Γεωργιάδης Ροδίων

Το «Αρχείον Ροδίωνος Π. Γεωργιάδη» και το 1821

Image

Τον Ιούλιο του 2008, εκδόθηκε στη Λευκωσία, με εισαγωγή και επιμέλεια του Γιώργου Χατζηκωστή, το τρίτομο έργο «Αρχείον  Ροδίωνος Π. Γεωργιάδη», με εκδότη την Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου. Πρόκειται για ένα έργο που ανέμενε η κυπριολογία για πολλά χρόνια, καθώς είναι από αυτά που θα στηρίξουν δεκάδες άρθρα, επιστημονικές μελέτες και διδακτορικές διατριβές. Ειδικότερα, ο τρίτος τόμος μάς κομίζει ένα πλούτο πληροφοριών για την κυπριακή συμμετοχή στην επανάσταση του 1821. Ο Ροδίων Π. Γεωργιάδης (1917-1944), εθελοντής του ελληνοϊταλικού πολέμου και ήρωας της Εθνικής Αντίστασης, θύμα της ναζιστικής φρικαλεότητας των στρατοπέδων συγκέντρωσης, αφού πήρε το πτυχίο του από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, πραγματοποίησε μια μεγάλη έρευνα από τον Απρίλιο μέχρι τον Αύγουστο του 1940 στα ελληνικά «Γενικά Αρχεία του Κράτους». Μαζί του είχε, ως συνεργάτες, τον φοιτητή της φιλοσοφικής Πάνο Δ. Λεβέντη και τον αδελφό του, Μιλτιάδη Γεωργιάδη. Στο πλαίσιο της ερευνητικής εργασίας, μελετήθηκαν χιλιάδες φάκελοι από τα Υπουργεία Αστυνομίας, Εσωτερικών, Ναυτικών και Πολέμου και του Εκτελεστικού Σώματος. Παρά την τραγική τύχη του Ροδίωνα και της οικογένειάς του, παραδόθηκαν από τη μητέρα του και, ευτυχώς, διασώθηκαν στα υπόγεια της Αρχιεπισκοπής 414 έγγραφα που είχαν αντιγραφεί από την τριμελή ερευνητική ομάδα και αναφέρονται στην κυπριακή συμμετοχή στο 1821. Πρόκειται για μια μεγάλη μεταθανάτια κληρονομιά προς την κυπριακή ιστορία ενός πρόωρα χαμένου προικισμένου φιλόλογου και ερευνητή: Στα έγγραφα περιέχονται πληροφορίες για εκατοντάδες Κύπριους αγωνιστές του 1821, καθώς αντιγράφηκαν μεθοδικά όλα τα έγγραφα με αναφορά στις λέξεις Κύπριος, Κυπριώτης, Κυπραίος, κυπριώτικα, κυπρία, κ.ο.κ.. Αν και η έκδοσή τους δεν έγινε ποτέ από τον Ροδίωνα Γεωργιάδη, με την κυκλοφορία του «Αρχείου» έχουμε στη διάθεσή μας τα έγγραφα, σχεδόν εβδομήντα χρόνια από την αντιγραφή τους, και οι γνώσεις μας για το κεφάλαιο «Κύπρος και 1821» εμπλουτίζονται και συμπληρώνονται θεαματικά, αποτελώντας ένα πολύτιμο corpus πηγών για την ποικιλόμορφη κυπριακή συμμετοχή στον αγώνα της παλιγγενεσίας του 1821.

 

Αν προσπαθήσουμε να μεταφέρουμε κάποιες από τις πληροφορίες που μας κομίζουν τα έγγραφα του «Αρχείου Ροδίωνος Π. Γεωργιάδη», πρέπει να εξηγήσουμε πρώτα ότι όσοι περιμένουν να διαβάσουν στις αυθεντικές πηγές της δεκαετίας του 1820 αναφορές μόνο σε «ηρωισμούς και θυσίες» θα απογοητευτούν. Τα περισσότερα έγγραφα αναφέρονται σε αιτήματα για αποζημιώσεις, απόδοση καθυστερημένων μισθών, κληρονομικά ζητήματα, παράπονα «αδικημένων», ανακρίσεις ή φυλακίσεις για ληστείες, φόνους, κατασκοπεία (!), ακόμη και εσωτερικές ενδοκυπριακές δολοπλοκίες και αντιπαραθέσεις: Μια αστείρευτη δεξαμενή γνώσεων, που βοηθά στο σχηματισμό μιας σύνθετης εικόνας για το θέμα «Κύπρος και 1821». Ο Ροδίων Γεωργιάδης, στο εισαγωγικό του σημείωμα (1940), περιγράφει ως εξής την ανάγκη και τα κύρια πορίσματα της έρευνάς του:

 

«Εκείνος που διαβάζει την ιστορία της Κύπρου είτε από δικά μας είτε από ξένα συγγράμματα, σταματά με απορία στην περίοδο της Ελληνικής Επαναστάσεως και διερωτάται αν οι Κύπριοι πραγματικά, μετά τη σφαγή των Επισκόπων και προκρίτων στις 9 Ιουλίου 1821, υπετάχθησαν στο μοιραίο και έβλεπαν τα γεγονότα να εκτυλίσσωνται μπροστά στα μάτια τους με απάθεια ή απλή συγκίνηση. Γιατί όλοι εκείνοι που ασχολήθηκαν με την ιστορία της Κύπρου περιορίζονται συνήθως στην εξιστόρηση των γεγονότων της 9ης Ιουλίου χωρίς να αναφέρουν καμιά πληροφορία για τα 10 χρόνια που ακολούθησαν. (…) Στους φακέλλους του Υπουργείου Πολέμου βρήκαμε τις περισσότερες πληροφορίες για Κυπριώτες αγωνιστές. Στα έγγραφα που αντεγράψαμε αναφέρονται πάνω από 600 Κυπριώτες αγωνιστές κατανεμημένοι στα σώματα διαφόρων οπλαρχηγών από τον Μακρυγιάννη ως τον Γρίβα και με διαφόρους βαθμούς από του αντιστρατήγου ως το δεκανέα του Α΄ τακτικού συντάγματος.»

 

Οι πληροφορίες, λοιπόν, από τα έγγραφα των «Γενικών Αρχείων του Κράτους», που έρχονται σήμερα να συμπληρώσουν τις γνώσεις μας από την υφιστάμενη βιβλιογραφία, και έχοντας πάντα υπόψη ότι απομένουν να ερευνηθούν ακόμη και άλλα σημαντικά ελληνικά αρχεία της επαναστατικής και της οθωνικής περιόδου, αποκαλύπτουν πρώτα – πρώτα ένα πλήθος ονομάτων. Σχεδόν πάντα, οι αγωνιστές υπογράφουν ή αναφέρονται στα έγγραφα με την τοπική τους καταγωγή, ή με το «πατρίς Κύπρος»: Ο Μιχάλης Μακριδάκις, Κύπριος, επιστρέφει από την Κρήτη στο Ναύπλιο, τον Ιούλιο του 1824 και ζητά από το Υπουργείο Πολέμου να τον εφοδιάσουν «με ένα δίπλωμα ανάλογον των θυσιών του» και να τον διατάξουν «εις ποίον μέρος αγαπούν να εκστρατεύσει». Λίγες ημέρες αργότερα θα προβιβαστεί σε «ταξίαρχο» και θα κληθεί να μεταβεί στο Νεόκαστρο με 50 στρατιώτες, «προς ασφάλειαν του φρουρίου». Στο σώμα του ανήκαν κυρίως Κρήτες αγωνιστές, αλλά και οι συμπατριώτες του Κυργιάκος Μαργιακτάρης, Ανδρωνίκης Ιακόβου, Χρίστος Χατζηνικολάου, Γιωργάκος Φραντζέσκου, Γιώργης Χριστόφης, Δημήτρης Χριστόφης, Ιακομής Παύλου και Κυργιάκος. Τον Οκτώβριο του 1824 ο Μακριδάκις, από  την Τρίπολη, θα διαμαρτυρηθεί προς τη διοίκηση, καθώς καθυστέρησαν οι «διμήνιοι μισθοί» των στρατιωτών του και του ιδίου, τονίζοντας: «επειδή ενδεώ καγώ, ενδεούσι και οι στρατιώται μου και καθ’ ώραν με ακανθοβολίζουσι».

 

Ο Τζινάκης Γεωργίου, πατρίς Κύπρος, αναφέρεται σε κατάλογο στρατιωτών του στρατηγού Γκούρα, στην Αθήνα, τον Αύγουστο του 1824. Στο ίδιο σώμα, τον Νοέμβριο 1824, εντοπίζεται ο Γιάννης Τζοάννου Κυπριώτης. Ο Χ’’ Ηλίας, πατρίς Κύπρος, την ίδια περίοδο καταγράφεται στους ασθενείς στρατιώτες του Χατζηχρίστου Βούλγαρη, στο Άργος. Στο ίδιο σώμα, την ίδια εποχή, στην Ύδρα, αναφέρεται ο δέκαρχος Χρίστος Μάρης, Κυπρέος. Τον Σεπτέμβριο του 1824 στο σώμα του Δημήτριου Καλλέργη αναφέρεται ο Λεμονής Χρίστου Κυπραίος και ανάμεσα στους στρατιώτες του «αντιστρατήγου Μακρυγιάννη» καταμετρούνται και οι Σίμος Ιωάννου Κυπραίος και Γιάννης Γεωργίου Κυπραίος. Στο σώμα του Κριεζώτη, την εποχή του εμφυλίου πολέμου του Εκτελεστικού σώματος με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη (καλοκαίρι 1824) υπηρέτησε και ο Σίμος Κυπριότης. Στους άνδρες του Δ. Υψηλάντη, το καλοκαίρι του 1825, αναφέρεται και ο Κύπριος Κυριακός Τζένιος, ενώ στη «Γενική Αστυνομία», στο Ναύπλιο, το 1825, υπηρετούσαν οι Ιωάννης Κύπριος και Φίληππας Κύπριος. Ως μπουλουκτσής του καπετάν Σταύρου Γρίβα, τον Ιούλιο του 1827, στο Ναύπλιο, αναφέρεται ο Ιωσήφ Κύπριος. Το 1831, ανάμεσα στους «αδικημένους στρατιωτικούς» που υπέγραψαν το υπόμνημα των Γ. Κωλέττη και Δυοβουνιώτη προς την Εθνοσυνέλευση «διά να ζητήσουν τα δίκαιά τους» ήταν και οι μπουλουκτσήδες Αβράμης Σολωμού Κύπριος και Νικόλας Παπαγιάννη Κύπριος και ο στρατιώτης Γεώργης Αντώνη Κυπραίος.

 

Υπό τις διαταγές του στρατηγού Μακρυγιάννη, τον Ιανουάριο του 1825, στο Ναύπλιο, δήλωσαν ως πατρίδα την Κύπρο οι στρατιώτες: Παναγιώτης Μαύρος, Σίμος Γεωργίου, Γιάννης Κυριάκου, Μιχαήλ Πίτας, Ελευθέριος Νικολάου, Αργύρης Σάββα, Ηλίας Αλεξάνδρου. Οι Μαύρος και Πίτας καταγράφηκαν ως αξιωματικοί. Το εντυπωσιακό στον κατάλογο είναι οι ηλικίες των αγωνιστών: Και οι επτά ήταν, κατά το 1825, από 28 ετών και πάνω (μέχρι 38 χρ.). Οι πέντε, μάλιστα, ήταν πάνω από τριάντα ετών.

 

Τον Μάιο του 1825, μετά την πτώση της Σφακτηρίας και τη συνθηκολόγηση των πολιορκημένων στο Νεόκαστρο, ανάμεσα στους άνδρες που παρέδωσαν τα όπλα τους (πιστόλες, τουφέκια και μαχαίρια) στις εχθρικές δυνάμεις ήταν και δεκατέσσερις Κύπριοι: Μ. Κυπραίος, Σάββας Κυπριώτης (του σώματος Δ. Καλλέργη), Νικόλας Κυπραίος, Σάββας Κυπριώτης (του σώματος καπ. Γκέκα), Χρήστος Κυπριώτης, Μανώλης Κυπριώτης, Μιχαλάκης Κύπριος, Κωνσταντής Κύπριος, Μάρκος Κύπριος, Φραντζέσκος Κύπριος, Αντώνιος Κύπριος, Κυριάκος Κύπριος, Γιώργης Κύπριος, Φίλιππας Κύπριος.

 

Ένας αγωνιστής που ξεχώρισε κατά την επανάσταση του 1821 και εντοπίστηκαν αρκετά έγγραφα για αυτόν από τον Ρ. Γεωργιάδη, ήταν ο χιλίαρχος Γεώργιος Κύπριος, αλλού Γιώργης παπά Κυργιάκου Κυπρέος, που είχε υπό τις διαταγές του 143 στρατιώτες το καλοκαίρι του 1824 και γραμματέα τον Μιχαήλ Παπαδόπουλο (ή Παπαδημητρίου) Κύπριο. Τον βρίσκουμε στο Ναύπλιο και στην Ύδρα, υπό τις οδηγίες του Χατζηχρίστου Βούλγαρη, με την προσθήκη ότι υπηρέτησε «εις την εκστρατείαν Αρκαδίας και Τριπολιτζάς». Σε ένα από τα αχρονολόγητα έγγραφα του 1825 εντοπίστηκε ο κατάλογος του σώματος του Γιώργη Κυπραίου, όταν εκστράτευσε στην Αρκαδία. Σε αυτόν περιλαμβάνονται και 45 Κύπριοι αγωνιστές. Τα ονόματά τους τα αναδημοσιεύουμε εδώ, αν και είναι προφανές ότι δεν αποκλείεται ανάμεσά τους να υπάρχουν και διπλογραμμένοι. Ένας από αυτούς, ο Χριστοφής Κυπραίος, «απέθανεν εις Αρκαδίαν»:

 

Πέτρος Κυπραίος                                       Γιάννης Καρπασίτης

Χριστόδουλος Κυπραίος                         Μιχάλης Καρπασίτης

Ηλίας Κυπραίος                                         Μιχάλης Κυπραίος

Παύλος Κυπραίος                                      Δημήτρης Κυπραίος

Σιμεός Κυπραίος                                        Λευθέρης Κυπραίος

Μιχάλης Κυπραίος                                    Γιώργης Κυπραίος

Μαρκουλής Κυπραίος                              Μιχάλης Κυπραίος

Αργυρός Κυπραίος                                   Χριστοφής Κυπραίος

Καραγιώργης Κυπραίος                         Χριστόδουλος Κυπραίος

Γιακουμής Κυπραίος                              Καραγιώργης Κυπραίος

Αγγελής Κυπραίος                                   Αντώνης Κυπραίος

Γιώργης Κυπραίος                                    Γιώργης Κυπραίος

Χρίστος Κύπριος                                       Φίλιππος Κυπραίος

Πέτρος Κύπριος                                         Χριστόδουλος Κυπραίος

Σάββας Κύπριος                                        Γιώργης Κυπραίος

Ανδρόνικος Κύπριος                                Μιχάλης Κυπραίος

Πιερής Κύπριος                                          Γιώργης Κυπραίος

Ηλίας Κύπριος                                            Πέτρος Κυπραίος

Γιώργης Κύπριος                                       Μιχάλης Καρπασίτης

Χαράλαμπος Κύπριος                              Αβραάμης Κυπραίος

Νικόλας Κυπραίος                                     Χαράλαμπος Κυπραίος

Χριστοφής Κυπραίος                                Λευθέρης Κυπραίος

Γιακουμής Κυπραίος

 

Τον Δεκέμβριο του 1824 το σώμα του Γεωργίου Κυπραίου διαλύθηκε, με διαταγή της Γενικής Διοίκησης, και οι στρατιώτες έμειναν απλήρωτοι καθώς διατυπώθηκαν αμφιβολίες για την ακρίβεια των αριθμών (και της μισθοδοσίας…) που είχε υποβάλει ο Κύπριος οπλαρχηγός: Διαπιστώθηκε ότι είχε να λαμβάνει μόνον 7925 γρόσια, αντί 8250 που ζητούσε. Στη συνέχεια, άνδρες του σώματός του κατήγγειλαν στους …«δημόσιους ελεγκτές» της εποχής ότι η «κατάχρηση» ήταν μεγαλύτερη, καθώς οι στρατιώτες του Κύπριου δεν ήταν 143, όπως είχαν μετρηθεί κατά τη σχετική επιθεώρηση, αλλά «μόνον 116», αφού στο μεταξύ αποχώρησαν 27 σύντροφοί τους. Σε ένα ενδιαφέρον έγγραφο (Ναύπλιο, 26 Ιανουαρίου 1825) που υπογράφουν οι Καραγεόργις Κύπριος, Χριστόδουλος Κύπριος, Μιχαήλ Παπαδόπουλλος Κήπριος και Γιάννης Κύπριος, διεκτραγωδείται η κατάστάσή τους:

 

«ημής τα γδημνά τέκνα και τα τραχηλησμένα οι ήπό την οδηγίαν του γεόργι κήπριου εποιδή ο καπιτάνος ημών έσφαλεν και ος άγνοστος και χοντρός δεν καταδέχεται ίνα προς πέσι εις εκήνων οπού έσφαλεν και εις την Διοίκησιν να του σηγχορηθή το σφάλμα να θεωρηθούν η λογαριασμή ους επαρρισίασεν ο ίδιος υπομήναμεν δε και ημής ος ορφανά τέκνα ηπό πατρός και μητρός λέγοντές του να προς πέσι εις τον πτεύσαντα να του σηγχορηθή το σφάλμα αυτός δε λέγι δεν έχω χρείαν ούτε καν λάβο ούτε καν δεν λάβο έχω να φάγο και να πίο εγό εις το εξής δεν ορήζο στρατιότες αλλά ηπάγετε οι οίδιοι ζητήσαντες και τον δίκιον σας.» Έξι μήνες αργότερα, και αφού πληρώθηκαν οι στρατιώτες, ο καπετάν Γεώργιος Κύπριος, ακολούθησε με 38 άνδρες τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη «εις την κατά του Ιμπραΐμ Πασά εκστρατείαν».

 

Ο Ιωάννης Κυπριώτης τον Σεπτέμβριο του 1825 υποβάλλει στο Υπουργείο Πολέμου βεβαιώσεις του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και των Μεσολογγιτών οπλαρχηγών (Αθ. Ραζηκότσικα, Σπ. Ραζή, κ.ά.) στις οποίες φαίνεται ότι πολέμησε στις δύο πολιορκίες του Μεσολογγίου από τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιουταχή (1822 και 1825), όπου τραυματίστηκε σοβαρά δυο φορές, στο αριστερό χέρι και πόδι. Αφού έμεινε κατάκοιτος έντεκα μήνες για τον πρώτο του τραυματισμό και «ηκολούθησε το ιερόν του χρέος», ζητούσε να του καταβληθούν τα έξοδα νοσηλείας και οι μισθοί του. Δεν αποκλείεται ο Ιωάννης Κυπριώτης να ταυτίζεται με τον Γιαννή Πασαπόρτη, από την Κοίλη, που επέστρεψε στην Κύπρο μετά την ελληνική ανεξαρτησία και σύμφωνα με την τοπική παράδοση είχε πάρει μέρος στην Έξοδο του Μεσολογγίου (Απρίλιος 1826).

 

Για τον Κύπριο Κυπρίδημο Γεωργιάδη, που ονομάστηκε αντιστράτηγος τον Ιανουάριο του 1825, εντοπίζονται, επίσης, πολλές πληροφορίες. Ακολούθησε κι αυτός τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη το 1825, ως υπασπιστής του, εναντίον του Ιμπραήμ, με 87 στρατιώτες. Τον βρίσκουμε να συνυπογράφει, τον Απρίλιο του 1825, την αίτηση των επιφανών Κυπρίων προς το Εκτελεστικό Σώμα, με την οποία καταγγελλόταν το «κυπριακό δάνειο» και η τυχοδιωκτική προσπάθεια του De Wintz. Μερικούς μήνες αργότερα θεωρήθηκε ως ο βασικός ύποπτος της δολοφονίας, στις 26 Δεκεμβρίου 1825, του Χριστοφή Παπά Γεωργίου Κυπρίου, που συντάραξε το Ναύπλιο, και ειδικότερα την κυπριακή παροικία της πόλης. Ο Κυπρίδημος κατάφερε να διαφύγει τη σύλληψη και φυγοδίκησε, προκαλώντας και γενική κατακραυγή κατά της Αστυνομίας, λόγω και των στενών σχέσεών του με την οικογένεια Μαυρομιχάλη.

 

Την ίδια εποχή, συζητήθηκε και μια άλλη, θεαματική δραπέτευση ενός Κυπρίου κρατούμενου. Ο Κυριάκος Κύπριος, έγγαμος, πρώην εθελοντής στο Ιππικό Σύνταγμα, είχε συλληφθεί για ληστεία. Η Αστυνομία, στην οποία ήταν γνωστός από ανάλογη προηγούμενη δραστηριότητα, υποστήριξε την ανάγκη τιμωρίας του με ραβδισμό, και επιπλέον δημόσια διαπόμπευσή του στην πόλη του Ναυπλίου, θέτοντας στον τράχηλό του τα κλοπιμαία, που ήταν, παρεπιμπτόντως, ένα καζάνι, ποσότητες μεταξιού και γυναικεία φορέματα… Στα έγγραφα που δημοσιεύονται, τέθηκαν ερωτήματα κατά πόσον το «Πολίτευμα της αναγεννηθείσης Ελλάδος» (μακράν πιο δημοκρατικό από τα επόμενα) αλλά και ο «Βεκαρίας» (ο Ιταλός νομικός και Διαφωτιστής Cesare Beccaria, συγγραφέας του περίφημου «Περί αδικημάτων και ποινών») επέτρεπαν τα βασανιστήρια ή την «δημόσιαν αισχύνην». Τελικώς, το Εκτελεστικό Σώμα, διέταξε την τρίμηνη φυλάκιση του Κύπριου, ο οποίος ελάχιστες ημέρες μετά τον εγκλεισμό του στο Μπούρτζι, κατάφερε να δραπετεύσει, αποδεικνύοντας εξαιρετικά πρόωρο τον… «Βεκαρία».

 

Στα έγγραφα του Υπουργείου Ναυτικών που αποδελτίωσε ο Ροδίων Γεωργιάδης και δημοσιεύει ο Γ. Χατζηκωστής, υπάρχουν λίγες πληροφορίες για Κύπριους ναυτικούς. Ο Κωνσταντής Κυπριώτης, πολέμησε σε σπετσιωτικά πλοία και «υστερήθη την [δεξιάν] χέραν» σε ναυμαχία του Φεβρουαρίου 1822. Τον Αύγουστο του 1824, ανάμεσα στους άνδρες του «ηφαιστίου» (πυρπολικού), που υπό τον Λέκα Ματρόζο έκαψαν μια εχθρική φρεγάτα στη Σάμο ήταν και ο Σάββας Κυπριώτης. Την ίδια εποχή σε κατάλογο τριάντα ανδρών που υπηρετούσαν υπό τον μπουρλοτιέρη Κωνσταντή Κανάριο (όπως υπογράφει), εντοπίζεται και ο Μανώλης Κωνσταντή Κυπριώτης. Ένα γεγονός που προκαλεί εντύπωση είναι ότι ανάμεσα στα πλοία των επαναστατημένων Ελλήνων (1824-1827) φιγουράρουν η λεύκα «Λευκωσία», η γολέττα «Κυπρία» και το «πολεμικόν πλοίον βρίκιον Κύπρις». Εντοπίζεται και ένας Κύπριος καπετάνιος, ο Ιωάννης Κύπριος, του μύστικου «Ο Ποσειδών», που ανέλαβε αποστολές στα νερά του Αργολικού, κατά το 1825.

 

Εννοείται ότι τα παραπάνω ονόματα δεν εξαντλούν το σχετικό κατάλογο των Κυπρίων αγωνιστών, αλλά παρουσιάζουν ένα μικρό μέρος τους. Η παράθεση και μόνο των ονομάτων, όμως, αναδεικνύει τα τεράστια προβλήματα καταλογράφησης: Χρειάζεται μεγάλη προσοχή και ενδελεχής έρευνα για να καταγραφούν οι εκατοντάδες αγωνιστές με τα επίθετα Κύπριος, Κυπραίος ή Κυπριώτης, να γίνουν οι ταυτίσεις και να αποφευχθούν πολλαπλές επαναλήψεις. Αξίζει να σημειωθεί, επίσης, ότι τα περισσότερα έγγραφα που αξιοποίησε ο Ροδίων Γεωργιάδης αφορούν τα έτη 1824-1825, καθώς σημαντικές αρχειακές πηγές των επαναστατικών χρόνων έχουν καταστραφεί. Από τα έγγραφα στα οποία γίνεται αναφορά στα κίνητρα των Κυπρίων αγωνιστών επισημαίνουμε την επιστολή του Παύλου Μιχαηλίδη Κυπρίου, προς τον Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, τον Μάρτιο του 1828, με την οποία αιτείται στρατιωτικής στολής ώστε να επιστρέψει στην εκστρατεία ή στον τακτικό  στρατό. Γράφει ο Μιχαηλίδης: «Ο υποφαινόμενος ευθύς οπού ήκουσα τον κρότον των όπλων εις την Ελλάδα και τας κατ’ αρχάς νίκας λαμπράς, έτρεξα αμέσως εκ της φίλης Πατρίδος Κύπρου, αφίνον τους εκείσε γονείς μου και αδελφούς εις την διάκρισιν των τυράννων.»

 

ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΠΑΠΟΛΥΒΙΟΥ

25/03/2020 

 

* Το κείμενο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Χρονικό (εφ. Πολίτης), τεύχ. 057 (22-3-2009).