Ευρύχου

Image

Αμιγές ελληνικό χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, αγροτικό κέντρο της Σολιάς, περί τα 49 χμ. νοτιοδυτικά της πρωτεύουσας. Βρίσκεται πάνω στον παλαιό δρόμο Λευκωσίας - Τροόδους που ακολουθεί, βασικά, την κοιλάδα του ποταμού Καρκώτη.

 

Από γεωλογικής απόψεως, στη διοικητική έκταση του χωριού κυριαρχούν οι λάβες, οι βασάλτες και οι διαβάσες. Τα εδάφη που αναπτύχθηκαν στο μητρικό πέτρωμα είναι προσχωσιγενή, πυριτιούχα και φαιοχώματα.

 

Η Ευρύχου είναι κτισμένη στην ανατολική όχθη του ποταμού Καρκώτη, σε μέσο υψόμετρο 440 μέτρων. Από τις δυο πλευρές της κοιλάδας του Καρκώτη το ανάγλυφο ανεβαίνει κάπως απότομα, παρέχοντας έτσι προστασία στις καλλιέργειες από τους ανέμους. Από τις πλαγιές ρέουν μικρά ρυάκια προς την κοιλάδα, τα οποία και διαμελίζουν το τοπίο του χωριού.

 

Κάτω από μια μέση ετήσια βροχόπτωση γύρω στα 419 χιλιοστόμετρα, καλλιεργούνται στην περιοχή της Ευρύχου τα οπωροφόρα δέντρα (κυρίως μηλιές, αχλαδιές, δαμασκηνιές, βερικοκιές και ροδακινιές), λίγα εσπεριδοειδή, αμυγδαλιές, ελιές, λαχανικά (κυρίως πατάτες), λίγα όσπρια, αμπέλια (οινοποιήσιμες ποικιλίες) και σιτηρά (κυρίως κριθάρι). Αν και ολόκληρη η περιφέρεια της Σολιάς είναι φημισμένη για τα φρούτα και τα λαχανικά της, ωστόσο η Ευρύχου είναι ιδιαίτερα γνωστή για την ποιότητα των μήλων της. Στην περιοχή του χωριού καλλιεργούνται επίσης τα νομευτικά φυτά και λίγες χαρουπιές και πιστακιές.

 

Κατά μήκος των πλαγιών της κοιλάδας του Καρκώτη φυτρώνει ποικίλη φυσική βλάστηση, κυρίως ξισταρκές, τρεμιθιές, κόνιζοι και σκόρπια πεύκα. Μέρος του κρατικού δάσους Αδελφοί εμπίπτει στα διοικητικά όρια της Ευρύχου. Στο χωριό είναι ανεπτυγμένη και η κτηνοτροφία (Βίντεο Ψηφιακός Ηρόδοτος Αρχείο ΡΙΚ).

 

Σύμφωνα με τα υπάρχοντα στοιχεία, οι πλήρεις απογραφές πληθυσμού έχουν ως ακολούθως:

 

Χρονολογία Κάτοικοι
1881 588 
1891 615 
1901 634 
1911 703 
1921 895 
1931 965 
1946 993 
1960 950 
1973 892 
1976 1.340 
1982 979 
1992 876 
2001 819 
2010 1.500

 

Ο σχετικά μεγάλος σε αριθμό πληθυσμός του χωριού οφείλεται κατά κύριο λόγο στην πλούσια και εύφορη γη του. Εξάλλου το μεταλλείο της Σκουριώτισσας, σε μικρή απόσταση στα βόρεια του χωριού, βοήθησε, πριν από την εισβολή, στην εργοδότηση αρκετού πληθυσμού. Σήμερα ένας σημαντικός αριθμός των κατοίκων διακινείται στη Λευκωσία για εργοδότηση.

 

Η Ευρύχου, που βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο της κοιλάδας του Καρκώτη, αποτελεί το αγροτικό κέντρο της Σολιάς με πολλές υπηρεσίες που εξυπηρετούν ολόκληρη την περιφέρεια. Διαθέτει υγειονομικό κέντρο, γυμνάσιο, πυροσβεστικό σταθμό, επαρχιακό γεωργικό γραφείο και κτηνιατρικό σταθμό. Επίσης στο χωριό έχει, μετά την τουρκική εισβολή, την προσωρινή του έδρα ο μητροπολίτης Μόρφου. Το χωριό λόγω του δροσερού του κλίματος, του γραφικού του τοπίου και της σχετικής γειτνίασής του με τη Λευκωσία, ανέπτυξε τουρισμό. Ένας σχετικά μεγάλος αριθμός παραθεριστών, ιδιαίτερα από τη Λευκωσία, ενοικιάζει σπίτια κατά τους θερινούς μήνες. Από βιομηχανικής απόψεως η μόνη βιομηχανική δραστηριότητα στο χωριό είναι η βιομηχανία ξύλου (πριονιστήριο).

 

Η Ευρύχου συνδέεται οδικά στα βορειοδυτικά με την Κάτω Φλάσου (περί τα 3 χμ.), στα νοτιοδυτικά με την Τεμβριά (περί τα 2 χμ.) και στα δυτικά με την Κοράκου (περί τα 2 χμ.). Ο καινούργιος δρόμος Λευκωσίας - Τροόδους συνδέει το χωριό τόσο με την πρωτεύουσα, όσο και με τα ορεινά θέρετρα του Τροόδους.

 

Ο οικισμός της Ευρύχου είναι κτισμένος στο σύνολό του κατά μήκος της κοιλάδας του Καρκώτη και ιδιαίτερα κατά μήκος του παλαιού δρόμου Λευκωσίας -Τροόδους. Πρόσφατα άρχισαν να κτίζονται καινούργιες οικοδομές στις πλαγιές της κοιλάδας. Παρόλα αυτά, το χωριό διατηρεί σε μεγάλο βαθμό τη λαϊκή αρχιτεκτονική του. Οι κεραμιδένιες επικλινείς στέγες, τα ξύλινα μπαλκόνια, τα μαντάλια και τα ρομανίσια, και το τοπικό πέτρωμα με το οποίο είναι κτισμένοι οι τοίχοι των σπιτιών είναι πληθωρικά στοιχεία της λαϊκής αρχιτεκτονικής του χωριού.

 

Η Ευρύχου ήταν γνωστή με την ίδια ονομασία τουλάχιστον από την εποχή της Φραγκοκρατίας, αφού βρίσκεται σημειωμένη σε μεσαιωνικούς χάρτες ως

Eurico  και Earico, ενώ ο ντε Μας Λατρί γράφει κανονικά: Evrikhou. Η ελληνική ρίζα της ονομασίας του χωριού, αποδεικνύει ότι τούτο υφίστατο από την Βυζαντινή περίοδο. Κατά την περίοδο της φράγκικης κατοχής το χωριό ήταν φέουδο μέχρι τον 15ο αιώνα κι ο Μας Λατρί αναφέρει ότι ανήκε στην οικογένεια του Domain Roy. Ύστερα περιήλθε στην κατοχή της βασιλικής οικογένειας της Κύπρου. Η εύφορη και προνομιακή περιοχή του χωριού θα πρέπει ασφαλώς να είχε κατοικηθεί από την Αρχαιότητα. Μερικοί παλαιότεροι μελετητές μάλιστα, θεώρησαν ότι στην περιοχή Ευρύχου-Τεμπριάς πιθανώς βρισκόταν κτισμένη η αρχαία πόλη Αίπεια*. Θεωρείται σήμερα πιθανότερο ότι στην περιοχή αυτή βρισκόταν η αρχαία πόλη Τέμβρος, που σε αρχαίες φιλολογικές πηγές αναφέρεται μαζί με τις πόλεις Αμαμασσό και Ερύσθεια ως χώροι όπου ελατρεύετο ο Απόλλων Υλάτης. Τούτο είναι πιθανότερο, αφού μπορούμε να δεχθούμε σχεδόν με βεβαιότητα ότι η ονομασία της αρχαίας Τέμβρου επιζεί μέχρι σήμερα στην ονομασία του γειτονικού προς την Ευρύχου χωριού Τεμπριά.

 

Την Ευρύχου αναφέρει ο ιστορικός Φλώριος Βουστρώνιος (16ος αιώνας) ως ένα των χωριών της Σολιάς που υδρεύοντο από τον ποταμό Καρκώτη.

 

Οι δυο εκκλησίες της Ευρύχου, του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Μαρίνας, είναι του περασμένου αιώνα. Άλλη εκκλησία είναι εκείνη της Αγίας Κάρας, την οποία αναφέρει και ο Τζέφρυ. Περί το ένα χμ. βόρεια του χωριού, βρίσκεται άλλη εκκλησία αφιερωμένη στον άγιο Κυριάκο*, την οποία ο Γκάννις θεωρεί χαρακτηριστικό τύπο μεσαιωνικής εκκλησίας. Λέγεται ότι είναι κτισμένη πάνω στον τάφο του τοπικού αγίου Κυριακού, του οποίου η μνήμη γιορτάζεται στις 24 Μαΐου. Η εκκλησία του Αγίου Κυριακού είχε κάποτε τοιχογραφίες, το δε εικονοστάσι της θεωρήθηκε και από τον Τζέφρυ και από τον Γκάννις ως καλό δείγμα έργου του 16ου αιώνα.

 

Ο Α. Gaudry, στο βιβλίο του Recherches Scientifique en Orient, αναφέρει ότι η Ευρύχου παρήγε, στα μέσα του 19ου αιώνα, το καλύτερο βαμβάκι της Κύπρου. Το χωριό απέκτησε μεγαλύτερη σπουδαιότητα μετά την αγγλική κατοχή της Κύπρου, εξαιτίας έργων υποδομής που έγιναν. Έτσι, το 1899 συμπληρώθηκε η κατασκευή δρόμου που κατέληγε στο χωριό από τη Λευκωσία. Σαν κεφαλοχώρι της περιοχής, η Ευρύχου απέκτησε αστυνομικό σταθμό από το 1905 και απετέλεσε το δυτικό τέρμα του κυπριακού σιδηροδρόμου που ένωνε την Αμμόχωστο με τη Λευκωσία και τη Λευκωσία με την Ευρύχου, με γραμμή συνολικής αποστάσεως 72 μιλίων. Ο σιδηρόδρομος, αν και λειτούργησε από το 1906, με την Ευρύχου ενώθηκε τον Ιούνιο του 1915. Το 1932 λειτούργησε και σιδηροδρομική διακλάδωση μεταξύ Ευρύχου και Καλού Χωριού Λεύκας.

 

Το γυμνάσιο της Ευρύχου είναι από τα μεγαλύτερα της κυπριακής υπαίθρου και εξυπηρετεί ολόκληρη την περιοχή. Για την εκπαίδευση στην Ευρύχου παραθέτουν αρκετές πληροφορίες τόσο ο Ιερώνυμος Περιστιάνης όσο και ο Λοΐζος Φιλίππου. Ο πρώτος αναφέρει ότι στο χωριό λειτούργησε αλληλοδιδακτική σχολή από τα μέσα του 19ου αιώνα, που ιδρύθηκε περί το 1847 από τον μητροπολίτη Κυρήνειας Χαρίτωνα με τη συμβολή και των κατοίκων του χωριού. Πριν από το αλληλοδιδακτικό, λειτούργησε σχολείο σε ευρύχωρο κτίριο, γνωστό με την ένδειξη «του Καλοήρου», που κτίστηκε από τους κατοίκους και στο οποίο δίδαξαν ο παπά Βασίλης και η κόρη του Μυροφόρα. Ο Λοΐζος Φιλίππου σημειώνει ότι στην Ευρύχου σχολείο λειτούργησε από το 1854, με πρωτοβουλία του μητροπολίτη Κυρηνείας Μελετίου. Το σχολείο, που εξυπηρετούσε ολόκληρη τη Σολιά, εσυντηρείτο με δαπάνες της μητρόπολης Κυρηνείας.

 

Και ο Περιστιάνης και ο Φιλίππου συμφωνούν για τους πρώτους δασκάλους του χωριού: Αρχικά δίδαξε ο Διονύσιος Ζάκας, από την Ελλάδα (Αρκαδία ή Ζάκυνθο) που πιο πριν είχε διδάξει στο Όμοδος και που είχε νυμφευθεί στην Ευρύχου, με γυναίκα από τον Πεδουλά. Ο Ζάκας διώχθηκε από τους Τούρκους, επέστρεψε όμως αργότερα στην Κύπρο και δίδαξε στον Πεδουλά. Μετά τον Ζάκα, δίδαξε στην Ευρύχου ο Χατζηνικόλας Κόνιαλης, από το Ικόνιον της Μικράς Ασίας, που γνώριζε βυζαντινή μουσική. Δίδαξε επίσης και ο γιος του, Συμεών Κόνιαλης, που αργότερα δίδαξε βυζαντινή μουσική και στη Λευκωσία. Μετά δίδαξε ο Θεμιστοκλής Θεοχαρίδης, από την Ευρύχου, σπουδασμένος στην Αθήνα, ποιητής, που ο Περιστιάνης θεωρεί ως τόν ἀνώτερον τῶν νεωτέρων Κυπρίων ποιητῶν (και για τον οποίο βλέπε χωριστό λήμμα). Μετά δίδαξε ο Μιχαήλ Π. Ιωαννίδης, από τον Πρόδρομο, περί το 1855. Ο Ιωαννίδης έγινε δημότης των Αθηνών και τιμήθηκε το 1847 από τον βασιλιά Οθωνα με χαλκούν αριστείον για τη συμμετοχή του στην ελληνική επανάσταση.

 

Τοπων: Ευρύχου, ονομασία που προήλθε, κατά τον Σ. Μενάρδο και τον Ν. Κληρίδη, από τις ελληνικές λέξεις ευρύς και χους και που σημαίνει ευρεία, πλατιά γη, πράγμα που ως ένα μεγάλο βαθμό ανταποκρίνεται στη διαμόρφωση του τοπίου στην περιοχή. Ωστόσο ο Κληρίδης σημειώνει ότι αρχικά η ονομασία του χωριού πιθανό να ήταν διαφορετική και να έχει αλλοιωθεί, από τους Φράγκους, όπως η Λευκωσία (που έγινε Νικοσία), η Νεμεσός (που έγινε Λίμασσολ) κ.α. Τον σχηματισμό της ονομασίας του χωριού από τις λέξεις ευρύς και χους αποδέχεται ως πιθανό και ο Ν.Γ. Κυριαζής.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image