Ευστόργιος ντε Μοντεγκιού Eustorge de Montaigu

Image

Λατίνος αρχιεπίσκοπος Λευκωσίας κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας, γνωστός και ως Ευστόργιος ο εξ Ωβέρνης (Eustorge d’ Auvergne). Η διάρκεια της αρχιεπισκοπείας του τοποθετείται χρονικά από το 1217 μέχρι το 1250. Ανήκε σε ευγενή οικογένεια ιπποτών της Ωβέρνης, της οποίας αρκετά μέλη έδρασαν στην Ανατολή και στην Κύπρο. Ένας αδελφός του Ευστοργίου, ο Φουλκς ντε Μοντεγκιού, υπήρξε  επίσκοπος  Λεμεσού. Άλλος αδελφός του, ο Πέτρος ντε Μοντεγκιού, διετέλεσε μαγίστρος του τάγματος των Ναϊτών ιπποτών, ενώ ένας ακόμη, ο Γουερίνος ντε Μοντεγχιού, μαγίστρος του τάγματος των Ιωαννιτών ιπποτών.  Άλλο μέλος της ίδιας οικογένειας, ο Γεράρδος, αναφέρεται ότι σκοτώθηκε σε μάχη κοντά στη Λευκωσία στις 23.6.1229, κατά τη διάρκεια της δράσεως στην Κύπρο των στρατευμάτων του αυτοκράτορα της Γερμανίας Φρειδερίκου Β΄.

 

Ο Ευστόργιος εξελέγη αρχιεπίσκοπος Λευκωσίας πιθανότατα σε διαδοχή του Αλβέρτου που είχε υπηρετήσει για σύντομο χρονικό διάστημα, και διατήρησε το αρχιεπισκοπικό αξίωμα για 33 χρόνια περίπου, δηλαδή περισσότερο από κάθε άλλο Λατίνο αρχιεπίσκοπο Κύπρου. Πήρε μέρος σε πολεμικές επιχειρήσεις μαζί με τους Σταυροφόρους στους Αγίους Τόπους, μεταξύ δε αυτών και στην πολιορκία της Δαμιέττης το 1219. Στη Δαμιέττη τελικά πέθανε, στις 28.4.1250, κατά τη διάρκεια της σταυροφορίας του βασιλιά της Γαλλίας Αγίου Λουδοβίκου, στην οποία μετείχε.

 

Ο Ευστόργιος διακρινόταν για τυφλή υπακοή στις εντολές του πάπα και της Αγίας Έδρας, τις οποίες και εκτελούσε πιστά. Επί των ημερών του η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου υπέστη πολλές διώξεις. Μεταξύ άλλων, ο Ευστόργιος ανέκρινε τους 13 Ορθόδοξους μοναχούς της Καντάρας τους οποίους και φυλάκισε όταν είδε ότι δεν ήσαν διατεθειμένοι να αποδεχθούν το λατινικό δόγμα. Μετά από εντολή του πάπα όπως οι 13 Ορθόδοξοι μοναχοί αντιμετωπιστούν από τον Ευστόργιο ως αιρετικοί, ο τελευταίος τους παρέδωσε για εκτέλεση. Ο θάνατός τους, ιδιαίτερα σκληρός και μαρτυρικός, το 1231, δημιούργησε μεγάλες αντιδράσεις ενώ κατέστησε τους εκτελεσθέντες αγίους της Κυπριακής Εκκλησίας (βλέπε λήμμα Καντάρας μοναχοί).

 

Στα 1240, οπότε οι διωγμοί των Λατίνων κατά των Ορθοδόξων εντάθηκαν και πάλι, ο Ευστόργιος που εκτελούσε εντολές του πάπα Γρηγορίου Θ΄*, κάλεσε τον Κύπριο Ορθόδοξο αρχιεπίσκοπο Νεόφυτο* και τους λοιπούς επισκόπους, προς τους οποίους ανακοίνωσε ότι θα απαγορευόταν πλέον σε όλους τους Έλληνες κληρικούς να λειτουργούν, εάν δεν ορκιστούν πίστη στη Ρωμαϊκή Εκκλησία και ακολουθήσουν τις δικές της δοξασίες. Ο αρχιεπίσκοπος Νεόφυτος και οι επίσκοποι ζήτησαν χρόνο για να συσκεφθούν, κι όταν τους δόθηκε, διέφυγαν κρυφά από την Κύπρο στην Αρμενία (Κιλικία) μαζί με αρκετούς άλλους Έλληνες κληρικούς και πολλούς θησαυρούς εκκλησιών και μοναστηριών. Όταν πληροφορήθηκε για την φυγή τους ο Ευστόργιος, ζήτησε περαιτέρω εντολές από τον πάπα. Ο Γρηγόριος τον διέταξε τότε να πληρώσει τους θρόνους των Ορθοδόξων φυγάδων με Λατίνους κληρικούς. Η εντολή αυτή, που θα οδηγούσε σε πολύ περισσότερες περιπλοκές εάν εφαρμοζόταν, δεν εκτελέστηκε από τον Ευστόργιο γιατί στο μεταξύ ο πάπας Γρηγόριος πέθανε, ο δε διάδοχός του Ιννοκέντιος Δ' δεν επέμεινε στην ακραία αυτή θέση.

 

Επί ημερών του Ευστοργίου συμπληρώθηκε η οικοδόμηση του καθεδρικού ναού της Αγίας Σοφίας στη Λευκωσία, που είχε θεμελιωθεί το 1209 κι είχε τελειώσει το 1228.Ο Ευστόργιος ενέκρινε τον κανονισμό του ναού και διόρισε μόνιμο προσωπικό από 10 ιερείς, 5 διακόνους, 5 υποδιακόνους και 10 αναγνώστες, για τη συντήρηση των οποίων καθιέρωσε διάφορα εισοδήματα. Σε διασωθέντα έγγραφα αναφέρεται και η χορήγηση αδείας από τον Ευστόργιο στην Αλίκη ντε Μομπελιέ, χήρα του Φιλίππου ντ’ Ιμπελέν (Ιβελίνου), να ιδρύσει στη Λευκωσία γυναικείο μοναστήρι του τάγματος των Κιστερκιανών, το 1244.

 

Για την αφοσίωσή του στην Αγία Έδρα και τον ζήλο του στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του πάπα και της Λατινικής Εκκλησίας, ο Ευστόργιος τιμήθηκε από τον Ιννοκέντιο Δ' με ένα μοναδικό προνόμιο: με παπικό διάταγμα που εξεδόθη στις 30.7.1245, ο Ευστόργιος τιμήθηκε με το προνόμιο να μη μπορεί ν’ αφοριστεί ή να δεχθεί άλλες ποινές από οποιονδήποτε άλλο κληρικό, παρά μόνο ύστερα από ρητή απόφαση του ιδίου του πάπα.