Ιγνάτιος ασκητής

Ασκητής του 12ου αιώνα, που θεωρείται ο ιδρυτής και ο πρώτος ηγούμενος του μοναστηριού της Παναγίας Χρυσορροϊάτισσας, στην επαρχία Πάφου. Σύμφωνα προς την τοπική παράδοση, ο Ιγνάτιος ασκήτευε σε απόκρημνο βράχο που βρίσκεται κοντά στο σημερινό χωριό Παναγιά της επαρχίας Πάφου, όχι μακριά από την τοποθεσία στην οποία ίδρυσε το μοναστήρι της Παναγίας της Χρυσορροϊάτισσας. Το ασκητήριο του Ιγνατίου ονομαζόταν Παναγία Κρεμμαστή ή απλώς Κρεμμαστή, εξαιτίας του απότομου, σχεδόν κάθετου, βράχου. Ας σημειωθεί ότι με την επωνυμία Κρεμμαστή Παναγία, απαντάται τοπωνύμιο και στη Ρόδο. Με την ίδια επωνυμία, υφίστατο μοναστήρι γυναικείο στην επαρχία Ροδοπόλεως του Πόντου, ενώ στον νομό Ηλείας στην Πελοπόννησο υπάρχει το μοναστήρι της Κρεμμαστής.

 

Ο ασκητής Ιγνάτιος σχετίστηκε με ανεύρεση και διάσωση, κατόπιν θείας εντολής, μιας από τις 70 εικόνες της Παναγίας που ζωγράφισε ο απόστολος Λουκάς, όπως κι ο συνονόματος και περίπου σύγχρονός του ασκητής Ιγνάτιος, ιδρυτής και πρώτος ηγούμενος του μοναστηριού της Παναγίας του Μαχαιρά (βλέπε προηγούμενο λήμμα).

 

Σύμφωνα προς την παράδοση, η εικόνα της Παναγίας Χρυσορροϊάτισσας ήταν μια από τις 70 του αποστόλου Λουκά και μια από τις 6 του αποστόλου που ήλθαν στην Κύπρο (οι άλλες 5 είναι οι εικόνες της Παναγίας του Κύκκου, της Μονής του Μεγάλου Αγρού, της Παναγίας του Άρακα, της Παναγίας του Μαχαιρά και της Τροοδίτισσας). Οι 4 από τις 6 εικόνες μετεφέρθησαν στην Κύπρο από φυγάδες μοναχούς, στα χρόνια της εικονομαχίας. Η εικόνα της Παναγίας του Κύκκου εστάλη στο νησί από τον ίδιο τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αλέξιο Α' Κομνηνό (βλέπε λήμμα Ησαΐας μοναχός), ενώ η 6η, εκείνη της Παναγίας Χρυσορροϊάτισσας, έφθασε πλέοντας στη θάλασσα.

 

Κατά την περίοδο της εικονομαχίας, και συγκεκριμένα στα 765 μ.Χ., μια άγνωστη γυναίκα έριξε στη θάλασσα την εικόνα της Παναγίας, για να την σώσει από τα χέρια των εικονομάχων. Η εικόνα ρίχτηκε στη θάλασσα από την Ισαυρία και μετεφέρθη από τα κύματα στην Κύπρο, όπου κι ξεβράστηκε στις ακτές της Πάφου (αναφέρεται, μάλιστα, η τοποθεσία Μουλλιά). Την εικόνα βρήκε ένας ψαράς, και την έκρυψε σε μικρή σπηλιά της ακτής όπου και παρέμεινε κρυμμένη για 385 χρόνια. Στα 1152, ένας από τους ασκητές της Κρεμμαστής, ο Ιγνάτιος, είδε το βράδυ της 15ης Αυγούστου «φως μέγα» στην ακτή. Πήγε αμέσως εκεί, και βρήκε την εικόνα. Αφού με ευλάβεια την παρέλαβε, πήρε τον δρόμο της επιστροφής προς το ασκητήριό του.

 

Πριν φθάσει σε αυτό, στους πρόποδες του βράχου, τοποθέτησε την εικόνα κάτω από ένα πεύκο και κάθισε ν’ αναπαυθεί. Όταν τον πήρε ο ύπνος, οραματίστηκε άγγελο να τον διατάζει να παραμείνει εκεί και να ιδρύσει στην τοποθεσία εκείνη αγιαστήριον για την πολύτιμη εικόνα.

 

Πράγματι, στην τοποθεσία εκείνη ο Ιγνάτιος έκτισε μικρή εκκλησία και ίδρυσε το μοναστήρι της Παναγίας Χρυσορροϊάτισσας, του οποίου έγινε και ο πρώτος ηγούμενος. Σύμφωνα προς τον κατάλογο των ηγουμένων του μοναστηριού, που συνέταξε ο ηγούμενος Χαρίτων (1821-1827), ο Ιγνάτιος έζησε άλλα 14 χρόνια μετά την ίδρυση του μοναστηριού, δηλαδή θα πρέπει να πέθανε στα 1166, οπότε τον διαδέχθηκε ο ηγούμενος Αθανάσιος Α΄.

 

Στα 1801, ο ζωγράφος Ιωάννης Κορνάρος* από την Κρήτη που εργάστηκε στην Κύπρο, φιλοτέχνησε μεγάλη χαλκογραφία της Παναγίας Χρυσορροϊάτισσας, η οποία περιβάλλεται από άλλες 10 απεικονίσεις σχετικές με την όλη ιστορία της αγίας εικόνας. Σε μερικές από τις απεικονίσεις αυτές, αποτυπώνεται η ανεύρεση της εικόνας από τον Ιγνάτιο, η μεταφορά της και η ίδρυση από τον ίδιο του μοναστηριού.