Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών ΕΟΚΑ

Τα Κέρφιου του 1955-1959

Image

Στα χρόνια του Αγώνα της ΕΟΚΑ ο πρώτος κατ’ οίκον περιορισμός επιβλήθηκε στον Αγρό, στις 16 Αυγούστου 1955. Διήρκησε μέχρι τις 21 Αυγούστου. Από τότε η λέξη «κέρφιου» μπήκε στην κυπριακή καθημερινότητα. Το κατασταλτικό – αντεπαναστατικό μέτρο εφαρμόστηκε σε μεγαλύτερη έκταση επί διακυβέρνησης Χάρντινγκ, από τον Οκτώβριο του 1955. Ήταν, κι αυτό, ένα τμήμα των «ιστών της αράχνης», με τα οποία ήλπιζε ότι θα διαλύσει την ΕΟΚΑ, αλλά τελικώς απέτυχε ο άλλοτε αντίπαλος του Ρόμμελ στη Βόρεια Αφρική, Στρατάρχης της κραταιάς Βρετανίας.

 

Το Μηλικούρι

Το μεγαλύτερο κέρφιου ήταν αυτό στο Μηλικούρι, διάρκειας 54 ημερών (18 Μαρτίου – 11 Μαΐου 1957), με την ελπίδα της σύλληψης του Γρίβα – Διγενή. Κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία των αποικιακών αρχών και σε ανείπωτη ταλαιπωρία των κατοίκων του απομονωμένου ορεινού χωριού.

 

Οι Βρετανοί είχαν «ασφαλή» πληροφορία ότι ο Γρίβας βρισκόταν στην περιοχή Κύκκου - Μηλικουρίου. Την πληροφορία, κατά τον δημοσιογράφο - μελετητή της ιστορίας, Νίκο Παπαναστασίου, διοχέτευσε ο ίδιος ο Γρίβας ευρισκόμενος στο κρησφύγετο της Λεμεσού. Είχε πληροφορηθεί ότι οι Άγγλοι διέδιδαν ότι εντόπισαν το κρησφύγετο του για να τον αναγκάσουν να μετακινηθεί. Την παραπλάνηση των Βρετανών ανέλαβε ο συνεργάτης του Γρίβα, διάκος της Αρχιεπισκοπής, Άνθιμος Κυριακίδης, ο οποίος καταγόταν από το Μηλικούρι. Οι Άγγλοι, που ήθελαν να δίνουν στο Λονδίνο την εντύπωση ότι βρίσκονται στα ίχνη του αρχηγού της ΕΟΚΑ, κινητοποίησαν αμέσως 4.000 στρατιώτες, αλεξιπτωτιστές κι ελικόπτερα κι έτρεξαν στην περιοχή. Απέκλεισαν το Μηλικούρι και ξεκίνησαν έρευνες. Ουδείς τους βοηθούσε. Διέταξαν κατ΄ οίκον περιορισμό κι έκαναν το χωριό άνω κάτω. Βασάνιζαν ανθρώπους, έμπαιναν στα σπίτια και τα ρήμαζαν. Απαιτούσαν να παραδοθεί ο Γρίβας ο οποίος, όμως, βρισκόταν στη Λεμεσό. Ο αποκλεισμός των 54 ημερών έκανε τη ζωή των ανθρώπων κόλαση. Οι προμήθειες τελείωσαν, τα χωράφια ξεράθηκαν, τα ζώα λιμοκτονούσαν. «Ακόμη κι εκείνοι που διέθεταν αλεύρι και μπορούσαν να φτιάξουν ψωμιά και άλλα είδη αρτοποιίας στο σπίτι τους δεν μπορούσαν να το κάμουν, διότι οι Άγγλοι είχαν κατεδαφίσει τους περισσότερους φούρνους… για να βρουν τον Γρίβα, αλλά κι εκείνοι που έμειναν απαγόρευαν τη χρήση τους», γράφει ο κ. Παπαναστασίου. Σκεφτείτε. Σχεδόν δυο μήνες σε ένα χωριό απομονωμένο στα βουνά του Κύκκου εν έτει 1957 και ζωσμένο από χιλιάδες στρατιώτες αποφασισμένους να συλλάβουν τον αρχηγό της ΕΟΚΑ. Βασάνισαν πάρα πολλούς κατοίκους, πυροβολούσαν πάνω από τα κεφάλια των γυναικών για να τις λυγίσουν.
 
Μετά από πολλές διαμαρτυρίες κι όταν τα ζώα αδυνάτισαν από την πείνα, οι Βρετανοί επέτρεψαν στις γυναίκες να βγάζουν τα ζώα τους να βόσκουν λίγο έξω από το χωριό. Αλλά, γύρω τους ήταν οι στρατιώτες που πυροβολούσαν στον αέρα κι όσοι μέσα στο χωριό άκουγαν τους πυροβολισμούς δεν ήξεραν τι συνέβαινε κι αν θα επέστρεφαν οι γυναίκες.
 
Σε ότι αφορά τέλος τις προμήθειες του χωριού ένα λεωφορείο χωρίς καθίσματα που κουβαλούσε το ταχυδρομείο και ταξίδευσε μερικές φορές το συγκεκριμένο δίμηνο εκτός χωριού, επέστρεφε φορτωμένο με τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης που έριχναν μέσα οι κάτοικοι των χωριών από τα οποία περνούσε για να βοηθήσουν τους αποκλεισμένους.

 

Άλλα κέρφιου

Από τα κέρφιου των πόλεων, αναφέρουμε το εξαήμερο στην Αμμόχωστο (Οκτ. 1955) και το οκταήμερο στην παλιά πόλη της Λευκωσίας (Σεπτέμβριος 1956), ύστερα από την εκτέλεση δύο Βρετανών στρατιωτικών στην οδό Λήδρας. Ο κατ’ οίκον περιορισμός των Λευκωσιατών νέκρωσε το εμπορικό κέντρο και την οικονομία της πρωτεύουσας, ταλαιπωρώντας 15.000 περίπου Κυπρίους. Έγραψε για αυτόν εξαιρετικά χρονογραφήματα ο Τεύκρος Ανθίας, στη «Χαραυγή», με τίτλο «Χρονικό μιας συλλογικής τιμωρίας στον 20ό αιώνα. Το ημερολόγιο του κέρφιου. Η ηθική αντοχή ενός λαού που πιστεύει στη δικαιοσύνη» (βλ. στην έκδοση με επιμέλεια Ανδρέα Κλ. Σοφοκλέους, Τεύκρος Ανθίας, Αντιστασιακά κείμενα, 1955-1959, Λευκωσία: Εν Τύποις 2016). Σημειώνουμε, επίσης, την επιβολή παγκύπριου κέρφιου στις 25 Μαρτίου 1956, για να μην εορταστεί η εθνική επέτειος, λίγες ημέρες μετά την εξορία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και των τριών συνεξορίστων του.

 

Η επιβολή των κέρφιου συνοδευόταν από σειρά άλλων αστυνομικών και στρατιωτικών ακροτήτων και αγριοτήτων και, συνήθως, μαζικές συλλήψεις. Υπήρξαν περιπτώσεις που πυροβολήθηκαν και σκοτώθηκαν αθώοι χωρικοί, απλώς επειδή δεν υπάκουσαν στον εγκλεισμό. Αλλού, άντρες και γυναίκες κατήγγειλαν ξυλοδαρμούς, κλοπές και άσεμνες επιθέσεις από τα όργανα της Αυτού Μεγαλειότητος, ενώ προς το τέλος του Αγώνα σε ορεινά χωριά οι κάτοικοι αντιδρώντας, επιτέθηκαν εναντίον των στρατιωτών, και τους έτρεψαν σε προσωρινή φυγή.

 

Χαρακτηριστικό ηταν και το πολυήμερο κέρφιου στα Αγρίδια τον Γενάρη του 1959. Εκεί, οι γυναίκες του χωριού βγήκαν στις πλαγιές πάνω από το δρόμο και πετροβόλησαν τις βρετανικές αυτοκινητοπομπές, που κυνηγούσαν αντάρτες της ΕΟΚΑ. Υπήρξαν συμπλοκές με τους κατοίκους και άγριοι ξυλοδαρμοί, που κατέληξαν επίσης σε κατ΄ οίκον περιορισμό σε όλο το χωριό.

 

Ως μέτρο συλλογικής τιμωρίας, κοινό για την Αποικιοκρατία αλλά και για τον ναζισμό στις χιτλεροκρατούμενες χώρες της Ευρώπης στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, το κέρφιου συνοδεύτηκε και με την επιβολή συλλογικού προστίμου. Δηλαδή, επιβαλλόταν κατ’ οίκον περιορισμός μέχρι να πληρωθεί το συλλογικό πρόστιμο που αυθαίρετα όριζαν οι αποικιακές αρχές για τη δράση της ΕΟΚΑ σε μια περιοχή. Αυτό έγινε στο Παραλίμνι, τον Νοέμβριο του 1955, στο Λευκόνοικο τον Δεκέμβριο του 1955, στο Φρέναρος, τον Μάρτιο του 1956, κ.α. Υπήρξαν, όμως, και χωριά που αρνήθηκαν να πληρώσουν το συλλογικό πρόστιμο, όπως η Γιαλούσα τον Μάρτιο του 1956, με συνέπεια την παράταση του κέρφιου. (Στη συγκεκριμένη περίπτωση τη λύση έδωσε η Συνεργατική Εταιρεία της κωμόπολης, καταβάλλοντας το πρόστιμο.

 

 

Το κέρφιου του Αγρού

 Σύμφωνα με το περιοδικό Times of Cyprus του 1957, η λέξη «κέρφιου» ακούστηκε για πρώτη φορά στην Κύπρο στις 16 Αυγούστου του 1955. Το κέρφιου του Αγρού επιβλήθηκε όταν άγνωστοι πυροβόλησαν κατά του αστυνομικού σταθμάρχη του χωριού και οι Άγγλοι συνέλαβαν αρκετούς χωρικούς.  Ανάμεσά τους και ο διευθυντής του ηλεκτροπαραγωγού σταθμού, Βρασίδας Ειρήναρχος, και ο δεκατριάχρονος γιος του Χάρης.  Αποτέλεσμα της σύλληψής τους ήταν να μείνουν τα σπίτια τις νύχτες κατασκότεινα. Όταν ένα ολάκερο χωριό νεκρώθηκε για επτά ημέρες, με τους κατοίκους του Αγρού να παραμένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους “με μόνη συντροφιά την αβεβαιότητα για την έκβαση της παράξενης περιπέτειας”, όπως αναφέρεται στο σχετικό άρθρο.

 

Δημοσιογράφος του Times of Cyprus είχε επισκεφτεί το χωριό τον Οκτώβριο του 1955 για να πάρει συνέντευξη από τους πολιτικούς κρατούμενους που απελύθησαν από το φρούριο της Κερύνειας. Ο δημοσιογράφος είχε σημειώσει: “Εκείνο που πιο πολύ μου κτύπησε τότε στο μάτι ήταν τα μπλε συνθήματα στους τοίχους. Σαν από κοινού όλοι οι κάτοικοι να είχαν συμφωνήσει να βάψουν τους τοίχους των σπιτιών τους με μπλε συνθήματα. Ήταν όμως η εποχή εκείνη πριν από τους κανονισμούς Εκτάκτου Ανάγκης”.

 

Στο άρθρο του με τίτλο “Αγρός: Το πρώτο κέρφιου”, ο δημοσιογράφος σημειώνει: "Ο Αγρός δεν γνώρισε μόνο το πρώτο κέρφιου του νησιού. Τα τελευταία δύο χρόνια (1955-57) πέρασε πολλές δοκιμασίες. Συχνούς αποκλεισμούς, όπως εκείνο της 21ης Νοεμβρίου 1956 που μαζί με τους Αγρότες μπήκαν πίσω από τα συρματοπλέγματα και άλλοι χωρικοί από τα γύρω χωριά που βρίσκονταν στον Αγρό για το πανηγύρι. Και κάθε φορά που επιβαλλόταν κέρφιου ή αποκλεισμός, κάποιος από τους κατοίκους θα συλλαμβανόταν. Μερικοί από αυτούς βρίσκονται ακόμα στα κρατητήρια (1957) όπως ο Χριστάκης Βιολάρης, ο Λάμπρος Καυκαλλίδης και άλλοι. Ένας νεαρός Αγρότης ο Πετράκης Ηλιάδης σκοτώθηκε στη Λευκωσία από στρατιώτες όταν κατά την επίσημη εκδοχή προσπάθησε να ρίξει βόμβα, κοντά στο ταχυδρομείο που είχε μεταβληθεί σε στρατώνα”.

 

Οπως αναφερει στο βιβλίο του ο Γιάννης Σπανός «ο Αγρός στον αγώνα της ΕΟΚΑ και στην γύρω περιοχή Πιτσιλιάς», "ο  Αγρός ήταν το κάστρο της ΕΟΚΑ στην Πιτσιλιά. Η προσφορά του χωριού ιστορική στη φιλοξενία των αντάρτικων ομάδων, στην διακίνηση των καταζητουμένων, την αποστολή επαναστατικού υλικού,το εργαστήριο βομβών του Λένα,τη διακήρυξη της επανάστασης από τη μαθητιώσα νεότητα με τις παρελάσεις, τα εμβατήρια, τη δημιουργία ομάδων τροφοδοσίας των καταζητουμένων, τις συγκρούσεις με τον στρατό, τους συνδέμους με τα κρησφύγετα και τα χωριά των παρυφών της νότιας Μαδαρής και της Παπούτσας, τ’ Αγρίδια, τον Άγιο Ιωάννη, τον Άγιο Θεόδωρο, τον Κάτω Μύλο,την Ποταμίτισσα, την Κυπερούντα, το Πελένδρι, τον Αμίαντο, ενώ οι αγωνιστές δρασκελούσαν τα διάσελα των βουνών για να προωθηθούν στον Πολύστυπο, στην Άλωνα,στην Πλατανιστάσα και τις άλλες αετοφωλιές όπου λημέριαζε ο πόθος του ξεσηκωμού. Αποστολέας των βομβών ο μαραγκός Διομήδης Μαυρογιάννης που σκαρφιζόταν έξυπνους τρόπους μεταφοράς εκρηκτικού υλικού στη Λεμεσό. Γέμιζε τους παραστατούς κατασκευών δικών του θυρών και παραθύρων με βόμβες. Οι Άγγλοι μετά τη σύλληψη του, τον υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια.

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image