Αρχιτεκτονική

Λαϊκή αρχιτεκτονική

Στον τομέα της λαϊκής αρχιτεκτονικής, που μπορεί να θεωρηθεί ως η πιο οικεία στον άνθρωπο τέχνη αφού συνδέεται με την άμεση εξυπηρέτησή του, η ανώνυμη και αυθόρμητη κατασκευή της κατοικίας με την αλληλουχία στην εξέλιξή της, αποτελεί το βασικότερο γνώρισμα της λαογραφικής εξέλιξης των λαών. Κάθε εξέλιξη στον τομέα αυτό εκδηλώνεται με πολύ αργό ρυθμό γιατί ακολουθεί πάντα τις αλλαγές σε άλλους τομείς, όπως η πολιτική ζωή, η θρησκεία, η οικονομία, η κοινωνική δομή, η επιστήμη και η τεχνική. Επιπλέον ο Κύπριος έζησε μακρές περιόδους ξένων κατοχών, κατά τις οποίες με εξαιρετική συντηρητικότητα διατήρησε πατροπαράδοτους τύπους και τρόπους κατασκευής στον τομέα της κατοικίας, γιατί άλλαζε μεν ο κατακτητής, δεν άλλαζε όμως και ο τρόπος ζωής ή οι ανάγκες του ντόπιου πληθυσμού. Υπήρξαν αναμφίβολα κατά καιρούς ξένες επιδράσεις, δυτικές και ανατολικές, στις μορφές κυρίως, αφομοιώθηκαν όμως πλήρως για να δώσουν μορφές τελείως διαφορετικές από τα πρότυπα, με φανερή τη σφραγίδα του ντόπιου στοιχείου.

 

Μέχρι πρόσφατα, οι διάφοροι περιηγητές και ερευνητές αναφέρονταν στη λαϊκή αρχιτεκτονική της Κύπρου πολύ σύντομα και μόνο για να τονίσουν τη φτώχεια και την απλότητα των σπιτιών των ντόπιων κατοίκων. Αντίθετα περιέγραφαν με λεπτομέρεια τη μνημειακή αρχιτεκτονική, τα μεγαλόπρεπα κι επιβλητικά κτίρια που αντιπροσωπεύουν την κατά καιρούς άρχουσα τάξη και που είναι όμως ξένα προς τον ντόπιο πληθυσμό. Εκτός από μια περιορισμένη υιοθέτηση και αφομοίωση ορισμένων ξενόφερτων στοιχείων, η λαϊκή αρχιτεκτονική δημιουργία, όπως εκφράζεται στην κατοικία και στις εκκλησίες της υπαίθρου, διατηρεί αναλλοίωτα τα βασικότερα χαρακτηριστικά της όπως αυτά διαμορφώθηκαν από τις φυσικοοικονομικές και ιστορικοκοινωνικές συνθήκες διά μέσου των αιώνων. Στους αγροτικούς οικισμούς διαφαίνεται καλύτερα ο βασικός πυρήνας των διαφόρων τύπων της λαϊκής κατοικίας, που συναντάται και στα αστικά κέντρα, συχνά πιο σύνθετος, ανάλογα με την οικονομική ευχέρεια και τον τρόπο διαβίωσης των ιδιοκτητών. Παρουσιάζουν οι οικισμοί αυτοί ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία που καθορίζονται από τις φυσικές και ιστορικές συνθήκες. Στην πεδιάδα οι οικισμοί εκτείνονται και καταλαμβάνουν μεγάλη έκταση και τα σπίτια, ανάλογα με το βαθμό ανασφάλειας κάθε περιοχής, είτε ανοίγουν προς τα έξω (Καρπασία) είτε στρέφονται προς την εσωτερική, συνήθως περιτοιχισμένη με ψηλό τοίχο, αυλή (Μεσαορία, μέρος της επαρχίας Κερύνειας). Ταυτόχρονα τα αγροτικά χωριά έχουν να επιδείξουν μια μεγαλύτερη συντηρητικότητα σε όλους τους τομείς, γεγονός που οφείλεται στον επαναλαμβανόμενο, δίχως σημαντικές αλλαγές, κύκλο ζωής. Σε χωριά με πολύπλευρη αγροτική καλλιέργεια, κάθε σπίτι αποτελεί κι ένα αυτάρκη πυρήνα. Αντίθετα άλλα χωριά, όπου μια πιο εξειδικευμένη παραγωγή οδηγεί στην ανάπτυξη του εμπορίου και την ανταλλαγή προϊόντων, ήταν πιο ανοικτά σε εξωτερικές επιδράσεις (Μεσαορία, πεδινά χωριά επαρχίας Κερύνειας). Έτσι πολλά από αυτά αποκτούν σταδιακά ένα χαρακτήρα ημιαστικό, με μεγάλα διώροφα σπίτια, συχνά γυψωμένα και με λεπτομέρειες παρμένες από την αστική αρχιτεκτονική (Αθηένου, Λάπηθος, Καραβάς).

 

Στα ορεινά χωριά η δόμηση είναι πυκνή με πλήρη εκμετάλλευση και του ελάχιστου ακόμη χώρου και με ταυτόχρονη προσαρμογή των κτισμάτων στη μορφολογία του εδάφους. Τα σπίτια είτε ανοίγουν στο δρόμο, που αποτελεί φυσική προέκτασή τους (Κακοπετριά, Γαλάτα, Ασκάς κ.α.), είτε έχουν εσωτερική αυλή, κάποτε στο κέντρο του σπιτιού (Λεύκαρα) και άλλοτε μπροστά στο σπίτι, με περιτοίχισμα και ξωπόρτι (π.χ στο Φικάρδου). Στις τελευταίες περιπτώσεις η αυλή συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινής ζωής.

 

Πέρα από τις διαφορές υπάρχουν μερικά χαρακτηριστικά κοινά σε όλους τους οικισμούς της υπαίθρου. Τέτοια είναι η πλήρης εναρμόνιση των κτισμάτων με το περιβάλλον τόσο με τη χρήση των τοπικών υλικών όσο και με τον όγκο τους, και η έλλειψη πλατείας. Η αυλή της εκκλησίας είναι συνήθως ο μόνος χώρος που προσφέρεται για συγκεντρώσεις και εκδηλώσεις. Κάποτε παρατηρείται και μια μικρή διαπλάτυνση του δρόμου κοντά στα καφενεία ή τα καταστήματα.

 

Στα ορεινά μέρη, όπου αφθονεί καύσιμη ύλη για ψήσιμο κεραμιδιών οι στέγες είναι συνήθως δικλινείς ή μονοκλινείς, καλυμμένες με κεραμίδι. Αντίθετα στην πεδιάδα βασικό υλικό ήταν το χώμα και τα σπίτια είναι κυρίως επιπεδόστεγα με δώμα. Συχνά ωστόσο συνυπάρχουν και τα δυο είδη κάλυψης γιατί η κατασκευή τους δεν εξαρτάτο μόνο από τις κλιματολογικές συνθήκες και τα διαθέσιμα υλικά αλλά ταυτόχρονα και από τη χρήση. Το δώμα προσφέρεται για το άπλωμα και την αποξήρανση διαφόρων προϊόντων και διευκολύνει την αποθήκευσή τους στο ισόγειο μέσα από ειδικό άνοιγμα. Χρησίμευε ακόμη ως ταράτσα για υπαίθριο ύπνο κατά το καλοκαίρι.

 

Για το κτίσιμο των σπιτιών χρησιμοποιούνταν κατά κανόνα υλικά που παρείχε η περιοχή τους. Στα πεδινά χωριά όπου αφθονεί το χώμα η όλη κατασκευή αποτελείται συνήθως από μια λίθινη υποδομή και από πλιθάρια (ωμούς πλίνθους) που κατασκευάζονταν από κοσκινισμένο χώμα ζυμωμένο με προσθήκη αχύρου ή ινών λιναριού. Για το κόψιμο των πλιθαριών χρησιμοποιούνταν ξύλινα καλούπια διαστάσεων περίπου 40X30X6 εκατοστά. Συνδετικό υλικό στο κτίσιμο ήταν ο πηλός. Σε άλλες περιοχές τα σπίτια κτίζονταν με πέτρα στο ισόγειο και με πλιθάρι στον όροφο ή με πέτρα σε όλο το ύψος της οικοδομής. Οι πολύ σκληρές πέτρες (οι σιερόπετρες) κτίζονταν ακατέργαστες και τα μεταξύ τους κενά γέμιζαν έντεχνα με μικρότερες πέτρες ή χαλίκια, συχνά σε συνδυασμό με κομμάτια κεραμιδιού ή άλλου υλικού. Αντίθετα τη μαλακή πέτρα την κατεργάζονταν με πελέκημα κατά την τοποθέτησή της. Σε περιοχές που γειτονεύουν με ποταμό, χρησιμοποιούνταν οι πέτρες της κοίτης του. Συνδετικό υλικό για το κτίσιμο της πέτρας ήταν ο πηλός ή ο γύψος.

 

Για την καλύτερη στερέωση των τοίχων τοποθετούνταν μέσα σ' αυτούς ξύλινες οριζόντιες συνδέσεις, οι μαντωσ’ιές (ιμάντωσις στους Βυζαντινούς). Συχνά οι εσωτερικοί τοίχοι που ήσαν διαχωριστικοί, καθώς και προσθήκες στον όροφο, αποτελούνταν από ελαφρούς ντολμάδες, τοίχους με ξύλινο σκελετό και γέμισμα από γύψο και πέτρες, στοιχείο παρμένο από την οθωμανική αρχιτεκτονική. Παράλληλα συναντάται άλλη ελαφρή κατασκευή από καλάμια που επιχρίζονταν και από τις δυο πλευρές, οι καλαμότοιχοι, που υπήρχαν και κατά τη Βυζαντινή εποχή. Στη Μαραθάσα απαντώνται ανώγεια εξολοκλήρου κατασκευασμένα από ξύλο.

 

Για την κατασκευή της επίπεδης στέγης (δώμα) τοποθετούνταν δοκάρια (βολίτζ'ια) από ξύλο λεύκας, κυπαρισσιού ή πεύκου, παράλληλα προς τις στενές πλευρές του χώρου. Εγκάρσια προς τα βολίτζ’ια τοποθετούνταν λεπτότερα κλαδιά θάμνων, σσ’ιδείτζ'ια ή στρωτέρκα ή σ’'ίζες, και πάνω σ' αυτά βούρλα (σκλινίτζ'ια) ή φύκια ή αγκαθωτοί θάμνοι (μαζιά), για το κλείσιμο των κενών. Τέλος απλωνόταν λεπτό στρώμα πηλού και χώματος που κτυπιόταν καλά με κόπανο, και μετά το τελευταίο και παχύτερο στρώμα πηλού και χώματος (κυρίως αργιλώδους) που με τις πρώτες βροχές εισχωρούσε στις ρωγμές και τις έκλεινε. Στις άκρες του δώματος κατασκευαζόταν συχνά κρόδωμα για να συγκρατεί το χώμα και να προστατεύει τους τοίχους από τη βροχή. Αυτό γινόταν είτε με την επέκταση του δώματος πάνω σε διχαλωτά ξύλα (κρομόχτια, από το αρχαίο πρόμοχθοι), είτε με μαρμάρινες πλάκες που προεξείχαν ελαφρά, ή και στρώσεις πέτρας.

 

Στη στέγη με κεραμίδι, τοποθετούσαν πάνω στα δοκάρια πρώτα καλάμια που ξύνονταν και καθαρίζονταν ή ψαθαρκές, πιο πάνω φτερίκια που καλύπτονταν με λεπτό στρώμα πηλού και, τέλος, τοποθετούσαν το κεραμίδι.

 

Ο πιο απλός τύπος της κατοικίας απετελείτο από ένα ορθογώνιο στεγασμένο χώρο (μονόσπιτο ή μακρυνάρι) που εξυπηρετούσε τις πολύ απλές ανάγκες των κατοίκων της. Οι διαστάσεις και ο τρόπος κατασκευής του χώρου αυτού εξαρτάτο πλήρως από τα διαθέσιμα υλικά. Αυτό το μονόχωρο σε πλατυμέτωπη μορφή επεκτεινόταν με την κατασκευή προς το νότο ηλιακού, καλυμμένου χώρου που συγκέντρωνε μεγάλο μέρος της καθημερινής ζωής. Παλιά ο χώρος του μονόχωρου, στον οποίο ζούσε ολόκληρη η οικογένεια, χρησίμευε επίσης σαν στάβλος και αποθήκη. Οι δραστηριότητες των ενοίκων συγκεντρώνονταν γύρω από την τσιμινιά, σε χώρο συνήθως υπερυψωμένο. Τα απλά πλατυμέτωπα μονόχωρα, ανάλογα με τις ανάγκες της οικογένειας, επεκτείνονται είτε με την προσθήκη βοηθητικών χώρων στις στενές πλευρές ή σε σχήμα Γ, είτε με την κάλυψη περισσότερου χώρου κατά πλάτος. Έτσι όμως η απόσταση που πρέπει να καλύψουν τα δοκάρια της στέγης διπλασιάζεται και για να γίνει δυνατή η κάλυψή του, τοποθετείται στη μέση της απόστασης μια νευκά (χοντρή ξύλινη δοκός), η οποία δημιουργεί δυο μακρόστενους ορθογώνιους χώρους (δίχωρο) και στηρίζει τα κοντά δοκάρια. Για την ενδυνάμωση της νευκάς τοποθετείται ένας ξύλινος στύλος που την στηρίζει, ή και περισσότεροι. Σε άλλες περιπτώσεις αντί της νευκάς κατασκευάζεται στα πεδινά (κυρίως στη Μεσαορία) μεγάλη καμάρα από πουρόπετρα, οξυκόρυφη ή ημικυκλική.

 

Σταδιακά το μονόχωρο και το δίχωρο, με γραμμική συνήθως προσθήκη άλλων χώρων, παραμένουν καθαρά χώροι κατοικίας. Ο στάβλος, η αποθήκη και κάποτε το μαγειρείο, μεταφέρονται σε μικρότερους, ανεξάρτητους συνήθως χώρους.

 

Εκτός από τις γραμμικές προσθήκες ή προσθήκες σε σχήμα Γ ή Π, ο χώρος του σπιτιού μεγαλώνει με προσθήκη στον όροφο, που συνήθως καλύπτει μικρότερο χώρο από ό,τι το ισόγειο, αφήνοντας ελεύθερο μέρος του δώματος. Στο ανώι οδηγεί συνήθως εξωτερική σκάλα κατασκευασμένη από πέτρα ή ξύλο.

 

Στα ορεινά χωριά, εξαιτίας του περιορισμένου χώρου, η πιο συνηθισμένη επέκταση είναι καθ' ύψος. Το ισόγειο έτσι μετατρέπεται σε στάβλο και αποθήκη ενώ το ανώι, με τον ηλιακό ή το μπαλκόνι του, συγκεντρώνει τους κύριους χώρους της κατοικίας.

 

Η είσοδος στο εσωτερικό του σπιτιού, στους πεδινούς κυρίως οικισμούς, γίνεται διά μέσου της αυλής με πρόσβαση απέναντι από τον ηλιακό ή την πλάγια πλευρά του μακρυναριού. Σε χωριά με πυκνή δόμηση ένας πλατύς διάδρομος, το πόρτιο, με δωμάτια στις δυο πλευρές, οδηγεί επίσης στην αυλή. Δημιουργείται έτσι ένας νέος τύπος κατοικίας που απαντάται και στα αστικά κέντρα. Οι χώροι του σπιτιού είτε τοποθετούνται συμμετρικά στις δυο πλευρές του πορτίου, είτε σε σχήμα Γ. Η διαρρύθμιση του σπιτιού παραμένει η ίδια, όμως ο τύπος αυτός δίνει περισσότερες δυνατότητες για τη δημιουργία μεγάλων συγκροτημάτων με πολύμορφη διαμόρφωση. Πάνω από το πόρτιο κτίζεται το ανώι στα μικρότερα σπίτια. Άλλοτε πάλι η σκάλα από το πόρτιο οδηγεί σε ηλιακό στον όροφο που με τη σειρά του οδηγεί στα δωμάτια που τοποθετούνται στην πίσω και στις πλάγιες πλευρές του. Σε άλλες περιπτώσεις το ανώι καλύπτει ολόκληρο τον όροφο. Στον τύπο αυτό απαντάται και ο συνδυασμός του πορτίου με ηλιακό στο ισόγειο, που αποτελεί και το πρότυπο για τις αστικές κατοικίες.

 

Η αυλή, όπου ο χώρος επιτρέπει τη δημιουργία της, είχε σημαντικό ρόλο στη ζωή των Κυπρίων. Είναι η φυσική επέκταση του σπιτιού και γύρω απ' αυτήν διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος της ζωής των κατοίκων του σπιτιού. Περιμετρικά τοποθετούνται οι διάφοροι βοηθητικοί χώροι όπως ο ορνιθώνας, το πεζουναριό, ο στάβλος, η αποθήκη, ο φούρνος, η γούρνα. Ένα μέρος της χρησιμοποιείται και σαν ανθώνας ή λαχανόκηπος. Αν όχι ολόκληρη η αυλή, καλύπτονταν με λιθόστρωτο ή πλακόστρωτο τουλάχιστον οι χώροι εργασίας, όπως π.χ. ο χώρος μπροστά στο φούρνο.

 

Πολύ χαρακτηριστικό στοιχείο, απαραίτητο στην πεδιάδα, είναι ο ηλιακός, τοποθετημένος συνήθως προς τη μεσημβρία. Στηρίζεται σε ξύλινους στύλους στα ορεινά και σε βότες στα πεδινά χωριά. Κάποτε οι στενές πλευρές του κλείνουν με τοίχους και δημιουργούν γωνιές για το κτίσιμο τσιμινιάς, φούρνου, ή και την τοποθέτηση του ληνού. Εκτός από χώρος εργασίας, ο ηλιακός είναι παράλληλα και καθιστικό, χώρος υποδοχής, και η κύρια είσοδος του σπιτιού.

 

Στο εσωτερικό των σπιτιών το δάπεδο συνήθως είναι από πατημένο χώμα, κάποτε με πλακόστρωτο μόνο μπροστά στη τσιμινιά και σπανιότερα σ' ολόκληρο τον χώρο. Η τσιμινιά, απαραίτητο στοιχείο κάθε σπιτιού, συχνά πλαισιώνεται από εντοιχισμένα ερμάρια και φέρει γύψινη διακόσμηση. Ο χώρος μπροστά της είναι σε πολλές περιπτώσεις υπερυψωμένος και χρησιμοποιείτο σαν χώρος ύπνου. Οι τοίχοι περιβάλλονται συχνά με σουβάντζα, γύψινο ή ξύλινο ράφι με διάκοσμο που διαφέρει ανάλογα με την περιοχή. Επίσης πολύ χαρακτηριστικό για το εσωτερικό της κατοικίας, είναι το σέντε, ξύλινο πατάρι τοποθετημένο σε μια γωνιά για την αποθήκευση διαφόρων προϊόντων αλλά κάποτε και σαν χώρος ύπνου.

 

Στα μικρά σπίτια της υπαίθρου αρκούσε για τον φωτισμό η πόρτα της εισόδου με ένα μικρό άνοιγμα πάνω απ' αυτήν (η φουλλίδα) που συνήθως έκλεινε με πλάκα που έφερε μικρές τρύπες. Οι εσωτερικές πόρτες και τα παράθυρα είναι απλά στην κατασκευή τους. Αποτελούνται από κάθετα σανίδια στερεωμένα μεταξύ τους με ζυγούς. Το κάτω μέρος του ανοίγματος των παραθύρων έφερε κάθετα ξύλινα κάγκελα, απλά ή σκαλιστά (παρμάζια). Σε ορισμένες περιοχές υπάρχει καφασωτό αντί κάγκελα. Τα τζαμλίκια εμφανίστηκαν αργότερα. Οι εξώθυρες ή τα ξωπόρτια είχαν διαφορετική, πιο προσεγμένη κατασκευή και σ' αυτά διαφαίνεται η προσπάθεια να δοθεί κάτι το ξεχωριστό στην όψη του σπιτιού και να γίνει επίδειξη κάποιας οικονομικής ευμάρειας: σκαλίσματα στο πλαίσιο, στον κατεβάτη και, σπανιότερα, στα φύλλα της πόρτας, ακόμη τοποθέτηση πλάκας πάνω από την πόρτα, με χαραγμένο τον σταυρό και την κτητορική επιγραφή, ενώ σε μερικές περιοχές εκτός του σταυρού σκαλίζονταν και διάφορες μορφές όπως λιοντάρι, αετός, τα σύμβολα του μαρτυρίου κ.α. που συνήθως είχαν αποτρεπτικό χαρακτήρα, καθώς και διάφορα μονογράμματα. Στα αστικά κέντρα και στα πλούσια χωριά της επαρχίας Κερύνειας συναντούμε τοξωτά υπέρθυρα με γλυπτή διακόσμηση. Σ' αυτά διαφαίνεται και η υιοθέτηση ξένων, δυτικών, στοιχείων από τα μνημειώδη κτίσματα που διασώθηκαν στα διάφορα αστικά κέντρα.

 

Στα αστικά κέντρα η λαϊκή κατοικία αποτελεί εξέλιξη του μονόσπιτου, γίνεται όμως συχνά πιο σύνθετη, ανάλογα με την οικονομική άνεση των ιδιοκτητών. Παραμένει όμως απλή στην όλη διαρρύθμισή της. Το μακρυνάρι παραμένει ο βασικός πυρήνας, και ο τύπος του σπιτιού με το πόρτιο και τον ηλιακό εξελίσσεται σταδιακά για να δώσει τον τύπο της αστικής κατοικίας και, σε συνέχεια, τον τύπο των μεγαλόπρεπων αρχοντικών. Η στενότητα του χώρου και η συνεχής δόμηση δεν ανατρέπουν την πλατυμέτωπη διάταξη. Τα σπίτια σχεδόν πάντα τοποθετούνται με τη μακρά πλευρά προς το δρόμο. Σε περιπτώσεις που τοποθετούνται στο βάθος της αυλής, στην πλευρά του δρόμου κτίζεται ψηλός τοίχος. Το πόρτιο πλαισιώνεται με δυο μακρυνάρια, χωρισμένα κάποτε σε δίχωρα με βότα, και συνδέει το δρόμο με την εσωτερική αυλή. Οι κύριοι χώροι ανοίγουν στο πόρτιο, που πλαισιώνεται με καμάρα προς την πλευρά της αυλής. Κάποτε η καμάρα αυτή έκλεινε με την κατασκευή ντολμά, για να δώσει περισσότερο χώρο για τις ανάγκες της οικογένειας. Προς την πλευρά της αυλής, συχνά σε όλο το μήκος του σπιτιού, τοποθετείται ο ηλιακός στηριγμένος από καμάρες, που σχημάτιζε μαζί με το πόρτιο καλυμμένο χώρο σε σχήμα Γ ή Π.

 

Οι βοηθητικοί χώροι προστίθενται κάθετα προς το κύριο τμήμα του σπιτιού ή στο πίσω μέρος της αυλής. Είναι επίσης στο πόρτιο που τοποθετείται η σκάλα που οδηγεί στον όροφο, σε εξώστη τοποθετημένο πάνω από το πόρτιο, με ξύλινα υποστυλώματα πάνω από τις κολόνες του ηλιακού του ισογείου.

 

Ο όροφος συγκεντρώνει τους κύριους χώρους του σπιτιού ενώ το ισόγειο μετατρέπεται σε αποθήκες, μαγαζιά ή βιοτεχνικά εργαστήρια στις εμπορικές γειτονιές.

 

Στις πόλεις είναι πιο εμφανείς οι ξένες επιδράσεις σε επιμέρους στοιχεία, ιδιαίτερα στα μεγάλα σπίτια. Πάνω από το πόρτιο τοποθετείται κιόσκι που προεξέχει από την όψη του κτιρίου και στηρίζεται σε ξύλινα φουρούσια. Αποτελείται από ελαφρούς τοίχους ντολμάδες.

 

Οι πόρτες της εισόδου κατασκευάζονταν με ιδιαίτερη προσοχή κι είναι αυτές που δίνουν ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα στο αστικό σπίτι, ιδίως σε περιπτώσεις πυκνής και συνεχόμενης δόμησης. Πλαισιώνονται με γλυπτές διακοσμήσεις που έχουν συχνά μεσαιωνικά πρότυπα. Πάνω από την είσοδο συχνά τοποθετούνταν πλάκες με ανάγλυφες παραστάσεις και την ημερομηνία κατασκευής του σπιτιού. Τα παράθυρα προς το δρόμο, που πλαισιώνουν την είσοδο, φέρουν εκτός από τα παραθυρόφυλλα και τζαμλίκια, που προστέθηκαν αργότερα, και σιδεριές.

 

Φαίνεται καθαρά από τα πιο πάνω πως για την ανάλυση του αστικού παραδοσιακού σπιτιού είναι απαραίτητη η μελέτη του αγροτικού σπιτιού για εντοπισμό των κοινών στοιχείων που τα συνδέουν και που αφορούν βασικά τον τρόπο διαρρύθμισης.

 

Κατά τα τελευταία χρόνια οι πατροπαράδοτες μορφές εξαφανίζονται με γοργό ρυθμό εξαιτίας της εξέλιξης στα δομικά υλικά και της τεχνικής τυποποίησης που οδηγεί σε μια διεθνή μορφολογική σχηματοποίηση. Γι’ αυτό μπροστά στον κίνδυνο αφανισμού της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, το κράτος καταβάλλει προσπάθειες για τη συστηματική μελέτη και προστασία της και την αναζωογόνηση παραδοσιακών οικισμών προτού χαθούν ή αλλοιωθούν ανεπανόρθωτα. Έτσι ολόκληροι οικισμοί κηρύσσονται ως ελεγχόμενες περιοχές και παραδοσιακά κτίρια ως αρχαία μνημεία. Χωριά όπως το Φικάρδου, η Κακοπετριά, τα Λεύκαρα, τα Πέρα Ορεινής, το Όμοδος, καθώς και το κέντρο της Λάρνακας, έχουν περιληφθεί στον κατάλογο των ελεγχομένων περιοχών σύμφωνα με τον Περί Αρχαιοτήτων νόμο. Πολλά άλλα κτίρια έχουν κηρυχθεί διατηρητέα. Για την εντός των τειχών Λευκωσία έχουν γίνει εκτεταμένες μελέτες και προωθήθηκε η συντήρηση και αναβίωσή της, από ειδική ομάδα ντόπιων και ξένων επιστημόνων.

 

Χαρακτηριστικό των προσπαθειών αυτών είναι η επιδίωξη για αναζωογόνηση των οικιστικών συνόλων λαϊκής αρχιτεκτονικής και ένταξή τους στα πλαίσια των σύγχρονων οικισμών, κι όχι η δημιουργία μουσειακών συνόλων.

 

 

Φώτο Γκάλερι