεκτονικής του 18ου αιώνα διατηρείται μέχρι σήμερα στην ενορία Αγίου Αντωνίου στην παλαιά Λευκωσία, που εκτός από την αρχιτεκτονική του σημασία είναι και αξιόλογο ιστορικό μνημείο. Πρόκειται για το αρχοντικό του Χατζηγιωργάκη Κορνέσιου, του σημαντικότερου δραγομάνου της Τουρκοκρατίας που έζησε από τα μέσα του 18ου αιώνα μέχρι το 1809, όταν αποκεφαλίστηκε από τους Τούρκους στην Κωνσταντινούπολη.

 

Με τη φρουριακή διαμόρφωση της τοιχοποιίας στις όψεις προς το δρόμο, ακολουθεί την οικιστική αρχιτεκτονική της μεταβυζαντινής τεχνικής, χαρακτηριστικής μετά τον 17ο αιώνα σε όλη την οθωμανική επικράτεια. Σε αντίθεση με τις εξωτερικές όψεις, το μεγαλύτερο τμήμα του ορόφου προς την εσωτερική αυλή αποτελείται από φέροντα ξύλινο σκελετό συμπληρωμένο με μικρές πέτρες και γύψο (ντολμά) ή από μπαγδατί, δηλαδή οριζόντια τεμάχια ξύλου τοποθετημένα πυκνά και στερεωμένα στον ξύλινο σκελετό με τα κενά γεμισμένα με γύψο.

 

Στις εξωτερικές όψεις είναι πολύ χαρακτηριστικά τα μικρά σιδερόφρακτα παράθυρα τοποθετημένα πολύ ψηλά στο ισόγειο σε σχέση με το επίπεδο του δρόμου. Ξεχωρίζει στη βόρεια πλευρά το κιόσκι, ξύλινος κλειστός εξώστης και η αψιδωτή είσοδος με πλούσιο γλυπτό διάκοσμο. Πάνω από αυτή υπάρχει εντοιχισμένη μαρμάρινη πλάκα, πιθανόν από παλαιότερο κτίριο, με ανάγλυφες παραστάσεις, ανάμεσα στις οποίες δεσπόζει το λιοντάρι του Αγίου Μάρκου.

 

Οι όψεις του κτιρίου προς την αυλή, σε αντίθεση με τον φρουριακό χαρακτήρα του εξωτερικού, γίνονται πολύ ανάλαφρες χάρη σε ένα πολυσύνθετο σύμπλεγμα αψίδων που δημιουργούν ένα υπόστεγο διάδρομο και στις 3 πλευρές του κτιρίου, διατεταγμένου σε σχήμα Π.

 

Το αρχοντικό χωρίστηκε με τοίχο από βορρά προς νότο σε δυο μέρη κατά τα τέλη του 19ου αιώνα. Από αυτή την εποχή προέρχεται το μπαλκόνι στην πρόσοψη, παλαιότερα καλυμμένο, και η δεύτερη, λιγότερο επιβλητική, αψιδωτή είσοδος. Οι χώροι του ισογείου ήσαν βοηθητικοί, με στάβλους και κουζίνα στις δυο πλευρές της ανατολικής μικρής αυλής. Αντίθετα στον όροφο, στον οποίο μετά τον διαχωρισμό οδηγούν δυο ξύλινες σκάλες από την αυλή, βρίσκονται οι αντιπροσωπευτικοί χώροι. Την είσοδο του ορόφου αποτελεί μεγάλη αίθουσα με τεράστιο ξύλινο τόξο στο κέντρο που έχει το πλάτος της βόρειας πτέρυγας και ανοίγει με το κιόσκι στο δρόμο. Δίπλα στο κιόσκι βρίσκεται το «Τίμιο Ξύλο», το δωμάτιο στο οποίο φυλάγονταν τα οικογενειακά κειμήλια. Ένας διάδρομος οδηγεί από το δωμάτιο εισόδου στον «Οντά», αλλιώς γνωστό σαν «Ασπαστικό Οίκο» ή «Αρχοντικό». Σ' αυτό σώζεται ξυλόγλυπτο ζωγραφιστό ταβάνι και σε κόγχη στο βόρειο τοίχο, τοιχογραφία με παράσταση πόλης, κατά την παράδοση της Κωνσταντινούπολης. Σ' αυτή την αίθουσα, που έχει κτιστεί κατά τον τρόπο που συνηθιζόταν και σ' άλλες περιοχές του οθωμανικού κράτους, έτσι δηλαδή που να εξέχει σε πλάτος από το υπόλοιπο κτίριο για να δέχεται φως και αέρα και από τις 4 πλευρές, βρίσκονταν τα πορτραίτα του Χατζηγιωργάκη, του γιου του Τσελεπή Γιάγκου και της νύφης του Ιουλιανής (το γένος Βοντιτσιάνο).

 

Σύμφωνα με ιστορικές πηγές ο Χατζηγιωργάκης επισκεύασε το σπίτι αυτό το 1793, γεγονός που επιβεβαιώνει και μισοκατεστραμμένη επιγραφή στον εσωτερικό τοίχο της εισόδου. Επομένως πρέπει να υπήρχε εκεί παλαιότερο σπίτι που κτίστηκε νωρίτερα επί Τουρκοκρατίας, κρίνοντας από την τοιχοποιία και τη διάταξή του. Η παράδοση συνδέει το αρχοντικό με την ελληνική οικογένεια Ποδοκάταρο της οποίας ο τελευταίος απόγονος σκοτώθηκε κατά το 1570.

 

Το αρχοντικό του Χατζηγιωργάκη, γνωστό επίσης σαν «Το Κονάκι» κηρύχθηκε σε αρχαίο μνημείο κατά το 1935. Κατά το 1981, μετά το θάνατο της Ιουλιανής Πική, απογόνου της αδελφής της Ιουλιανής, νύφης του Χατζηγιωργάκη, άρχισαν και συνεχίζονται από το Τμήμα Αρχαιοτήτων συστηματικές εργασίες συντήρησης και αποκατάστασης του κτιρίου. Θρησκευτικά ιδρύματα υπήρχαν τόσο ισλαμικά όσο και χριστιανικά. Τα ισλαμικά μπορούν να διακριθούν σε δυο γενικές κατηγορίες: Η πρώτη περιλαμβάνει τα προϋπάρχοντα κτίρια, λατινικούς κυρίως ναούς, που υφίστανται ορισμένες μετατροπές ή και προσθήκες για να προσαρμοστούν στις νέες ανάγκες λατρείας. Γίνεται σ' αυτά η προσθήκη μιναρέδων εξωτερικά και μετατροπές εσωτερικά, κυρίως για καθορισμό της κατεύθυνσης προς τη Μέκκα, άσπρισμα των εσωτερικών τοίχων, επίστρωση των πατωμάτων με χαλιά για να γονατίζουν οι νέοι πιστοί κλπ. Τέτοια μνημεία που υπέστησαν μετατροπές είναι η Αγία Σοφία της Λευκωσίας που μετονομάζεται σε Σελιμιέ τζαμί κι είναι το κυριότερο της πόλης, ο ναός της Αγίας Αικατερίνης, που μετονομάζεται σε Χαϊδάρ Πασά τζαμί, η Αγία Μαρία των Αυγουστίνων, που μετονομάζεται σε Ομεριέ τζαμί, ο Σταυρός του Μισσιρίκου, που μετονομάζεται σε Αραπλάρ τζαμί, ο Άγιος Νικόλαος στην Αμμόχωστο, που μετατρέπεται σε τζαμί στο όνομα του Λαλά Μουσταφά κ.α.

 

Η δεύτερη γενική κατηγορία περιλαμβάνει ισλαμικούς χώρους λατρείας, τζαμιά και τεκέδες, που κτίζονται αυτή την εποχή και που χωρίζονται σε δυο ομάδες ως προς τον αρχιτεκτονικό τους ρυθμό: Η πρώτη ομάδα περιλαμβάνει κτίσματα στον κλασσικό οθωμανικό αρχιτεκτονικό ρυθμό που ακμάζει κατά το 16ο αιώνα και που είναι σαφώς επηρεασμένος από το βυζαντινό τρόπο κατασκευής, με έντονη τη χρήση θολοδομίας. Τα οικοδομήματα αυτά συνήθως αποτελούνται από ένα τετράγωνο χώρο με κεντρικό τρούλλο και 4 τεταρτοσφαίρια. Χαρακτηριστικά του τύπου αυτού είναι το Αράπ Αχμέτ τζαμί στη Λευκωσία (16ος – 17ος αι.), το Ακκουλέ τζαμί στην Αμμόχωστο (17ος αι.), και ο Χαλά Σουλτάν τεκές στην αλυκή της Λάρνακας, που είναι και ένα από τα πιο σημαντικά μέρη προσκυνήματος όλων των Μωαμεθανών. Η άλλη ομάδα περιλαμβάνει τα επιμήκη τζαμιά που χωρίζονται σε διάφορα τμήματα με οξυκόρυφα εγκάρσια τόξα που συγκρατούν τόσο τους πλαϊνούς τοίχους όσο και τις ξύλινες επικλινείς τους στέγες.

 

Κατά την περίοδο αυτή επαναδραστηριοποιείται και η ναοδομία ή η οικοδόμηση εκκλησιών στη θέση παλαιότερων που είχαν καταστραφεί. Η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική ακολουθεί, όσο της το επιτρέπουν οι συνθήκες, τα μέσα και η οικονομική κατάσταση, τους τρόπους δομής του Βυζαντίου, με πρότυπα έργα παλαιότερων περιόδων, γι’ αυτό και ονομάζεται μεταβυζαντινή αρχιτεκτονική. Έτσι η εκκλησία της Χρυσαλινιώτισσας στη Λευκωσία, για παράδειγμα, ξανακτίζεται το 1735 εκεί όπου την είχε κτίσει αρχικά, σύμφωνα με την παράδοση, η Ελένη Παλαιολογίνα.

 

Όμως οι οικονομικές δυσκολίες, αποτέλεσμα της οικονομικής καταπίεσης του λαού, οδήγησαν στην αναγκαστική απλούστευση των εκκλησιαστικών οικοδομημάτων τα οποία παρουσιάζουν και κάποιες ξένες επιδράσεις στη μορφή, ενώ αντίθετα κρατούνται σταθεροί οι τύποι των κατόψεων. Παράδειγμα είναι ο ναός του Αγίου Ιωάννη στη Λευκωσία, κτισμένος τον 17ο αιώνα, που παρουσιάζει κάτι το φρουριακό, με τα ψηλά αντερείσματα των εξωτερικών του τοίχων. Άλλες ξένες επιδράσεις στους ορθόδοξους ναούς εκδηλώνονται στην τοιχοδομία, στα περίθυρα και στην υιοθέτηση του οξυκόρυφου τόξου. Σ' αυτό τον φραγκοβυζαντινό ρυθμό ανήκουν, μεταξύ άλλων, οι εκκλησίες του Αγίου Μάμα στη Μόρφου, του Τρυπιώτη στη Λευκωσία κ.α. Οι ανάγκες κάποτε προστασίας από τον ξένο κατακτητή, είχαν σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία εσωστρεφών εκκλησιαστικών κτιρίων, με χαμηλή είσοδο, περιορισμό του αριθμού και του μεγέθους των παραθύρων, όπως η εκκλησία του Αγίου Σάββα στη Λευκωσία.

 

Όσον αφορά τα κτίρια δημόσιας χρήσης, σ' αυτά προστίθενται τα χάνια και τα τούρκικα λουτρά. Τα χάνια βρίσκονταν στα κέντρα των πόλεων ή και στα ενδιάμεσα δυο πόλεων όπου η απόσταση μεταξύ τους ξεπερνούσε το μονοήμερο ταξίδι, κι εξυπηρετούσαν τους κάθε λογής ταξιδιώτες, τους αγωγιάτες και τους εμπόρους. Με την ανάπτυξη του εμπορίου, τα χάνια προσφέρονταν και σαν χώροι χοντρικής πώλησης εμπορευμάτων. Χαρακτηριστικότερο αρχιτεκτονικό δείγμα μεγάλου χανιού είναι το Büyük Khan (Μεγάλο Χάνι) της Λευκωσίας που κτίστηκε το 1572 από τον Μουσαφέρ πασά και σώζεται μέχρι σήμερα. Είναι ένα εντυπωσιακό, από αρχιτεκτονικής πλευράς, διώροφο πέτρινο κτίριο που περιβάλλει μια τετράγωνη αυλή στο κέντρο της οποίας υπάρχει υπερυψωμένο ένα μονόχωρο τζαμί, στοιχείο που απαντάται μόνο στα μεγάλα χάνια των Σελτζούκων. Άλλο αξιόλογο χάνι της πρωτεύουσας, που κι αυτό σώζεται ως σήμερα, είναι το Κουμαρτζιλλάρ Χαν (Χάνι των Κουμαρτζήδων). Ο Τζέφφρυ αναφέρει άλλο ένα μεγάλο χάνι στη Λεμεσό, εξίσου σημαντικό μ' αυτά της Λευκωσίας.

 

Η χρήση των τούρκικων λουτρών εισήχθη στην Κύπρο από την αρχή της Τουρκοκρατίας. Οι τρούλλοι τους με τα γυάλινα «μάτια» για φωτισμό, ήσαν ευδιάκριτοι από μακριά εξαιτίας της χαμηλής δόμησης των γύρω σπιτιών, κι αποτελούσαν ξεχωριστό περιβαλλοντικό στοιχείο των κυπριακών πόλεων. Ήταν κτισμένα στη βάση της κλασσικής οθωμανικής αρχιτεκτονικής των λουτρών και βάσιζαν τη λειτουργία τους σε μια προκαθορισμένη ακολουθία δωματίων. Εκτός από τους Τούρκους, άρχισαν σύντομα να χρησιμοποιούν τα λουτρά αυτά και οι Έλληνες της Κύπρου, με αποτέλεσμα να εξελιχθούν σε ευχάριστους κοινωνικούς χώρους. Σημαντικότερα λουτρά ήταν στη Λευκωσία εκείνο του Ομεριέ (Εμερκές) (1571), που εξακολουθεί να λειτουργεί, το Büyük Hamam (Μεγάλο Λουτρό), στεγασμένο σε λατινική εκκλησία (Άγιος Γεώργιος των Λατίνων), στην Αμμόχωστο το λουτρό του Caffer Pasha, κτισμένο τον 16ο αιώνα, στην Πάφο το λουτρό του Ebubekir Pasha και στη Λεμεσό το Cedit Hamam.

 

 

ΑΓΓΛΟΚΡΑΤΙΑ (1878 - 1960)

 

Με την αποχώρηση των Τούρκων και την άφιξη των Άγγλων, οι κυπριακές πόλεις μπαίνουν σιγά - σιγά στη φάση της μεταβιομηχανικής πολεοδομικής δομής. Όσον αφορά την αρχιτεκτονική, συνυπάρχει τώρα ο νεοκλασσικός ρυθμός που εισήχθη στις αρχές του 20ου αιώνα από τους πρώτους αρχιτέκτονες που έφθασαν στο νησί από την Αλεξάνδρεια και τη Σμύρνη, και ο αποικιακός ρυθμός των Άγγλων που εφαρμόστηκε κυρίως στα διάφορα κυβερνητικά κτίρια.

 

Η Λευκωσία αρχίζει πια να ξαπλώνεται έξω από τα τείχη. Οι Άγγλοι δημιουργούν από την αρχή της περιόδου τα πρώτα ανοίγματα στα τείχη της πόλης, το 1879 το άνοιγμα κοντά στην πύλη Πάφου και το 1882 τη γέφυρα της σημερινής πλατείας Ελευθερίας.

 

Οι πρώτες κυβερνητικές υπηρεσίες των Άγγλων στεγάστηκαν σε πετρόκτιστο αποικιακό συγκρότημα στην πλατεία Ατατούρκ στη Λευκωσία κι απ' εκεί μέχρι και την πύλη Πάφου δημιουργήθηκε η γειτονιά των Άγγλων αξιωματούχων στη θέση της παλαιάς φραγκογειτονιάς. Αργότερα, με την εγκατάσταση του Άγγλου αρμοστή σε λόφο έξω από την πόλη και τη μετακίνηση των κυριοτέρων κυβερνητικών κτιρίων προς τα έξω, μετατοπίστηκε προς τα έξω και η αγγλική άρχουσα τάξη που ακολουθήθηκε κι από πολλές ντόπιες, πλούσιες κυρίως, οικογένειες. Δημιουργήθηκαν έτσι οι πρώτες γειτονιές εκτός των τειχών, στην περιοχή του Ελενείου και στην περιοχή Μετοχίου.

 

Τα κυριότερα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα των Άγγλων είναι το κυβερνείο, που καταστράφηκε κατά την εξέγερση του 1931 και ξανακτίστηκε σε δυο ορόφους, τα δικαστήρια, τα κτίρια της αρχιγραμματείας, η Αγγλική Σχολή κλπ., όλα κτισμένα με πελεκητή κίτρινη πέτρα, τον πωρόλιθο.

 

Παράλληλη εξέλιξη σημειώθηκε και στις άλλες πόλεις της Κύπρου.

 

Κατά την περίοδο αυτή άρχισε και ο ηλεκτροφωτισμός των πόλεων και της υπαίθρου. Σημαντική εξέλιξη απετέλεσε η ασφαλτόστρωση των δρόμων στις πόλεις, ενώ στα χρόνια του μεσοπολέμου εισήχθη στην Κύπρο και η χρήση του νέου επαναστατικού υλικού, του τσιμέντο. 

 

Φώτο Γκάλερι