Αθανασιάδης Πρόδρομος - Μποδοσάκης

Ο ευεργέτης της Ελληνοκυπριακής Κοινότητας

Image

Επιχειρηματίας. Ο Πρόδρομος Αθανασιάδης Μποδοσάκης, γεννήθηκε το 1891 στον Πόρο της Νίγδης στην Καππαδοκία.  Πέθανε στις 18 Ιανουαρίου 1979. Tο όνομα “Mποδοσάκης” με το οποίο έγινε γνωστός στη μετέπειτα ζωή του, αποτελεί παραφθορά του ονόματος “Πρόδρομος” στα Tουρκικά. Ως επιχειρηματίας ανέπτυξε στενές επαφές και με την Κύπρο κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας.

 

Το 1953, ο Όμιλος των Επιχειρήσεων Μποδοσάκη στην Κύπρο, προσέφερε απασχόληση σε 3.000 Κύπριους μέσω των μεταλλείων χαλκού (Μεταλλειο Σκουριώτισσας) που έλεγχε στην περιοχή Σολέας. Βρέθηκε επίσης  πίσω από τη λειτουργία της οινοβιομηχανίας ΚΕΟ.  Μετά το 1960 και την Ανεξαρτησία της Κύπρου πρόσφερε όλη του την περιουσία στην Κύπρο, στο νέο Κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με τη δικαιολογία ότι επί της περιουσίας αυτής δεν θα έπρεπε να έχουν δικαιοδοσία και οι Τουρκοκύπριοι που ήταν συνιδρυτές της, ο Πρόεδρος Μακάριος που ήταν ταυτόχρονα και Αρχιεπίσκοπος, έδωσε τη διαχείριση της στην  Ίερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου

 

Γέννηση

Τα παιδικά χρόνια του Μποδοσάκη ήταν  δύσκολα.  Σε ηλικία 7 ετών η οικογένειά του μετακομίζει στη Μερσίνα. Φοιτά στο Ελληνικό σχολείο και είναι ο πρώτος μαθητής. Μαθητής ακόμη ξεκινά την πρώτη του δουλειά, πουλώντας στους Έλληνες της Μερσίνας λιθογραφίες με τις μορφές των αγωνιστών του 1821 και πατριωτικά φυλλάδια που έφταναν κρυφά από την Αθήνα. Στα 17 του χρόνια ενοικιάζει υδρόμυλο και ιδρύει αλευρόμυλο και εκκοκιστήριο. Το 1912 παντρεύεται την Αυστριακή Ιωάννα Γκεμπάουερ, σύντροφο της ζωής του για 60 χρόνια. Οι επιχειρήσεις του πολλαπλασιάζονται με επιτυχία.

Το 1918 εγκαθίσταται στην Κωνσταντινούπολη.  Αγοράζει το Πέρα Παλάς στην Κωνσταντινούπολη και το Σπόρτινγκ Κλαμπ στη Σμύρνη. Το 1919 σε ταξίδι του στην Αθήνα γνωρίζει τον Ελευθέριο Βενιζέλο.

To Νοέμβριο του 1923 εγκαθίσταται στην Ελλάδα, όπως είχε υποσχεθεί στο Βενιζέλο σε συνάντησή τους στη Λωζάνη, και ξεκινάει την επιχειρηματική του δραστηριότητα.

 

 

ΕΜΕ -Κύπρος

Η Εταιρία Μποδοσάκη ξεκίνησε την επιχειρηματικότητα της στην Κύπρο αξιοποιώντας μια σειρά από μεταλλεία χαλκού τα οποία τέθηκαν υπό τον έλεγχο της  Α.Ε.Ε.Χ.Π. & Λ. (Ανώνυμος  Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων  και Λιπασμάτων).

Τον Ιούλιο του 1923 φθάνει στο νησί η πρώτη αντιπροσωπεία της ΑΕΕΧΠΛ. Αντιπρόσωπος της εταιρείας στη Κύπρο ήταν ο οίκος Ν.Π. Λανίτης από τη Λεμεσό. Η ΑΕΕΧΠΛ δεν επισκέφθηκε το νησί τυχαία , ήταν γνώστες της μεταλλευτικής παράδοσης  του τόπου μας και γνώριζαν της προοπτικές που εμφάνιζαν τα μεταλλεία της Κύπρου. Με την άφιξη της, εκτελεί έρευνες στη περιοχή του Μεταλλείου της Σκουριώτισσας και του Μιτσερού και από τον Ιούλιο του 1923, οι επισκέψεις των διευθυντών  της Ελλαδικής Εταιρείας είναι συνεχείς.

 

Σύμφωνα με στοιχεία που παρατίθενται στην ιστοσελίδα του χωριού Μιτσερό η Ελληνική Εταιρία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων ήταν ο βασικός εργοδότης στην περιοχή. Συγκεκριμένα:

 

  • Το Νοέμβριο του 1923, εργοδότησε 213 εργάτες και πληρώθηκαν   479   γρόσια ( νόμισμα της         εποχής)
  • Το Δεκέμβριο του 1923, εργοδότησε  1353 εργάτες και πληρώθηκαν 33.642  γρόσια
  • Τον Ιανουάριο του 1924, εργοδότησε 641 εργάτες και πληρώθηκαν 14.960  γρόσια
  • Το Φεβρουάριο του 1924, εργοδότησε 1114 εργάτες και πληρώθηκαν 25.656 γρόσια
  • Το Μάρτιο του 1924, εργοδότησε 1216 εργάτες και πληρώθηκαν 27.840  γρόσια
  • Τον Απρίλιο του 1924, εργοδότησε 996 εργάτες και πληρώθηκαν 26.030 γρόσια
  • Το Μάιο του 1924, εργοδότησε 1120 εργάτες και πληρώθηκαν 26.830 γρόσια
  • Τον Ιούνιο του 1924, εργοδότησε 1109 εργάτες και πληρώθηκαν 27.574 γρόσια.

 

Τα κεφάλαια της ΑΕΕΧΠΛ,  είναι άμεσα συνδεδεμένα  με τα κεφάλαια της τράπεζας Αθηνών και  ιδρύθηκε το 1909, με πρωτεργάτες  τον Νικόλα Κανελλόπουλο, Επαμεινώνδα Χαρίλαο, Πρόδρομο Μποδοσάκη και Λουκά Μούσουλο. (ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Λουκάς Μούσουλος  γεννήθηκε το 1910  στο χωριό Καραβάς της επαρχίας  Κερύνειας.)

 

Η Εταιρεία δραστηριοποιήθηκε στο Μιτσερό με τοπικούς διευθυντές τους κ.κ. Νικολαΐδη, Τσάκωνα και Κέπλερ.

 

Γύρω στα 1935, τα μεταλλεία Μιτσερού, Κοκκινοπεζούλας, Κοκκινόγιας και Αγροκηπιάς, βρίσκονταν σε αναβρασμό λόγω της ανεύρεσης του χρυσού. Μετά την ανακάλυψη του χρυσού οι διευθυντές της Εταιρείας,  Κώστας Μαγγλής και Χαράλαμπος Μαραγκός, μετακόμισαν και παρέμειναν στο χωριό, για αρκετό καιρό.  Το χρυσάφι έβγαινε σε τρεις ποιότητες, το πρώτο, ήταν η ατόφια φλέβα και  ήταν η πρώτη επιλογή που έφευγε αμέσως για εξαγωγή.   Η δεύτερη και τρίτη ποιότητα κατευθυνόταν στο εργοστάσιο εμπλουτισμού του χρυσού που είχε ανεγερθεί από την ΑΕΕΧΠΑ στα βόρεια της κοινότητας μας στους πρόποδες του βουνού Κριάτης για εμπλουτισμό.

 

Η εταιρεία άρχισε παραγωγή χρυσού και αργύρου από τις περιοχές Σιάς και Μιτσερού το 1936 και πυριτών από την Καλαβασό το 1937. Αργότερα έγινε κάτοχος οκτώ Μεταλλευτικών Μισθώσεων για χαλκούχους σιδηροπυρίτες (Μιτσερού- Αγροκηπιάς, Μαθιάτη, Μεμί-Αλεστού, Καμπιών-Σιάς-Καπέδων, Σκουριώτισσας, Απλικιού, Καλαβασού-Ασγάτας και Αρμενοχωριού-Παρεκκλησιάς) και τριών για χρωμίτες (Κοκκινόροτσου, Καννούρων και Χατζηπαύλου). Προς εμπλουτισμό των παραγομένων μεταλλευμάτων η εταιρεία διέθετε τρεις μονάδες εμπλουτισμού, δύο για θειούχα στο Μιτσερό και το Βασιλικό και για χρωμίτες στον Άγιο Νικόλαο της Στέγης στην Κακοπετριά. Επιπρόσθετα διαθέτει εγκαταστάσεις φορτώσεως πλοίων στο Βασιλικό και στο κατεχόμενο Καραβοστάσι. Εκτός από την παραγωγή και εξαγωγή μεταλλευμάτων η Ε.Μ.Ε. υπήρξε άμεσα αναμεμειγμένη στην εκμετάλλευση και αξιοποίηση πολλών άλλων ορυκτών του τόπου όπως γύψου και σελεστίτη (θειϊκού στροντίου), στην παραγωγή τσιμέντου (Τσιμεντοποιία Βασιλικού), θραυστών σκύρων και άμμου και τέλος θειικού οξέος και λιπασμάτων (Ελληνικές Χημικές Βιομηχανίες).

 

Η έναρξη του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου όμως, ανέτρεψε την ανοδική αυτή πορεία της μεταλλευτικής βιομηχανίας στη Κύπρο. Οι ευρωπαϊκές αγορές έκλεισαν και η ζήτηση  του χρυσού, έπεσε στο ελάχιστο. (Από πολλούς λέχθηκε ότι σκόπιμα είχαν κλείσει οι δουλειές και η ανεργία έφτασε σε πολύ ψηλά επίπεδα για να υποχρεωθούν οι Κύπριοι να καταταγούν στο στρατό της τότε Βρετανικής Αυτοκρατορίας.) Παρά το γεγονός ότι οι πυρίτες έχουν ζήτηση κατά την διάρκεια των πολέμων, λόγω του υψηλού ποσοστού σε θειικό οξύ  που περιέχουν, απαραίτητο συστατικό των εκρηκτικών, εν τούτοις οι εξαγωγές σημείωσαν μεγάλη μείωση. Με την είσοδο της Ιταλίας στον πόλεμο, σχεδόν όλα τα μεταλλεία έκλεισαν  και ένα μεγάλο μέρος του κυπριακού πληθυσμού βρέθηκε από τη μια μέρα στη άλλη χωρίς εργασία. Η ΑΕΕΧΠΑ  μείωσε στο ελάχιστο την παραγωγή και μέχρι το τέλος του 1940 οι εγκαταστάσεις του πλυντηρίου χρυσού, έκλεισαν τελειωτικά και τα μηχανήματα μεταφέρθηκαν στο Βασιλικό.

 

Το 1948 έγιναν τρεις απεργίες που κράτησαν συνολικά 266 μέρες. Η πρώτη απεργία ήταν εκείνη των μεταλλωρύχων της ΚΜΕ (Κυπριακή Μεταλλευτική Εταιρεία). Άρχισε στις 13 Ιανουαρίου 1948 και κράτησε μέχρι τις 16 Μαΐου 1948. Σ' αυτήν πήραν μέρος 2.100 εργάτες (οι 700 ήταν Τουρκοκύπριοι).

 

Βλέπε λήμμα: Μεταλλευτικές Εταιρίες

 

Στην πορεία, ο Μποδοσάκης ίδρυσε την νέα Εταιρία, ΕΜΕ (Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρία)  στην Κύπρο, προκειμένου να γίνεται η διαχείριση επί τόπου, γιατί είχε διαπιστωθεί ότι, από την Αθήνα η παρακολούθηση των εργασιών ήταν ανεπιτυχής. Η μετονομασία της Εταιρείας σε ΕΜΕ, έγινε στις 24 Μαΐου 1948. Τότε εκδόθηκαν 150.000 μετοχές της μίας λίρας (νόμισμα της εποχής).Η συμφωνία που έγινε μεταξύ της ΕΜΕ και της ΑΕΕΧΠΑ (Ανώνυμης Εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων) προνοούσε ότι 14.993 μετοχές δίδονται στην ΑΕΕΧΠΑ, η οποία έναντι αυτού του ποσού, πωλεί στην ΕΜΕ όλες τις μεταλλευτικές επιχειρήσεις της στην Κύπρο.

 

Το 1953, ο Όμιλος των Επιχειρήσεων Μποδοσάκη στην Κύπρο, προσέφερε απασχόληση σε 3.000 Κύπριους. 

 

 

Αγορά της ΚΕΟ 

Η Οινοπνευματοποιία ΚΕΟ ιδρύθηκε το 1906 από τον Ν.Π. Λανίτη με κοινή επένδυση των μεγάλων οινοποιείων της Ελλάδος στην Ελευσίνα, ιδιοκτησίας της οικογενείας Κανελλόπουλου από την Αθήνα. Εξαγοράστηκε  το 1947 από τον Όμιλο Μποδοσάκη. Η εταιρία με τη νέα επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΟΙΝΩΝ & ΟΙΝΟΠΝΕΥΜΑΤΩΝ (ΒΟΤΡΥΣ) προχώρησε άμεσα σε πλήρη αναδιοργάνωση, ανανέωση του εξοπλισμού της και προσθήκη μονάδος ζυθοποιίας, τα εγκαίνια της οποίας έγιναν το 1951. Στα εργοστάσιά της στην Αθήνα και στην Ελευσίνα η εταιρία διαθέτει τμήματα οινοπνευματοποιίας, οινοποιίας, ποτοποιίας, αποσταγμάτων και ζύθου. Οι εξαγωγές της σε οίνους, ποτά και αποστάγματα σε χώρες της Δ. Ευρώπης και Β. Αμερικής στην περίοδο 1974 – 1979 έφθασαν τα 12.000.000$ περίπου.

 

Δωρεά Μποδοσάκη

Το 1960 ο Μποδοσάκης δώρησε στην Κυπριακή Δημοκρατία το σύνολο των περιουσιακών του στοιχείων στην Κύπρο προκειμένου να αξιοποιηθούν υπέρ του κυπριακού λαού.

Η ΚΕΟ όπως και τα μεταλλεία στην Κύπρο αποδόθηκαν ως δωρεά στην Ελληνοκυπριακή Κοινότητα μετά την Ανεξαρτησία της Κύπρου το 1960 και τέθηκαν υπό τη διαχείριση της Αρχιεπισκοπής με διευθυντή τον Πασχάλη Πασχαλίδη

 

Θάνατος  

Μετά το θάνατό του, στις 18 Ιανουαρίου 1979, έκλεισε ο κύκλος μιας πολύπλευρης παραγωγικής ζωής. Αλλά τα έργα ευποιίας που αθόρυβα είχε επιτελέσει σε όλη τη μακρά ζωή του συνεχίζονται μέχρι σήμερα, χάρη στο Ίδρυμα Μποδοσάκη, το τελευταίο και πιο σημαντικό «παιδί» του, όπως συνήθιζε να λέει ο ίδιος χαμογελώντας.

Ο Μποδοσάκης Αθανασιάδης, συνέχισε επάξια την εθνική παράδοση των μεγάλων Ευεργετών του Γένους, γι’ αυτό και δίκαια η σύγχρονη ιστορία τον κατέταξε μεταξύ αυτών.

Το μυστικό της επιτυχίας του Μποδοσάκη ήταν η αγάπη του για τη δημιουργία και όχι για το χρήμα. Το γεγονός ότι, όντας ακόμη εν ζωή, κληροδότησε στο Ίδρυμα Μποδοσάκη όλη του την περιουσία, σήμαινε ότι είχε θέσει ως σκοπό της ζωής του τη δημιουργία και τη συμπαράσταση στην Πολιτεία και στο συνάνθρωπο.

 

Η αυτοκρατορία Μποδοσάκη

 Η κύρια δραστηριότητα του Ομίλου Μποδοσάκη μόλις έφυγε από την Τουρκία ήταν βέβαια η Ελλάδα. Βασικές εταιρίες του ήταν οι πιο κάτω: 

 

ΠΥΡΚΑΛ

Το 1934 αναλαμβάνει την ΠΥΡΚΑΛ.  Η ζήτηση για πολεμικό υλικό είναι ιδιαίτερα αυξημένη.  Κάνει εξαγωγές με μεγάλα κέρδη μέχρι την έναρξη του πολέμου.

 

To 1935 εξαγοράζει την Ελληνική Εριουργία Α.Ε και στις αρχές του 1937 εγκαινιάζεται το οβιδουργείο στην ΠΥΡΚΑΛ.

 

Μεταπολεμικά, η λειτουργία της ΠΥΡ-ΚΑΛ ξανάρχισε το 1951 με την είσοδο της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ. Χάρη στις συνεχόμενες παραγγελίες του ΝΑΤΟ και την προτροπή του Παπάγου, ο Μποδοσάκης πραγματοποίησε μεγάλη επένδυση εκσυγχρονισμού της βιομηχανίας, που ολοκληρώθηκε το 1954.
Ωστόσο, η μεταπολεμική περίοδος για την ΠΥΡ-ΚΑΛ δεν είχε την αναμενόμενη ευτυχή έκβαση. Ίσως, γιατί η χρήση πολεμικού υλικού μειώθηκε θεαματικά με το τέλος του πολέμου, αλλά και γιατί η Ελλάδα, όπως και άλλα κράτη, ήταν πλέον δέσμια του μεταπολεμικού κλίματος του Ψυχρού Πολέμου, οπότε και η πολεμική βιομηχανία της δεν είχε πλέον τη δυνατότητα ελεύθερων επιλογών όσον αφορά την αγορά και πώληση πολεμικού υλικού. Εξ άλλου, ο κρατικός παρεμβατισμός ήταν έντονος, γιατί το κράτος ανέκαθεν εκδήλωνε την πρόθεση να θέσει υπό τον απόλυτο έλεγχό του την πολεμική βιομηχανία της χώρας. Τελικά, μετά από μια δύσκολη μεταπολεμική πορεία, η ΠΥΡ-ΚΑΛ κρατικοποιήθηκε το 1981.

 

Εριουργία 

Η σημαντική αυτή βιομηχανία ιδρύθηκε το 1909 με εγκαταστάσεις στα Πατήσια.
Τα κυριότερα προϊόντα της αρχικά αποτελούσαν τα κλινοσκεπάσματα και οι στρατιωτικές στολές. Ήταν η εποχή των Βαλκανικών Πολέμων και κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών του Ελληνικού Στρατού. Το 1919 η εταιρία μετατράπηκε σε ανώνυμη «Ελληνική Εριουργία Α.Ε.» με κεφάλαιο 2.000.000 δραχμών.


Στην κρίση των ετών 1929 – 1931 η εταιρία δεν μπόρεσε να εξυπηρετήσει δάνεια που είχε πάρει από την Εθνική Τράπεζα και υποχρεώθηκε να της μεταβιβάσει το πακέτο των μετοχών της. Το 1935 η εταιρία ΠΥΡΚΑΛ, με εισήγηση του Μποδοσάκη, εξαγόρασε το 80% του πακέτου των μετοχών που κατείχε η Εθνική Τράπεζα. Μετά την εξαγορά της από τον Μποδοσάκη, η εταιρία λειτούργησε με ικανοποιητικές επιδόσεις και αναδεικνύεται σε μία από τις πιο σύγχρονες υφαντουργικές μονάδες της Βαλκανικής.

 

Λιπάσματα

Με την έναρξη της μεταπολεμικής περιόδου, ο Μποδοσάκης αποφάσισε να επεκτείνει την επιχειρηματική του δραστηριότητα σε νέους τομείς. Την κατάλληλη ευκαιρία του προσέφερε η Εταιρία Λιπασμάτων, μετέπειτα ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΙΟΝΤΩΝ ΚΑΙ ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ (Α.Ε.Ε.Χ.Π. & Λ.). Η Εταιρία αυτή, που είχε ιδρυθεί το 1909, βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση λόγω κακής διαχείρισης. Ο Μποδοσάκης διέγνωσε τις καλές προοπτικές της και αγόρασε από τους κληρονόμους των ιδρυτών το πλειοψηφικό πακέτο μετοχών της Εταιρίας τον Οκτώβριο του 1946.


Επιδόθηκε με ζήλο στην ταχύρρυθμη εξυγίανση και ανάπτυξη της Εταιρίας, η οποία εκείνη την εποχή διέθετε μονάδα παραγωγής υπερφωσφορικών λιπασμάτων στη Δραπετσώνα και τα μεταλλεία σιδηροπυρίτη στη Χαλκιδική, που τροφοδοτούσαν το εργοστάσιο λιπασμάτων με πρώτη ύλη. 

 

ΛΙΠΤΟΛ (Λιγνιτωρυχεία Πτολεμαΐδας)

Έργο μεγάλης πνοής που ξεκίνησε ο Μποδοσάκης το 1955, αλλά δεν ευτύχησε να απολαύσει τους καρπούς των μόχθων του. Η πρωτοβουλία του όμως αυτή δίνει το μέτρο της επιχειρηματικής φαντασίας του Μποδοσάκη. Πρόκειται για το έργο αξιοποίησης της λιγνιτοφόρου περιοχής Πτολεμαΐδας, με παράλληλη δημιουργία Μονάδας Ηλεκτροπαραγωγής και άλλων βιομηχανιών, που θα χρησιμοποιούσαν τον λιγνίτη σαν πρώτη ύλη (π.χ. αζωτούχα λιπάσματα).
Ο Μποδοσάκης δημιούργησε για το σκοπό αυτό την ΛΙΠΤΟΛ (Λιγνιτωρυχεία Πτολεμαΐδας) και ξεκίνησε τη μεγάλη προσπάθεια. Την ημέρα των εγκαινίων το 1957, ο Μποδοσάκης στην ομιλία του τονίζει «Το έργο αυτό αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο της μελλοντικής εξέλιξης της οικονομίας της χώρας».


Δυστυχώς, με διάφορες μεθοδεύσεις, τα επόμενα χρόνια εξαναγκάστηκε να εκχωρήσει τα δικαιώματα του στο Ελληνικό Δημόσιο και τελικά στη ΔΕΗ. Με δικαιολογημένη πικρία, ο Μποδοσάκης γράφει: Αυτό είναι το έργο που  χωρίς τη δική μου αποκλειστικά πρωτοβουλία, το δικό μου μόχθο, τις δικές μου γνωριμίες και τις δικές μου δαπάνες, δεν θα είχε γίνει ποτέ.

 

Χημικές Βιομηχανίες 

Η εταιρία Χ.Β.Β.Ε. ιδρύθηκε το 1962 με συμμετοχή της Α.Ε.Ε.Χ.Π. & ΛΙΠΑΣΜΑΤΩΝ, της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και του Γαλλικού συγκροτήματος Rhône-Poulenc. Το 1966 ξεκίνησε η λειτουργία του εργοστασίου της εταιρίας στα Διαβατά Θεσσαλονίκης, το οποίο παρήγε οξέα, λιπάσματα και προωθητικά αέρια (για συσκευασίες αεροζόλ και για ψυκτικές εγκαταστάσεις).
Από την έναρξη παραγωγής του εργοστασίου ξεκίνησαν και εξαγωγές κυρίως οξέων και προωθητικών αερίων και μικρών ποσοτήτων λιπασμάτων, δεδομένου ότι ο μεγάλος όγκος παραγωγής κάλυπτε εγχώριες ανάγκες. Στην εξαετία 1974 – 1979 οι εξαγωγές της εταιρίας ξεπέρασαν τα 60.000.000$.

 

 

 

Πηγή:

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image
Image
Image
Image
Image