Αλίκη ντ' Ιμπελέν

Αλίκη ντ' Ιμπελέν (Alice d' Ibelin): Σύζυγος του βασιλιά της Κύπρου Ούγου Δ' (1324 1359), η δεύτερη από τις δυο γυναίκες του. Ήταν κόρη του Γκυ ντ' Ιμπελέν*, κοντοστάβλη της Κύπρου, και παντρεύτηκε τον βασιλιά Ούγο στα 1318. Μετά το θάνατο του βασιλιά, παντρεύτηκε ξανά τον ευγενή Φίλιππο του Μπρουνσγουίκ. Ο Λεόντιος Μαχαιράς διηγείται στο Χρονικόν του (παρ. 74), ότι η βασίλισσα Αλίκη ήταν μουγκή μετά από θαύμα, και βρήκε πάλι τη φωνή της ύστερα από θαύμα. Κατά τον Μαχαιρά, ὴτον ἡ γλῶσσα της πιασμένη ἀπέ τήν Μαχαιριώτισσαν (=Παναγία του Μαχαιρά) επειδή μπήκε, παρά την απαγόρευση σε γυναίκες, στο ιερό της εκκλησίας του μοναστηριού, και ὃσον ἐμπῆκεν, ἐπγιάσθην ἡ γλῶσσα της, καί ἦτον πιασμένη χρόνους γ'. Ξαναβρήκε όμως τη φωνή της ύστερα από θαύμα, σχετικό με τον περίφημο σταυρό της Τόχνης, που, όταν βρέθηκε οι Λατίνοι αμφισβήτησαν την θαυματουργό δύναμή του. Όπως διηγείται ο Μαχαιράς, έφεραν τον σταυρό στο παλάτι όπου ο Λατίνος επίσκοπος, στην παρουσία του βασιλιά και της βασίλισσας, έκαμε το ακόλουθο πείραμα: Άναψε φωτιά σ' ένα μαγκάλι κι έριξε μέσα τον ξύλινο σταυρό, καί ἐποῖκεν ὣραν πολλήν καί ἐγίνην ὃλος λαμπρόν, ὃτι πολλοί ἐλαλοῦσαν: «Ἐκάην». Τἂπισα ἐπιάσαν τον μέ τό ζαμμόν καί ἐβγάλαν τον, καί ἒμεινεν χωρίς βλάβην ὡς γοιόντον. Ἡ ρήγαινα ἡ  Ἀλίς ἡ γυναῖκα τοῦ ρέ Οὖνγκε...ἒβαλεν φωνήν μεγάλην. «Πιστεύω, κύριε, ὃτι τοῦτον τό ξύλον εἶνε ἀπέ τό ξύλον τοῦ Χριστοῦ». Καί λαλῶντα τόν λόγον, ἐκαθάρισεν ἡ γλῶσσα της, ὦ τοῦ θαύματος!

Η Αλίκη ντ' Ιμπελέν ήταν μητέρα του βασιλιά της Κύπρου Πέτρου Α' (1359-1369).